Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

«Δεύτε ίδωμεν την ζωήν ημών εν τάφω κειμένην», του Λάμπρου Κ. Σκόντζου,


«Δεύτε ίδωμεν την ζωήν ημών εν τάφω κειμένην»
Θεολογικό σχόλιο στο περιεχόμενο
και το νόημα του Μεγάλου Σαββάτου
του Λάμπρου Κ. Σκόντζου
Θεολόγου – Καθηγητού
«Τω Αγίω και Μεγάλω Σαββάτω, την θεόσωμον ταφήν και την εις άδου κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν, δι' ών της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν προς αιωνίαν ζωήν μεταβέβηκε». Σύμφωνα με το ιερό συναξάρι αυτήν την άγια ημέρα τιμάμε και προσκυνάμε την ταφή του Κυρίου μας και την εις ʼδου Κάθοδόν Του.
Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, αφότου εξέπνευσε ο Κύριος επί του σταυρού, έπρεπε να ταφεί και μάλιστα βιαστικά, διότι όπως μας πληροφορεί ο ιερός Ευαγγελιστής οι Ιουδαίοι «ίνα μη μείνη επί του σταυρού τα σώματα εν τω σαββάτω, επεί Παρασκευή ην΄ ην γαρ μεγάλη η ημέρα εκείνη του σαββάτου΄ ηρώτησαν τον Πιλάτον ίνα κατεαγώσιν αυτών τα σκέλη, και αρθώσιν» (Ιωάν.19:31). Οι στρατιώτες με χονδρές σιδερένιες βέργες τσάκισαν τα κόκαλα των δύο συσταυρωμένων ληστών, για να επιταχύνουν το θάνατό τους, διότι ακόμη δεν είχαν εκπνεύσει. «Επί τον Ιησούν ελθόντες ως είδον αυτόν ήδη τεθνηκότα, ου κατέαξαν αυτού τα σκέλη, αλλ' εις των στρατιωτών λόγχη αυτού την πλευράν ένυξε, και ευθέως εξήλθε αίμα και ύδωρ» (Ιωάν.19:33). Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε πραγματικός, εις πείσμα όλων εκείνων των συκοφαντών, οι οποίοι συνεχίζοντες την θεομάχο έχθρα των αρχόντων του Ισραήλ, υποστήριζαν και υποστηρίζουν ότι δήθεν δεν πέθανε επί του σταυρού και κατά συνέπεια η ανάστασή Του ήταν ψεύτικη!
       Κοντά στο σταυρό του Κυρίου είχαν απομείνει μόνο η Θεοτόκος και οι ηρωικές γυναίκες μαθήτριές Του, οι οποίες συνέπασχαν με Αυτόν, έκλαιγαν και πενθούσαν το άδικο πάθος και το θάνατό Του. Αντίθετα οι ένδεκα μαθητές είχαν κρυφτεί για το φόβο των Ιουδαίων (Ιωάν.20:19).  Όμως ήταν αδύνατο σ' αυτές να αναλάβουν το δύσκολο έργο της αποκαθηλώσεως και της ταφής του Χριστού. Το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο ήταν η αίτηση στον Πιλάτο να τους δοθεί η άδεια της ταφής.
        Το έργο αυτό ανάλαβαν οι ευσεβείς άρχοντες Ιωσήφ και Νικόδημος. «Επεί ην Παρασκευή, ο εστι προσάββατον, ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ος και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού». Εκείνος «εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνη και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου» (Μάρκ.15:43-46). Αυτή ήταν και η τελευταία πράξη του Θείου Δράματος. Ο «αχώρητος παντί» χωρά και κρύπτεται στον τάφο. Αυτός που κατοικεί στα απέραντα ουράνια κείτεται στο υγρό και σκοτεινό μνημείο. Μυστήριο μέγα!
          Η ψυχή του Κυρίου, όπως αναφέραμε στο σχόλιό μας της Μεγάλης Παρασκευής, κατέβηκε στον άδη, όπως αναφέρει σαφέστατα ο απόστολος Πέτρος «θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι΄ εν ω και τοις εν τη φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄Πέτρ.3:18) και ομιλών για την Ανάσταση του Κυρίου «ου κατελείφθη η ψυχή αυτού εις άδου ουδέ η σαρξ αυτού είδε διαφθοράν» (Πραξ.2:31). Το ίδιο και ο απόστολος Παύλος έγραψε πως ο Χριστός «κατέβη πρώτον εις τα κατώτατα μέρη της γης» (Εφεσ.4:9), σύμφωνα με την αντίληψη της εποχής ότι ο ʼδης βρίσκεται στα έγκατα της γης. Εκεί ο Κύριος κατά την τριήμερο παραμονή Του συνέχισε και στον κόσμο των πνευμάτων το απολυτρωτικό Του έργο. Κήρυξε το ευαγγέλιο της σωτηρίας και στους απ' αιώνος νεκρούς. Όπως στον κόσμο των ζωντανών έτσι και στον κόσμο των νεκρών υπήρξαν εκείνοι που πίστεψαν και εκείνοι που αρνήθηκαν το κήρυγμά Του. Κατά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του ανέβασε μαζί Του και όσους πίστεψαν σ' Αυτόν.
        Σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς η κάθοδος του Κυρίου στον άδη υπήρξε επεισοδιακή. Σε πρωτοχριστιανικό κείμενο διαβάζουμε: Όταν ο Χριστός πλησίασε στις βαριές θύρες του άδη ακούστηκε μια γοερή φωνή «άρατε πύλας λέγουσα. Ακούσας ο ʼδης εκ δευτέρου την φωνήν απεκρίθη ως δήθεν μη γινώσκων και λέγει: Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης; Λέγουσιν οι άγγελοι του δεσπότου: Κύριος κραταιός και δυνατός, κύριος δυνατός εν πολέμω. Και ευθέως άμα τω λόγω τούτω αι χαλκαί πύλαι συνετρίβησαν και οι σιδηροί μοχλοί συνεσθλάσθησαν, και οι δεδεμένοι πάντες νεκροί ελύθησαν των δεσμών, και ημείς μετ' αυτών. Και εισήλθεν ο βασιλεύς της δόξης ώσπερ άνθρωπος, και πάντα τα σκοτεινά του ʼδου εφωτίσθησαν» (Evang.Nicodimi, Pars II, cap.V (XXI)3).
       Οι εντυπωσιακές αυτές σκηνές ενέπνευσαν τα μέγιστα στην θαυμάσια εικονογραφία και ιδιαίτερα την μεγαλειώδη υμνολογία του Μ. Σαββάτου. Αυτή μαζί με την υμνολογία του Πάσχα αποτελεί το αποκορύφωμα της θρησκευτικής ποιήσεως. Ο θεολογικότατος κανόνας του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου και ο περίφημος και δημοφιλής Επιτάφιος Θρήνος υμνούν το νεκρό Θεό και προαναγγέλλουν την θριαμβευτική Του ανάσταση. Ρίγη συγκινήσεως και πνευματικής τέρψεως γεμίζουν τις ψυχές των πιστών, οι οποίοι γεμίζουν ασφυκτικά τους ναούς για κλίνουν γόνυ μπροστά στον ανθοστόλιστο Επιτάφιο, να προσκυνήσουν τον Κτίστη του κόσμου, ο Οποιος «Ως ανείδεος νεκρός καταφαίνεται, ο την κτίσιν ωραϊσας του παντός». Να αποσμείξουν τους «δακρυρρόους θρήνους τους» με τα μύρα της ανοιξιάτικων ανθέων και τα γλυκά μέλη των ιερών υμνολογιών. Η θεσπέσια ακολουθία του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου θεωρείται ως η εξόδιος ακολουθία του Κυρίου μας!      
       Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας παραλλήλισαν την ταφή του Κυρίου με την ανάπαυση του Θεού κατά την εβδόμη ημέρα της Δημιουργίας (Γεν.2:3). Ο «όλβιος τάφος» είναι η κλίνη της αναπαύσεως του Υιού του Θεού, ο Οποίος κατάπαυσε από το έργο της αναδημιουργίας του ανθρώπου και την αγία αυτή ημέρα αναπαύεται.. Το θαυμάσιο δοξαστικό των αίνων του Όρθρου του Μ. Σαββάτου τονίζει εμφαντικά αυτή την παρομοίωση: «... Τούτο εστι το ευλογημένον Σάββατον΄ αύτη εστίν η της καταπαύσεως ημέρα, εν η κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού ο μονογενής Υιός του Θεού δια της κατά τον θάνατον οικονομίας τη σαρκί σαββατίσας...».
        Ενώ η πανάγια Σάρκα του Κυρίου μας αναπαυόταν στη γη, η ψυχή Του συνέχιζε το απολυτρωτικό έργο στον άδη. Εκεί δόθηκε η πιο αποφασιστική «μάχη» όλων των εποχών. Αναμετρήθηκε η ζωή με το θάνατο, ο παράδεισος με το άδη, ο Χριστός με το διάβολο. Από την τιτάνια αυτή πάλη νικήθηκε κατά κράτος ο διάβολος, καταπατήθηκε και κουρελιάστηκε ο θάνατος και άνοιξε διάπλατα ο παράδεισος για τους πιστούς του Χριστού. Αυτό το μεγάλο θρίαμβο αποτυπώνει θαυμάσια ένα από τα εξαίσια τροπάρια της εορτής: «Σήμερον ο άδης στένων βοά΄ Κετελήθη μου το κράτος΄ ο ποιμήν εσταυρώθη και τον Αδάμ ανέστησεν΄ ων περ εβασίλευον εστέρημαι, και ους κατέπιον ισχύσας, πάντας εξήμεσα΄ εκένωσε τους τάφους ο σταυρωθείς΄ ουκ ισχύει του θανάτου το κράτος...».  
Οι ορθόδοξοι πιστοί με θλίψη στην ψυχή, με βουρκωμένα μάτια και συναισθηματική φόρτιση πλησιάζουμε στον ιερό Επιτάφιο να προσκυνήσουμε το νεκρό Κύριο και να του εναποθέσουμε λίγα ανοιξιάτικα λουλούδια. Περισσότερο θέλουμε να του εναποθέσουμε την καρδιά μας και την ελπίδα μας. Η βεβαιότητα της λαμπροφόρου Αναστάσεώς Του μας γεμίζει αισιοδοξία και ουράνια χαρά. Διότι η δική Του Ανάσταση είναι η απαρχή και της δικής μας αναστάσεως. «Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο... έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄Κορ.15:20,26). Αυτή είναι η πιο χαρμόσυνη αγγελία της ανθρώπινης ιστορίας, η πιο ελπιδοφόρα πίστη σε όλους τους κόσμους. Αυτή η μακάρια πίστη διώχνει μακριά μας κάθε κατήφεια. Δε μας φοβίζει πια τίποτε, διότι ό,τι και να μας συμβεί ο τελικός μας θρίαμβος είναι προδιαγεγραμμένος και η ανάστασή μας είναι προαποφασισμένη από τον Νικητή του θανάτου, τον Αναστάντα Κύριό μας Ιησού Χριστό!
Πηγή:
http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?contents=selides_katixisis/contents_Easter.asp&main=kat014&file=kef9.htm

Τις ο ένοχος; του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,



Τις ο ένοχος;
του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης
π. Αυγουστίνου Καντιώτου
ομιλία στον ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Μοσχάτου – Ἀθηνῶν 7-4-1961 πρωί
«Ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Λουκ. 23,33)
ΟΣΑ τροπάρια κι ἂν ψάλουν οἱ ψάλτες, ὅ σους λόγους κι ἂν ἐκφωνήσουν οἱ ἱεροκή ρυκες, ὅσα ποιήματα κι ἂν συνθέσουν οἱ ποιηταί, ὅσες εἰκόνες κι ἂν ζωγραφίσουν οἱ ζωγράφοι, δὲν θὰ μπορέσουν ὅλοι αὐτοὶ μαζὶ νὰ φθάσουν τὸ ὕψος τῆς σημερινῆς ἡμέρας.
Θὰ προσπαθήσω, γονυκλινὴς ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου, νὰ ὑπενθυμίσω ὡρισμένες ἀλήθειες, ποὺ πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα.
Ἡ γῆ ἦταν κάποτε, ἀγαπητοί μου, καθαρὴ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ ἁμαρτίας, καθαρὴ ἀπὸ αἷμα. Ἀλλ᾽ ἀπ᾽ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Κάϊν ἐφόνευσε τὸν Ἄβελ, τὸ πρῶτο ἀθῷο αἷμα χύθηκε πάνω της. Ἔκτοτε στὸ αἷμα ἐκεῖνο προσετέθη τὸ αἷμα πολλῶν ἄλλων ἀθῴων θυμάτων. Καὶ τὸ αἷμα αὐτὸ «βοᾷ» πρὸς Κύριον καὶ κάνει τοὺς ἐνόχους νὰ τρέμουν ὅπως ὁ Κάϊν (Γέν. 4,10-11). Σήμερα ἰδίως ἡ γῆ μας ἔχει ποτισθῆ μὲ αἷμα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη γενεά. Ἑκατομμύρια Ἄβελ ἔχουν φονευθῆ. Ἡ γῆ ἀναστενάζει…
Ἀλλὰ τώρα ἀφήνω ὅλα τ᾽ ἄλλα ἐγκλήματα γιὰ νὰ προσέξουμε ἕνα μόνο, τὸ πιὸ φρικιαστικὸ καὶ βδελυκτό. Εἶνε θανάτωσις τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔγινε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ, «ἵνα μὴ μιανθῶσιν» (Ἰωάν.18,28) οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι. Ἐπάνω στὸ μικρὸ λόφο τοῦ Γολγοθᾶ, «ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Λουκ. 23,33).
Ἕνας ξένος, ποὺ θὰ βρισκόταν στὰ Ἰεροσόλυμα τὴν ἡμέρα ἐκείνη καὶ θὰ ἔβλεπε νὰ σέρνουν τὸν Ἰησοῦ στὶς στενωποὺς δεμένο, νὰ τὸν ὁδηγοῦν στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, καὶ μετὰ νὰ τὸν ὑψώνουν ὠχρὸ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, θὰ ρωτοῦσε· Ποιό εἶνε τὸ ἔγκλημά του; «Τί κακὸν ἐποίησεν;» (πρβλ. Ματθ. 27,23· Μᾶρκ. 15,14).
Ἀπαντοῦν οἱ αἰῶνες· Ὁ Χριστὸς δὲν ἔκανε κανένα κακό. Ὑπῆρξε ἡ εὐγενεστέρα ὕπαρξις. Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ ἐχθροί του στὰ συγγράμματά τους τὸ ὁμολογοῦν. Ἦταν ὁ παρήγορος τῶν θλιμμένων καὶ πονεμένων, ὁ ἰατρὸς τῶν νοσούντων, ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος ποὺ παρέδωσε αἰώνια ῥήματα, μιὰ διδασκαλία γιὰ τὴν ὁποία ἕνας ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς ἐχθρούς του ἀναγκάστηκε νὰ πῇ· Κι ἂν ἀκόμη στὰ ἄλλα ἄστρα ὑπάρχουν ὄντα, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχουν θρησκεία ἀνωτέρα ἀπὸ αὐτὴν ποὺ δίδαξε ὁ Ἰησοῦς.
Εἶνε πάντως φυσικό, ὅταν ἀκούγεται κάπου ἔγκλημα, ὅλοι νὰ ζητοῦν νὰ μάθουν ποιός τὸ ἔκανε καὶ οἱ ἀρχὲς νὰ θέλουν νὰ συλλάβουν τοὺς αὐτουργούς. Κ᾽ ἐμεῖς, ποὺ βρισκόμαστε τώρα ἐμπρὸς στὸ φρικτὸ ἔγκλημα νὰ σταυρώνεται ὁ Ἀθῷος τῶν ἀθῴων, ἐρωτοῦμε· Ποιοί λοιπὸν εἶνε οἱ ἔνοχοι τῆς σταυρώσεώς του; Ὅ σοι συνετέλεσαν στὸ ἔγκλημα αὐτό, θὰ ἔρθῃ μέρα ποὺ θὰ τρέμουν. Ἂν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ταράχθηκαν τὸ δειλινὸ ἀκούγοντας τὸ βηματισμὸ τοῦ Θεοῦ στὸν παράδεισο, πόσῳ μᾶλλον αὐτοὶ ἐνώπιον τοῦ παγκοσμίου Κριτοῦ;
Νοερῶς βλέπω στὸ ἑδώλιο τοῦ κατηγορημένου τοὺς συντελεστὰς τῆς σταυρώσεως.
-       Βλέπω τοὺς στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι στρατολογημένοι ἀπὸ μακρινὲς χῶρες, βρέθησαν τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ εἶνε ἐκτελεσταὶ τοῦ ἀπαισίου ἐγκλήματος. Τί θ᾽ ἀπολογηθοῦν; Θὰ προσπαθήσουν νὰ δικαιολογηθοῦν στὸν Κριτή· Κύριε, δὲ σὲ γνωρίζαμε. Ἄξεστοι ἐμεῖς, δὲν καταλαβαίναμε τὴ γλῶσσα τῶν Ἑβραίων. Ἁπλοῖ στρατιῶτες ἤμασταν, διαταγὲς ἐκτελούσαμε. Ἂν ὑπάρχῃ ἕνας ὑπεύθυνος γιὰ τὸ ἔγκλημα, αὐτὸς εἶνε ὁ Πιλᾶτος, ποὺ ὑπέγραψε τὴν καταδίκη…
-       Μετὰ ὁ Πιλᾶτος. Ἔλα, Πιλᾶτε, ποὺ ὡς ἡγεμὼν εἶχες στὴν ἐξουσία σου τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο τῶν ἀνθρώπων, ἀπολογήσου. Ἡ σύζυγός σου Πρόκλα, σοῦ διεμήνυσε· «Μηδὲν σοὶ καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ᾽ ὄναρ δι᾽ αὐτόν» (Ματθ. 27,19). Καὶ αὐτὸς τρέμοντας θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴ εὐθύνη στὸ λαό· Μὲ πίεσαν, φώναζαν συνεχῶς, δὲν μποροῦσα νὰ ὑποφέρω τὴν ὀχλοβοή…
-       Τρίτον ὁ λαός. Ἔλα, λαέ, ποὺ εὐεργετήθηκες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο λαό, ἀπολογήσου, γιατί ἐφόνευσες τὸν εὐεργέτη σου; Καὶ ὁ ἁπλὸς λαὸς τί θὰ πῇ; Ἐμεῖς δὲ φταῖμε. Σὰν λαὸς παρασυρόμεθα ἀπὸ τοὺς ἡγέτες. Ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ εἶνε οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι…
-       Τέταρτον οἱ ἀρχιερεῖς καὶ φαρισαῖοι. Ἐλᾶτε λοιπὸν ἐσεῖς, ποὺ κρατούσατε στὰ χέρια μέρα – νύχτα τὸ θεῖο νόμο· ἀπολογηθῆτε γιὰ τὸ ἔγκλημα. Κι αὐτοὶ πῶς νὰ δικαιολογήσουν τὸ φθόνο τους, ποὺ ἦταν τὸ ταπεινὸ ἐλατήριο τοῦ μίσους των; Θὰ δείξουν μὲ τὸ δάχτυλο τὸν Ἰούδα καὶ θὰ ποῦν· Αὐτὸς εἶνε ὁ ἔνοχος· ἐὰν αὐτὸς δὲν χτυποῦσε τὴν πόρτα μας, δὲν μπορούσαμε ἐμεῖς νὰ κάνουμε τὴν σύλληψι…
-       Πέμπτον ὁ Ἰούδας. Τί ν᾽ ἀπολογηθῇ αὐτὸς τώρα; Θὰ στέκῃ ὠχρός, κίτρινος σὰν τὰ νομίσματα, ἀμίλητος, καὶ μὴ ἔχοντας ἄλλη δικαιολογία θὰ δείχνῃ ἐκεῖνον ποὺ εἶνε ὁ ὑποβολεὺς ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, τὸν διάβολο. Διότι ὁ διάβολος εἶχε εἰσέλθει «εἰς τὴν καρδίαν Ἰούδα» (Ἰωάν. 13,2).
Αὐτοὶ εἶνε οἱ φυσικοὶ καὶ ἠθικοὶ αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἀλλ᾽ ὄχι αὐτοί, καὶ διπλάσιοι καὶ τριπλάσιοι ἂν ἦταν, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν κάτι ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Λεγεῶνες ἀγγέλων ἦταν ἕτοιμες νὰ διασκορπίσουν ὅλον ἐκεῖνο τὸ συρφετό. Ὁ Ἰησοῦς δὲν σταυρώθηκε ἀπὸ ἀδυναμία, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ ἀλλιῶς. Παραδόθηκε μόνος του. Βαθυτέρα αἰτία τῆς σταυρώσεώς του δὲν εἶ νε αὐτοί. Ἐὰν ἐμβαθύνουμε στὸ μυστήριο, θὰ δοῦμε ὅτι βαθυτέρα αἰτία τοῦ δράματος τοῦ σταυροῦ, εἶνε – ποιός; Εἴμεθα ἐμεῖς, ἀδελφοί μου. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶπε· «Οὗ τος τὰς ἁ μαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» καὶ «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσ. 53,4-5).
Θὰ ἤθελα νὰ εἶχα τὴν ἱκανότη τα νὰ φυτεύσω στὴν καρδιὰ ὅλων, καὶ τοῦ πλέον ἀδιαφόρου, τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια· «τῷ μώλωπι αὐ τοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν». Κάθε σταλαγματιὰ τοῦ αἵματός του φτάνει νὰ κάψῃ τὰ ἀγκάθια ὅλου τοῦ κόσμου, νὰ γίνῃ πλυντήριο καὶ Ἰορδάνης ποταμὸς ποὺ πλένει τὰ ἁμαρτήματα τοῦ κόσμου ὅλων τῶν αἰώνων. Τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «καθαρίζει ἡ μᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. 1,7). Φτάνει μόνο μιὰ σταλαγματιὰ τοῦ τιμίου αἵματός του, ὅπου πέσῃ, νὰ κάνῃ νὰ φυτρώσουν τὰ ὡραιότερα ἄνθη τῶν ἀρετῶν, νὰ δημιουργήσῃ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τὸν θεῖο ἔρωτα.
Κάποιος ἱεραπόστολος πῆγε στὴν Οὐγκάντα τῆς Ἀφρικῆς καὶ μίλησε στοὺς ἀγρίους γιὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι ἔκλαψαν. Με τὰ τὴν ὁμιλία ὁ ἀρχηγὸς τῆς φυλῆς πλησίασε καὶ τὸν ρώτησε· Ὑπάρχουν Χριστιανοὶ στὴν Εὐρώπη ποὺ ἁμαρτάνουν μετὰ τὴ σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ;… Μεγάλος λόγος. Εἶνε σὲ συμφωνία μ᾽ ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, ὅτι σταυρὸς σημαίνει· ἁμαρτία τέλος! Διαφορετικὰ θὰ κριθοῦν οἱ ἁμαρτίες πρὸ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ διαφορετικὰ μετὰ τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει μετὰ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, εἶνε σὰν νὰ περιφρονῇ τὸ αἷμα του, σὰν νὰ τὸν ξανασταυρώνῃ (βλ. Ἑβρ. 10,29· 6,6).
«Ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτόν». Ποιοί τὸν σταύρωσαν; Δὲν εἶνε μόνο ἐκεῖνοι οἱ παλαιοὶ σταυ ρωταί· εἶνε καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ σύγχρονοι σταυρωταί. Τοὺς βλέπετε; Ὁ ἕνας κρατεῖ καρφιά, ὁ ἄλλος σπόγγο μὲ ὄξος, ὁ τρίτος λόγχη, ὁ ἄλλος ἀγκάθινο στεφάνι, καὶ προχωροῦν. Ποῦ πᾶνε; Πᾶνε νὰ σταυρώσουν τὸ Χριστό. Ὁ ἕνας παίρνει στὰ χέρια μαχαίρι καὶ φονεύει τὸν ἀδελφό του. Ὁ ἄλλος ὁ μικρὸς σηκώνει τὸ χέρι καὶ χτυπάει τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα. Ὁ ἄλλος μέσα στὰ δικαστήρια παλαμίζει χωρὶς φόβο τὸ Εὐαγγέλιο καὶ παίρνει ψεύτικο ὅρκο. Ὁ ἄλλος ὁ νέος τρέχει στοὺς τόπους τῆς ἀκολασίας καὶ τῆς διαφθορᾶς. Ἄλλος ἀνοίγει τὸ στόμα καὶ βλαστημάει τὰ θεῖα. Ὁ ἄλλος κρατάει μέσα στὴν καρδιά του τὴ χολὴ τοῦ μίσους. Καὶ ὁ ἄλλος τέλος ὑπερηφανεύεται γιὰ μάταια πράγματα…
«Ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτόν». Ποῦ; Μέσα στὸ ἐμπορικὸ κατάστημα, ποὺ ὁ ἔμπορος μὲ τὰ ψεύδη του ἀπατᾷ τοὺς ἀφελεῖς. Στὸ δικαστήριο, ὅπου δικαστὴς καὶ ψευδομάρτυρες καὶ δικηγόροι καταδικάζουν τὸν ἀθῷο. Στὸ σχολεῖο, ὅπου ἕνας ἄθεος δάσκαλος καὶ καθηγη τὴς ξεῤῥιζώνει μέσα ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο. Μέσα στὸ σπίτι, ὅπου ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα μπροστὰ στὰ παιδιά τους αἰσχρολογοῦν καὶ αἰσχροπράττουν… Τὸ παράπονο τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶνε ὅτι τὸν σταύρωσαν τότε οἱ Ἑβραῖοι· τὸ παράπονό του εἶνε ὅτι ἡ σταύρωσί του ἐξ ακολουθεῖ. Χριστιανοί, τὸ καταλάβαμε; μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἐμεῖς εἴμεθα οἱ νέοι σταυρωταί του.
Ὦ Χριστέ, συντετριμμένοι ἐμπρὸς στὸ σταυρό σου, πέφτουμε καὶ παρακαλοῦμε· δῶσε μας κατάνυξι, δῶσε μας μετάνοια, δῶσε μας συγχώρησι γιὰ τὶς ἀναρίθμητες φορὲς ποὺ σὲ σταυρώσαμε. «Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

Ο θάνατος σαν νίκη......, του Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Ware,


Ο θάνατος σαν νίκη....
του Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Ware
«...Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγούμε εμείς απ' την οδύνη, αλλά για να είναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν· όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση...».
Ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν είναι μια αποτυχία που αποκαταστάθηκε κάπως μετά την Ανάστασή του. Ο ίδιος ο θάνατος πάνω στο Σταυρό είναι μια νίκη. Νίκη τίνος πράγματος; Μόνο μια απάντηση μπορεί να υπάρξει: Η νίκη της οδυνώμενης αγάπης. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη...ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην» (Άσμα Ασμ. 8, 6-7). Ο Σταυρός μας δείχνει μιαν αγάπη που είναι δυνατή σαν το θάνατο, μιαν αγάπη ακόμη πιο δυνατή.
Ο άγ. Ιωάννης κάνει την εισαγωγή της διήγησής του για το Μυστικό Δείπνο και το Πάθος μ' αυτά τα λόγια: «...αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» (Ιω. 13,1). Το ελληνικό κείμενο λέει εις τέλος, που σημαίνει «ως το τέλος», «ως το έσχατο σημείο». Κι αυτή η λέξη τέλος επαναλαμβάνεται αργότερα στην τελευταία κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ιω. 19,30). Αυτό πρέπει να εννοηθεί όχι σαν κραυγή αυτοεγκατάλειψης ή απόγνωσης, αλλά σαν κραυγή νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, εκπληρώθηκε!
Τι εκπληρώθηκε; Απαντάμε: Το έργο της οδυνώμενης αγάπης, η νίκη της αγάπης πάνω στο μίσος. Ο Ιησούς, ο Θεός μας, αγάπησε τους δικούς του ως το έσχατο σημείο.
Από αγάπη δημιούργησε τον κόσμο, από αγάπη γεννήθηκε σαν άνθρωπος μέσα σ' αυτό τον κόσμο, από αγάπη πήρε πάνω του τη διασπασμένη ανθρώπινη φύση μας και την έκανε δική του.
Από αγάπη ταυτίστηκε μ' όλη μας την απελπισία.
Από αγάπη πρόσφερε τον εαυτό του θυσία, διαλέγοντας στη Γεθσημανή να πάει εκούσια προς το Πάθος του: «...την μου τίθημι υπέρ των προβάτων... ουδείς αίρει αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ τίθημι αυτήν απ' εμαυτού» (Ιω. 10: 15,18).
Ήταν θεληματική αγάπη κι όχι καταναγκασμός αυτό που έφερε τον Ιησού στο θάνατό του. Στην αγωνία του μέσα στον κήπο και στη Σταύρωσή του οι σκοτεινές δυνάμεις του επιτίθενται μ' όλη τους την ορμή, αλλά δεν μπορούν ν' αλλάξουν τη συμπόνια του σε μίσος· δεν μπορούν να εμποδίσουν την αγάπη του να συνεχίσει να είναι η ίδια. Η αγάπη του δοκιμάζεται ως το έσχατο σημείο, αλλά δεν καταπνίγεται. «Το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. 1,5. Στη νίκη του Χριστού πάνω στο Σταυρό θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν από κάποιο Ρώσο ιερέα, όταν απελευθερώθηκε από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ο πόνος έχει καταστρέψει τα πάντα. Ένα μόνο πράγμα έχει μείνει σταθερό, η αγάπη».
Ο Σταυρός σαν νίκη μας θέτει το παράδοξο της παντοδυναμίας της αγάπης. Ο Dostoevsky πλησιάζει την αληθινή έννοια της νίκης του Χριστού με μερικά λόγια, που βάζει στο στόμα του στάρετς Ζωσιμά:
Μπροστά σε μερικές σκέψεις ο άνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ιδίως μπροστά στη θέα της ανθρώπινης αμαρτίας, και αναρωτιέται αν θα την πολεμήσει με βία ή με ταπεινή αγάπη.
Πάντα ν' αποφασίζεις: «Θα την πολεμήσω με ταπεινή αγάπη» . Αν αποφασίσεις πάνω σ' αυτό μια για πάντα, μπορείς να κατακτήσεις ολόκληρο τον κόσμο. Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη: είναι το πιο δυνατό απ' όλα τα πράγματα και δεν υπάρχει τίποτε άλλο σαν κι αυτή.
Η γεμάτη αγάπη ταπείνωση είναι μια τρομερή δύναμη· όποτε θυσιάζουμε κάτι ή υποφέρουμε όχι μ' αίσθηση επαναστατικής πίκρας, αλλά με τη θέλησή μας και από αγάπη, αυτό μας κάνει πιο δυνατούς κι όχι πιο αδύνατους. Αυτό σημαίνει προπάντων στην περίπτωση του Ιησού Χριστού. «Η αδυναμία του ήταν από δύναμη», λέει ο άγ. Αυγουστίνος. Η δύναμη του Θεού φαίνεται όχι τόσο πολύ μέσα στη δημιουργία του κόσμου ή μέσα στα θαύματά του, όσο στο γεγονός ότι από αγάπη ο Θεός «εκένωσεν εαυτόν» (Φιλ. 2,7), πρόσφερε τον εαυτό του, με γενναιόδωρη αυτοδιάθεση, με τη δική του ελεύθερη εκλογή συγκατανεύοντας να υποφέρει και να πεθάνει. Κι αυτό το άδειασμα του εαυτού είναι συνάμα μία πλήρωση: η κένωση είναι πλήρωση. Ο Θεός δεν είναι ποτέ τόσο δυνατός, όσο όταν βρίσκεται στην έσχατη αδυναμία.
Η αγάπη και το μίσος δεν είναι απλώς υποκειμενικά συναισθήματα που επηρεάζουν το εσωτερικό σύμπαν αυτών που τα αισθάνονται, αλλά είναι και αντικειμενικές δυνάμεις που αλλάζουν τον κόσμο έξω από μας. Αγαπώντας ή μισώντας τον άλλο, τον κάνω, ως ένα σημείο, να γίνει αυτό που εγώ βλέπω μέσα του. Όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά και για τις ζωές όλων γύρω μου, η αγάπη μου είναι δημιουργική, έτσι όπως το μίσος μου είναι καταστροφικό. Κι αν αυτό αληθεύει για τη δική μου αγάπη, αληθεύει σε ασύγκριτα μεγαλύτερη έκταση για την αγάπη του Χριστού.
Η νίκη της γεμάτης πόνο αγάπης του πάνω στο Σταυρό δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα για μένα που μου δείχνει τι θα μπορούσα να πετύχω εγώ ο ίδιος αν μπορούσα να τον μιμηθώ με τις δικές μου δυνάμεις. Πολύ περισσότερο απ' αυτό, η πονεμένη του αγάπη έχει πάνω μου ένα δημιουργικό αποτέλεσμα, μεταμορφώνοντας την καρδιά μου και τη θέλησή μου, ελευθερώνοντάς με από τα δεσμά, ολοκληρώνοντάς με, κάνοντας δυνατό για μένα ν' αγαπώ μ' ένα τρόπο που θα ήταν τελείως περ' από τις δυνάμεις μου, αν πρώτα δεν ειχ' αγαπηθεί απ' αυτόν. Γιατί μέσα στην αγάπη ταυτίστηκε μαζί μου· και η νίκη του είναι νίκη μου. Κι έτσι ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό είναι πράγματι, όπως τον περιγράφει η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ένας «ζωοποιός θάνατος».
Επομένως η οδύνη του Χριστού και ο θάνατος έχουν αντικειμενική αξία· έκανε για μας κάτι που θα ήμασταν τελείως ανίκανοι να κάνουμε δίχως αυτόν. Ταυτόχρονα δεν θα έπρεπε να λέμε ότι ο Χριστός υπέφερε «αντί για μας», αλλ' ότι υπέφερε για χάρη μα ς. Ο Υιός του Θεού υπέφερε «έως θανάτου», όχι για ν' απαλλαγούμε εμείς απ' την οδύνη, αλλά για να είναι η οδύνη μας σαν τη δική του. Ο Χριστός δεν μας προσφέρει ένα δρόμο που παρακάμπτει την οδύνη, αλλά ένα δρόμο μέσα απ' αυτήν· όχι υποκατάσταση, αλλά λυτρωτική συμπόρευση.
Αυτή είναι η αξία του Σταυρού του Χριστού για μας. Αν τη συνδέσουμε με την Ενσάρκωση και τη Μεταμόρφωση που προηγήθηκε, και με την Ανάσταση που την ακολουθεί -γιατί όλ' αυτά είναι αχώριστα μέρη μιας μοναδικής πράξης ή «δράματος»- η Σταύρωση πρέπει να κατανοηθεί σαν ύψιστη και τέλεια νίκη, θυσία και πρότυπο. Και σε κάθε περίπτωση η νίκη, η θυσία και το πρότυπο είναι της αγάπης που πάσχει.
Έτσι βλέπουμε το Σταυρό:
την τέλεια νίκη της ταπείνωσης που ξέρει ν' αγαπάει πάνω στο μίσος και το φόβο·
την τελεία θυσία ή την εκούσια αυτοπροσφορά της συμπόνιας που ξέρει ν'αγαπάει·
το τέλειο πρότυπο της δημιουργικής δύναμης της αγάπης.
Με τα λόγια της Julian του Norwich:
Θα’ θελες να μάθεις το νόημα του Κυρίου σου πάνω σ' αυτό το πράγμα; Μάθε το καλά: Η αγάπη ήταν το νόημά του. Ποιος στο έδειξε; Η αγάπη. Τι σου έδειξε εκείνος; Αγάπη. Γιατί στο έδειξε; Από αγάπη. Κρατήσου απ' αυτό και θα μάθεις περισσότερα. Αλλά ποτέ δεν θα ξέρεις ούτε θα μάθεις μέσα σ' αυτό τίποτ' άλλο.
Τότε είπε ο καλός μας Κύριος Ιησούς Χριστός: Είσαι ευχαριστημένος που υπέφερα για σένα; Είπα: Ναι, Κύριέ μου, σ' ευχαριστώ· ναι, Κύριέ μου, ας είσαι ευλογημένος. Τότε είπε ο Ιησούς, ο Κύριος: Αν εσύ είσαι ευχαριστημένος, είμαι κι εγώ ευχαριστημένος: είναι μια χαρά, μια ευδαιμονία, μια ατέλειωτη ικανοποίηση για μένα το ότι κάτι υπέφερα για σένα· κι αν μπορούσα να υποφέρω περισσότερο, θα υπέφερα περισσότερο.
Πηγή: http://www.xfe.gr

Εις τον Ληστήν - «Μνήσθητί μου Κύριε ...», του Κων. Γ. Ποντίκη,


Εις τον Ληστήν
«Μνήσθητί μου Κύριε ...»
του Κων. Γ. Ποντίκη (+)
Από το περιοδικό «Σύνδεσμος», τεύχος 458 Απρίλιος 2011
Θα ακούσουμε και εφέτος άλλη μία φορά τον ληστή να ζητά και να παίρνει συγχώρηση επί του σταυρού, και πολλές σκέψεις θα περάσουν από το μυαλό μας σχετικά με το «τίς δύναται σωθήναι;».
Στο γεγονός αυτό ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αφιέρωσε δύο ομιλίες του. Πολλοί έχουν γράψει πολλά για αύτη την απροσδόκητη μεταστροφή του ληστή αλλά και το αίσιο τέλος της.
Υπάρχουν δύο οπτικές γωνίες από τις όποιες μπορεί να δει κανείς το γεγονός. Από την μία βλέπουν μερικοί τον άνθρωπο πού δεν έχει τίποτε να φοβηθεί ούτε να χάσει και λέει αυτό πού εκείνη τη στιγμή πιστεύει. Υπάρχει άλλωστε μία ρήση σοφή "κανένας δεν φοβάται μήπως χάσει κάτι πού δεν έχει" και ο ληστής δεν είχε τίποτε, ούτε καν ζωή αφού πέθαινε... Ενώ σου λένε ο Πέτρος φοβήθηκε για τη ζωή του και τον αρνήθηκε ακόμα και μπροστά σε μια παιδούλα... Αν όμως είναι έτσι, τότε γιατί δεν έκανε το ίδιο και ο άλλος ληστής; Φαίνεται ότι κάτι άλλο συνέβη.
Ο Ιερός Χρυσόστομος βλέπει τελείως διαφορετικά το γεγονός. Είναι η άλλη οπτική γωνία, και εμβαθύνει περισσότερον. Ας καταδυθούμε λοιπόν μαζί του, να δούμε το βάθος και το πλάτος της ψυχής του ανθρώπου αυτού.
Ο ληστής δεν είπε έτσι απλά και σε στιγμή συναισθηματικής φόρτισης εκείνο το "Μνήσθητί μου", όπως πολλές φορές το λέμε από συνήθεια εμείς οι υποτιθέμενοι Χριστιανοί. Όπως το είπε και ο Κολοκοτρώνης όταν άκουσε την απόφαση του δικαστηρίου "εις θάνατον" και λένε ότι μουρμούρισε το Μνήσθητί μου Κύριε... πού σήμερα έχει λίγο αλλάξει απόχρωση. Μερικοί μάλιστα νομίζουμε ότι μιας και ολόκληρο ληστή συγχώρησε ο Κύριος μας με ένα Μνήσθητι, γιατί δεν θά συγχωρήσει και εμάς πού δεν είμαστε δα και ληστές και είμαστε και βαπτισμένοι... Ναι αλλά δεν συγχωρήθηκε παρά μόνο ο ένας Ληστής όχι και ο άλλος... Γιατί;
Αν δούμε το περιστατικό με το εταστικό βλέμμα του Αγίου, θά δούμε πόσο διαφορετικό είναι το γεγονός. Το "μνήσθητι" είναι το τέλος μιας σειράς άλλων γεγονότων.
Αμφότεροι είναι ληστές. Αμφότεροι είναι πλήρεις πονηρίας και ανομίας. Αμφότεροι λοιδορούσαν τον Συσταυρωμένο τους Κύριο, (και οι συσταυρωθέντες ονείδιζον αυτόν... γράφει ο Ευαγγελιστής), όμως σε μια στιγμή ο ένας (ο Δυμάν κατά τα απόκρυφα ευαγγέλια) διαφοροποιείται. Συναισθάνεται ότι αυτός πού λοιδορούν δεν έχει σχέση με αυτούς δεν είναι σαν αυτούς και λέει στον άλλον: "Ουδέ φοβή συ τον Θεόν;" Δεν φοβάσαι τον Θεόν; " Και ημείς μεν δικαίως· αξία ων επράξαμεν απολαμβάνομεν ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξεν". Κανένας δεν ανάγκασε το ληστή ούτε τον βίασε να κάνει αυτή την ομολογία. Η πρώτη φράση "ουδέ φοβή" δείχνει ότι ο ληστής νοιώθει ενοχή ενώπιον του Θεού για τον βίον του. Όμως δεν σταματά εδώ, προχωρεί "Ημείς δικαίως· αξία ων επράξαμεν απολαμβάνομεν". Με την φράση αύτη δείχνεται όχι απλώς μια μετάνοια αλλά μια δημόσια ειλικρινής και ευθαρσής και απηρτισμένη με παρρησία ομολογία και εξομολόγηση των αμαρτιών του. Πράξαμε αδικίες και δίκαια μας τιμωρούν. Προχωρεί όμως ακόμα περισσότερο "Ούτος ουδέν άτοπον έπραξε". Και με αύτη την έκφραση αναγνωρίζει την αθωότητα και αγιότητα του Χριστού. Και μόνον τότε λέει ο Άγιος Ιεράρχης καθαρισμένος από τον ρύπο των αμαρτιών δια της δημοσίας εξομολογήσεως και έχοντας ομολογήσει την αγιότητα και αθωότητα του Χριστού, μόνο τότε αφού ομολόγησε από κει πάνω από το ύψος του σταυρού την αθωότητα του Κυρίου, τότε στρέφεται προς τον Κύριον και τον ικετεύει και λέει αυτό το συνταρακτικό για τα αποτελέσματα του " Μνήσθητί μου εν τη Βασιλεία Σου", πού είναι μια νέα ομολογία του ότι τον αναγνωρίζει ως ουράνιο βασιλέα στη Βασιλεία του σύμπαντος Κόσμου.
Και παρατηρεί ο Ιερός πατήρ "Είδες παρρησίαν ληστού; Είδες ευλάβειαν; Ο Πέτρος ο κορυφαίος απόστολος τον αρνείται κάτω προ της απειλής μιας παιδίσκης, ενώ εκείνος άνω επί του σταυρού τον ομολογεί βασιλέα. Είδες μεγαλοψυχίαν ληστού; "ο Πέτρος" ουκ ήνεγκε κόρης ευτελούς απειλήν, ούτος δε ορών δήμον ολόκληρον μεμηνότα και περιεστώτα και βοώντα ουκ είδεν την ύβριν άλλ' επέγνω τον των ουρανών δεσπότην". Και με το μνήσθητί μου Κύριε: ΕΛΗΣΤΕΥΣΕ τον παράδεισον. Ήταν η τελευταία η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη ληστεία της ζωής του. Άλλα και ο έτερος μαθητής ο Ταμίας της δωδεκάδας των μαθητών ο Ιούδας αυτοπροαίρετα πηγαίνει στους Αρχιερείς και προτείνει "Τι μοι θέλετε δούναι καγώ παραδώσω υμίν"... Οποία φιλαργυρία, οποία προδοσία του διδασκάλου, ο όποιος λίγο πιο πριν είχε πλύνει και αυτού τους πόδας μαζί με τους άλλους και είχε καθίσει να συνδειπνήσει αλλά μόνος του απεχώρησε...
Δύο λοιπόν, καταλήγει ο άγιος πατήρ, κατορθώματα εποίησε ο Σωτήρ στο σταυρό "και τον παράδεισον ήνοιξε και τον ληστήν εισήγαγε".
"Είδες ληστήν και ληστήν;" Παρατηρεί. Ο μεν λοιδορεί και κατακτά την γέεναν του πυρός, ο δε τον εγκαλεί και δια της ομολογίας του ληστεύει την Βασιλείαν των ουρανών και μπαίνει πρώτος στον παράδεισο.
Εγώ γράφει ο Άγιος πατήρ, "ου μόνον θαυμάζεσθαι άξιον νομίζω αλλά και μακαρίζεσθαι αυτόν δικαίως αν είποιμι".
Εμείς σήμερα άραγε έχουμε την παρρησία και το σθένος του ληστού; Στη σύγχρονη εποχή μας, εποχή διαφθοράς (κατά κοινήν ομολογίαν) θα τολμήσουμε να διακηρύξουμε την πίστη μας στον εσταυρωμένο λυτρωτή μας ή ως άλλοι Πέτροι και Ιούδες θα υποστείλουμε τη σημαία του ακόμα και προ του μικρότερου πειρασμού; Μπροστά σε μια παιδίσκη ή μπροστά σε κάποιο σωρό ευρω-νομισμάτων;
Θα νοιώσουμε το μεγαλείο της θυσίας του; Όπου θύτης και θύμα Ιερεύς προσφέρων και δώρον προσφερόμενον είναι ο ίδιος Σωτήρας Θεός και άνθρωπος; Θα γίνουμε σαν τον ληστή κατήγοροι του εαυτού μας; Θα πούμε "εμείς δικαίως αξία ων επράξαμεν απολαμβάνουμε;" ή απλά θα νοιώσουμε κάποια αισθήματα συμπόνιας αλλά θα μείνουμε μόνο στην αναμονή του Πάσχα και στο λαμπριάτικο αρνί και τα κόκκινα αυγά, ενθυμούμενοι από τον Ιερό Χρυσόστομο μόνο κάποιες φράσεις από την ευχή με την οποία κλείνει η λειτουργία του Πάσχα δπως: "Απολαυέτω της λαμπράς πανηγύρεως και... η τράπεζα νέμει τρυφήσατε πάντες...;;;"

Ωσαννά, του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν,

του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

από το βιβλίο του «Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ,
Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας»,
Εκδ. Ακρίτας 1990.
Το Σάββατο του Λαζάρου, από λειτουργικής πλευράς, είναι τα προεόρτια της Κυριακής των Βαΐων – της Εισόδου του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα. Και οι δύο αυτές γιορτές έχουν ένα κοινό θέμα: το θρίαμβο και τη νίκη. Το Σάββατο του Λαζάρου αποκαλύπτει τον Εχθρό, δηλαδή το Θάνατο · η Κυριακή των Βαΐων προαναγγέλλει το νόημα
της νίκης ως θρίαμβο της Βασιλείας του Θεού και ως αποδοχή από τον κόσμο του μόνου Βασιλέως , του Ιησού Χριστού.
Σε όλη τη διάρκεια της επί γης ζωής του Ιησού Χριστού, η σεμνή είσοδός Του στην Αγία Πόλη ήταν το μόνο ορατό σημείο θριάμβου. Μέχρι αυτή τη μέρα ο Ιησούς έδειχνε επίμονη άρνηση σε κάθε περίπτωση θριάμβου και δόξας Του. Έξι μέρες όμως πριν το Πάσχα, όχι μόνο δέχτηκε να δοξαστεί, αλλά ο ίδιος προκάλεσε και οργάνωσε αυτή τη δόξα. Κάνοντας αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ζαχαρίας: «ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι… πραύς και επιβεβηπώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9), φανέρωσε ότι ήθελε να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας, Βασιλέας και Λυτρωτής του Ισραήλ.
Οι Ευαγγελικές περικοπές τονίζουν όλα αυτά τα μεσσιανικά στοιχεία, δηλαδή τους κλάδους των βαΐων και τα Ωσαννά, τις επευφημίες για τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Δαυίδ και Βασιλέας του Ισραήλ. Η ιστορία του Ισραήλ τώρα ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος της, αυτό εξ άλλου είναι και το νόημα αυτού του γεγονότος, της αγγελίας της Βασιλείας του Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτής της ιστορίας έπρεπε να αναγγελθεί και να προετοιμαστεί η Βασιλεία του Θεού, η έλευση του Μεσσία. Και τώρα εκπληρώθηκε, γιατί ο Βασιλέας εισέρχεται στην Αγία Πόλη Του και όλες οι προφητείες και o ι προσδοκίες βρίσκουν την εκπλήρωση τους στο Πρόσωπο Του. Ο Χριστός εγκαθιστά τη Βασιλεία Του επί της γης.
Την Κυριακή των Βαΐων θυμόμαστε και τιμάμε αυτό το μέγιστο γεγονός. Κρατώντας κλάδους βαΐων ταυτιζόμαστε με το λαό της Ιερουσαλήμ . Μαζί τους χαιρετίζουμε τον ταπεινό Κύριο και Βασιλέα ψέλνοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Άραγε ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών σήμερα για μας;
Πρώτα-πρώτα είναι η ομολογία μας ότι ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριός μας. Πολύ συχνά, στην καθημερινή ζωή μας, ξεχνάμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκατασταθεί στη γη και ότι την ημέρα της βαπτίσεώς μας γίναμε πολίτες αυτής της Βασιλείας και υποσχεθήκαμε η αφοσίωση και η πίστη μας σ’ αυτή να είναι πάνω από κάθε άλλη πίστη μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χριστός για λίγες ώρες ήταν πραγματικά ο Βασιλέας πάνω στη γη, σ’ αυτό τον κόσμο το δικό μας – για λίγες μόνο ώρες και σε μια συγκεκριμένη πόλη. Αλλά, όπως στο πρόσωπο του Λαζάρου αναγνωρίσαμε την εικόνα του καθενός από μας, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, έτσι και σ’ αυτή την πόλη (την Ιερουσαλήμ) αναγνωρίζουμε το μυστηριακό κέντρο όλου του κόσμου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το βιβλικό νόημα της πόλης Ιερουσαλήμ, είναι δηλαδή το εστιακό σημείο όλης της ιστορίας της σωτηρίας και του λυτρωμού, είναι η Αγία Πόλη της έλευσης του θεού στη γη. Έτσι λοιπόν η Βασιλεία που εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ είναι μια παγκόσμια Βασιλεία που αγκαλιάζει καθολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία… Για λίγες ώρες – όμως αυτές οι ώρες ήταν πολύ αποφασιστικός χρόνος – φάνηκε επί της γης η τελική «ώρα του Ιησού», η ώρα της εκπλήρωσης από τον Θεό όλων των υποσχέσεων Του, όλων των αποφάσεων Του. Έφτασε στο τέλος όλη η προπαρασκευαστική πορεία που είχε αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή· ήρθε το τέλος όλων όσων ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο. Έτσι αυτή η σύντομη ώρα του επί γης θριάμβου του Χριστού αποκτάει ένα αιώνιο νόημα. Εισάγει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας στο δικό μας χρόνο, στις δικές μας ώρες. Αυτή η Βασιλεία δίνει το νόημα στο χρόνο και γίνεται ο απώτερος, ο αιώνιος σκοπός του. Η Βασιλεία του Θεού αποκαλύφθηκε στον κόσμο τούτο και αυτή την ώρα· η παρουσία της κρίνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ιστορία.
Όταν, σε κάποια στιγμή της ακολουθίας, την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε από τον ιερέα έναν κλάδο βαΐων, ανανεώνουμε τον όρκο στον Βασιλέα μας, ομολογούμε ότι η Βασιλεία Του δίνει τελικό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας. Ομολογούμε ότι το καθετί στη ζωή μας και στον κόσμο ανήκει στον Χριστό και τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μοναδικό, αληθινό Κτήτορά του, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της ζωής όπου Εκείνος δεν κυβερνά, δεν σώζει, δεν λυτρώνει. Διακηρύττουμε την παγκόσμια, την καθολική ευθύνη της Εκκλησίας για την ανθρώπινη ιστορία και επιβεβαιώνουμε την παγκόσμια αποστολή της.
Ξέρουμε, βέβαια, ότι ο Βασιλέας τον οποίο οι Ιουδαίοι ζητωκραύγαζαν τότε και τον οποίο εμείς σήμερα επιδοκιμάζουμε, βρίσκεται στο δρόμο προς το Γολγοθά, προς το Σταυρό και τον τάφο. Ξέρουμε, επίσης, πως αυτός ο σύντομος θρίαμβος δεν είναι παρά ο πρόλογος της θυσίας Του. Τα κλαδιά στα χέρια μας επιβεβαιώνουν την ετοιμότητα μας και τη διάθεση μας να Τον ακολουθήσουμε σ’ αυτό το δρόμο της θυσίας, και ότι αποδεχόμαστε τη θυσία και την αυταπάρνηση σαν τη μόνη βασιλική οδό προς τη θεία Βασιλεία. Τελικά αυτοί οι κλάδοι και η όλη γιορτή φανερώνουν την πίστη μας στην τελική νίκη του Χριστού.
Η Βασιλεία του Θεού όμως είναι ακόμα κρυμμένη, ο κόσμος την αγνοεί και ζει σήμερα σαν να μην έχουν συμβεί όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Σαν να μην έχει πεθάνει ατό Σταυρό και να μην έχει αναστηθεί ο Θεάνθρωπος. Εμείς όμως οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ερχόμενη Βασιλεία στην όποια ο Θεός είναι «ο τα πάντα πληρών» και ο Χριστός είναι ο μόνος Βασιλέας.
Στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας θυμόμαστε τα γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά όλο το νόημα και η δύναμη της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπει την ανάμνηση σε παρόν, σε παρούσα πραγματικότητα. Την Κυριακή των Βαΐων αυτή η πραγματικότητα είναι η συμμετοχή μας στα γεγονότα, η ανταπόκριση μας σ’ αυτά, η ίδια η Βασιλεία του θεού. Ο Χριστός δεν μπαίνει πια στα Ιεροσόλυμα θριαμβευτής. Το έκανε μια φορά και για πάντα. Και δεν χρειάζεται πια «σύμβολα», γιατί δεν πέθανε στο Σταυρό για να μπορούμε εμείς αιώνια να «συμβολίζουμε» τη ζωή Του. Αλλά ζητάει από μας μια πραγματική, ειλικρινή αποδοχή της Βασιλείας που μας έφερε…
Αν δεν είμαστε έτοιμοι να κρατήσουμε την ιερή υπόσχεση που δώσαμε με το βάπτισμα μας και που ανανεώνουμε κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων, αν δεν επιμένουμε να κάνουμε τη Βασιλεία του θεού κανόνα όλης της ζωής μας, μάταια γιορτάζουμε τούτη τη γιορτή και οι κλάδοι των βαΐων που παίρνουμε από την Εκκλησία για το σπίτι μας δεν έχουν κανένα νόημα, είναι άχρηστοι.
imconstantias.org.cy

Η Είσοδος του Κυρίου στη μοναξιά, του Μητροπολίτου Σουρόζ Antony Bloom,


Η Είσοδος του Κυρίου στη μοναξιά
του Μητροπολίτου Σουρόζ Antony Bloom
από το βιβλίο του «Στο φως της Κρίσης του Θεού, Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση», Εκδ. Εν πλώ, Φεβρουάριος 2009, σ. 135-140
Σήμερα ο Χριστός εισέρχεται στο μονοπάτι της οδύνης Του αλλά και της φοβερής εκείνης μοναξιάς που θα τον περιβάλλει καθ’ όλη την εβδομάδα των Παθών. Η μοναξιά αρχίζει με μια παρεξήγηση: ο λαός περιμένει ότι η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα θα είναι η θριαμβευτική διέλευση ενός πολιτικού αρχηγού, ενός ηγέτη που θα ελευθερώσει το λαό του από την καταπίεση και τη δουλεία, από αυτό που εκείνοι θεωρούν ως «α-θεΐα» – καθώς η λατρεία των ειδώλων αποτελεί την άρνηση του ζώντος Θεού. Η μοναξιά θα γίνει ακόμη βαρύτερη, όταν ούτε οι μαθητές Του θα είναι σε θέση να Τον κατανοήσουν. Όταν κατά το Μυστικό Δείπνο, ο Χριστός θα τους μιλήσει για τελευταία φορά, εκείνοι θα αμφιβάλλουν διαρκώς για το ακριβές νόημα των λόγων του. Και αργότερα, όταν θα μπει στον Κήπο της Γεθσημανή λίγο πριν από το φρικτό θάνατο που πρόκειται να αντιμετωπίσει, οι πιο έμπιστοι μαθητές Του, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, θλιμμένοι, κουρασμένοι και χωρίς ελπίδα, θα αφεθούν να αποκοιμηθούν. Το αποκορύφωμα της μοναξιάς θα είναι η κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: « Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες». Εγκαταλειμμένος από τους ανθρώπους, απορριμένος από το λαό του Ισραήλ, είναι τώρα αντιμέτωπος με τη ακραία ερημιά και πεθαίνει χωρίς Θεό, χωρίς ανθρώπους, μόνος, με μόνη την αγάπη Του για τον Θεό και την αγάπη Του για το γένος των ανθρώπων· πεθαίνει για χάρη του και για τη δόξα του Θεού.
Η σημερινή θριαμβευτική Του είσοδος είναι και η αρχή του Πάθους Του. Ο κόσμος περίμενε αρχηγό και βασιλιά και βρίσκει το Σωτήρα των ψυχών τους. Τίποτε δεν χολώνει τον άνθρωπο τόσο πολύ όσο η ελπίδα που χάθηκε, που διαψεύσθηκε· κι αυτό εξηγεί γιατί οι άνθρωποι που μπόρεσαν να τον υποδεχθούν με τόση θέρμη, εκείνοι που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της ανάστασης του Λαζάρου και είχαν δει τα θαύματά Του, εκείνοι που είχαν ακούσει τη διδασκαλία Του και θαύμαζαν την κάθε Του λέξη όντες έτοιμοι να γίνουν μαθητές Του τον «καλό» καιρό, απομακρύνθηκαν από κοντά Του την ώρα του πάθους και του γύρισαν την πλάτη· λίγες ημέρες δε μετά φώναξαν «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν». Κι Εκείνος πέρασε όλες αυτές τις μέρες μόνος, γνωρίζοντας τι Τον περίμενε, εγκαταλειμμένος από όλους εκτός από τη Μητέρα Του, που παράστεκε σιωπηλά, όπως είχε κάνει σε όλη τη ζωή Της, μετέχοντας στην τραγική άνοδό Του στο Σταυρό· Εκείνη που είχε δεχθεί τον Ευαγγελισμό, το ευφρόσυνο νέο, αλλά και που είχε εν σιωπή ακούσει την προφητεία του Συμεών για τη ρομφαία που θα διαπερνούσε τη μητρική Της καρδιά.
Τις μέρες που έρχονται, δεν θα θυμηθούμε απλώς, αλλά θα παρασταθούμε στο Πάθος του Χριστού. Θα είμαστε μέρος του πλήθους που θα περικυκλώσει τον Χριστό, τους Μαθητές και τη Θεοτόκο. Καθώς θα ακούμε τα αναγνώσματα, καθώς θα παρακολουθούμε τις Ευχές της Εκκλησίας, καθώς οι εικόνες του Πάθους θα διαδέχονται η μία την άλλη μπροστά στα μάτια μας, ας θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: « Μέσα σ’ αυτό το πλήθος, πού βρίσκομαι εγώ, ποιός είμαι; Ένας Φαρισαίος; Ένας Γραμματέας; Ένας προδότης; Ένας δειλός; Ποιός; Ή μήπως στέκομαι ανάμεσα στους Αποστόλους;»… Μα και αυτούς τους κατέβαλε ο φόβος. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές, ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης αποκοιμήθηκαν την ώρα ακριβώς που ο Χριστός είχε ανάγκη από την ανθρώπινη αγάπη και υποστήριξη· οι άλλοι μαθητές τό ‘βαλαν στα πόδια· κανείς δεν έμεινε εκτός από τον Ιωάννη και τη Θεοτόκο, εκείνους που ήταν δεμένοι μαζί Του μ’ εκείνο το είδος της αγάπης που δεν γνωρίζει κανένα φόβο και είναι έτοιμη να μοιραστεί οτιδήποτε.
Ας ρωτήσουμε για άλλη μια φορά τον εαυτό μας ποιοι είμαστε και ποια είναι η θέση μας μέσα σ’ αυτό το πλήθος. Είμαστε με την ελπίδα ή με την απόγνωση, με τί; Και αν είμαστε με την αδιαφορία, τότε είμαστε κι εμείς μέρος του τρομακτικού πλήθους που περικύκλωνε τον Χριστό, που τον ακολουθούσε και τον άκουγε, αλλά μετά έφευγε· όπως θα φύγουμε κι εμείς από το ναό. Ο Εσταυρωμένος θα υψωθεί εδώ τη Μ. Πέμπτη κι εμείς θα διαβάζουμε το Ευαγγέλιο για το Σταυρό και τή Σταύρωση και το θάνατο – και μετά, τί; Ο Σταυρός θα συνεχίσει να στέκεται εδώ, αλλά εμείς θα πάμε να ξεκουραστούμε, θα πάμε σπίτι να φάμε, να κοιμηθούμε, να ετοιμαστούμε για τα έργα της επομένης. Την ίδια ώρα, ο Χριστός θα είναι στο Σταυρό, θα είναι στον τάφο. Πόσο φοβερό είναι να είμαστε ανήμποροι κι εμείς, όπως τότε οι μαθητές, να περάσουμε έστω μία μέρα, μία ώρα μαζί Του! Ας το σκεφθούμε, κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, τουλάχιστον ας αναγνωρίσουμε ποιοι είμαστε και πού βρισκόμαστε, και την τελική ώρα ας στραφούμε προς Αυτόν με την κραυγή, την έκκληση του ληστή: « Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου».

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,


Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα
του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Από το βιβλίο «Καιρός Μετανοίας»
«Την άλλη μέρα, το μεγάλο πλήθος που είχε έρθει για τη γιορτή του Πάσχα, όταν άκουσαν ότι έρχεται ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, πήραν κλαδιά φοινικιάς, και βγήκαν από την πόλη να τον προϋπαντήσουν, και κραύγαζαν: «Δόξα στο Θεό! Ευλογημένος αυτός που έρχεται σταλμένος από τον Κύριο! Ευλογημένος ο βασιλιάς του Ισραήλ»(Ιωάν. ιβ, 12-13). Την επόμενη μέρα του δείπνου της Βηθανίας, ο Κύριος ξεκίνησε για τα Ιεροσόλυμα, την πόλη που θανάτωσε τους προφήτες.
Η Ιερουσαλήμ δεν ήταν τόπος όπου κατοικούσαν μόνο οι στενόμυαλοι φαρισαίοι, οι αλαζόνες γραμματείς και οι θεομίσητοι αρχιερείς. Ήταν και μια μυρμηγκοφωλιά της ανθρωπότητας. Ήταν ένας τεράστιος τόπος όπου μαζεύονταν απ’ όλα τα μέρη προσκυνητές, καθώς και αφοσιωμένοι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες. Την εποχή του Πάσχα η Ιερουσαλήμ είχε τόσους κατοίκους όσους περίπου και η Ρώμη, που τότε ήταν πρωτεύουσα του κόσμου. Αυτό το τεράστιο πλήθος ανθρώπων συγκεντρωνόταν στην Ιερουσαλήμ για να πλησιάσει περισσότερο το Θεό. Την ημέρα αυτή είχαν την αντίληψη κάποιας μυστηριώδους προσέγγισης του Θεού και στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού είδαν τον από πολλού αναμενόμενο Βασιλιά του Οίκου Δαβίδ. Έτσι, σαν είδαν τον Κύριο να κατεβαίνει από το Όρος των Ελαιών, oι άνθρωποι αυτοί έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν. Μερικοί έστρωσαν τα ρούχα τους στο δρόμο μπροστά Του, άλλοι έκοβαν κλαδιά από τις φοινικιές και μ’ αυτά στόλιζαν το δρόμο. Όλοι τους έκραζαν με χαρά: «Δόξα στον Υιό του Δαβίδ· ευλογημένος και δοξασμένος να είναι Εκείνος που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ο Βασιλιάς του Ισραήλ».
Οι άνθρωποι πίστευαν πως ο Θεός θα έκανε κάποιο θαύμα που θ’ άλλαζε την αφόρητη κατάστασή τους. Κι αυτό παρά τη σιδερένια γροθιά της Ρώμης που τους δυνάστευε και σε πείσμα της διαφθοράς και της μικροψυχίας των πρεσβυτέρων. Ένιωθαν πως η πηγή του θαύματος ήταν ο Ιησούς Χριστός και γι’ αυτό του επιφύλαξαν τέτοια υποδοχή. Το πώς θ’ αντιδρούσε ο ίδιος στην θεμελιακή αυτή μεταβολή της ροής των γεγονότων, ο κόσμος δεν το ήξερε. Είχαν μάθει να περιμένουν έναν μόνο αποτελεσματικό τρόπο. Κι αυτός ήταν η βοήθεια κάποιου βασιλιά από τον οίκο Δαβίδ, που θα βασίλευε στην Ιερουσαλήμ, στο θρόνο του Δαβίδ. Οι άνθρωποι είδαν έτσι τον Ιησού σαν βασιλιά και τον υποδέχτηκαν με χαρά κι ελπίδα. Πίστεψαν πως τώρα θα βασιλέψει στην Ιερουσαλήμ και θ’ αντισταθεί τόσο στη Ρώμη όσο και στην εξουσία της Ιερουσαλήμ των ημερών εκείνων.
Η πεποίθηση αυτή των ανθρώπων όμως προκάλεσε φόβο στους φαρισαίους. Η χαρά του κόσμου ξεσήκωσε την οργή τους. Μερικοί απ’ αυτούς ειδοποίησαν το Χριστό να τους σταματήσει από τις επευφημίες αυτές. Ο ταπεινός Κύριος όμως, που γνώριζε πως η δύναμη Του ήταν ακαταμάχητη, τους απάντησε: «Σας λέγω , ότι εάν αυτοί σιωπήσουν, θα φωνάξουν οι πέτρες» (Λουκά. ιθ’, 40). Αυτή είναι η απάντηση του βασιλιά των βασιλιάδων, που ήταν ντυμένος σαν φτωχός άνθρωπος και καβαλούσε ένα γαϊδουράκι, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής:
Ο Ιησούς είχε βρει ένα γαϊδουράκι και κάθισε πάνω του, όπως λέει η Γραφή: «Μη φοβάσαι θυγατέρα μου, πόλη Σιών· να που έρχεται σ’ εσένα ο βασιλιάς σου, σε γαϊδουράκι πάνω καθισμένος» (Ιωάν. ιβ’,14-15). Οι άλλοι ευαγγελιστές περιγράφουν με λεπτομέρειες πως ο Κύριος, που ήταν φτωχός και δεν είχε τίποτα στη κατοχή Του, απόκτησε γαϊδουράκι. Γι’ αυτό κι ο ευαγγελιστής Ιωάννης το προσπερνάει αυτό, με τη σιγουριά πως είναι γνωστό, και λέει μόνο πως βρήκε ένα γαϊδουράκι. Ο Λουκάς, που είναι ο πιο περιγραφικός από τους ευαγγελιστές, διηγείται τη θαυματουργική προορατικότητα του Χρίστου στον τρόπο που βρήκε το γαϊδουράκι: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και, μόλις μπείτε σ’ αυτό, θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, στο οποίο κανένας άνθρωπος ως τώρα δεν κάθισε. Λύστε το και φέρτε το» (Λουκά. ιθ. 30).
Οι μαθητές Του ξεκίνησαν να εκτελέσουν την εντολή Του και τα βρήκαν όλα όπως τους τα είπε. Μαζί με το ονάριο ήταν κι η μητέρα του. Γιατί ο Κύριος δεν ανέβηκε στη μητέρα του οναρίου αλλά στο μικρό πουλάρι της, όπου κανένας δεν είχε ανεβεί ως τότε; Γιατί η μητέρα δε θ’ άφηνε κάποιον ν’ ανεβεί πάνω της ή να την οδηγήσει. Η μητέρα του γαϊδάρου αντιπροσωπεύει τον ισραηλιτικό λαό και το μικρό γαϊδουράκι τον ειδωλολατρικό κόσμο. Αυτή την ερμηνεία δίνουν οι άγιοι πατέρες και η ερμηνεία τους είναι αναμφίβολα σωστή. Ο Ισραήλ θ’ αρνηθεί το Χριστό, ενώ οι ειδωλολάτρες θα τον δεχτούν. Οι περισσότεροι από τους ειδωλολάτρες θα γίνουν φορείς του Χριστού ανά τους αιώνες και θα μπουν μαζί Του στην άνω Ιερουσαλήμ, στη Βασιλεία των Ουρανών.
«Αυτά στην αρχή δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του· όταν όμως ο Ιησούς ανυψώθηκε στη θεία δόξα, τότε τα θυμήθηκαν. Ό,τι είχε γράψει για κείνον η Γραφή, αυτά και του έκαναν» (Ιωάν. ιβ’,16). Γενικά οι μαθητές Του καταλάβαιναν πολύ λίγα απ’ όλα αυτά που συνέβαιναν στο Διδάσκαλό τους, ωσότου «τους φώτισε το νου» (Λουκά. κδ’45), ωσότου το Πνεύμα του Θεοί τους φώτισε με τις πύρινες γλώσσες. Μόνο τότε κατάλαβαν και θυμήθηκαν όλα αυτά που είχαν γίνει.
«Όλοι, λοιπόν, εκείνοι που ήταν μαζί με τον Ιησού, όταν φώναξε το Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε από τους νεκρούς, διηγούνταν όσα είχαν δει» (Ιωάν. ιβ’,17-18).
Εδώ αναφέρονται δύο ομάδες ανθρώπων: η μια ομάδα ήταν εκείνοι που βρίσκονταν μπροστά στο θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου στη Βηθανία και το ομολογούσαν η άλλη ομάδα ήταν οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, οι επισκέπτες, που είχαν ακούσει από τους πρώτους το θαύμα της νεκρανάστασης του Λαζάρου. Οι πρώτοι ήταν μάρτυρες του θαύματος· οι δεύτεροι ήρθαν να συναντήσουν τον Ιησού, επειδή άκουσαν τη μαρτυρία των πρώτων. Την ώρα λοιπόν που ο καπνός από τις θυσίες ανέβαινε από το ναό του Σολομώντος· την ώρα που οι γραμματείς ερευνούσαν εξονυχιστικά το νόμο του Μωυσή· την ώρα που οι ασυγκίνητοι ιερείς ρύθμιζαν αλαζονικά το πρόγραμμα της γιορτής και οι πρεσβύτεροι του λαού προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να πείσουν τους προσκυνητές πως όλο αυτό το μεγάλο πλήθος είχε μαζευτεί εκεί για χάρη τους· την ώρα που οι Λευίτες μοίραζαν σχολαστικά το μερίδιο των θυσιών που τους ανήκε, οι απλοί άνθρωποι ακολουθούσαν το θαύμα και το Θαυματουργό.
Υπήρχαν μεγάλα κύματα ανθρώπων απ’ όλο τον κόσμο που είχαν γυρίσει την πλάτη τους στο ναό του Σολομώντος, στους ιερείς και σ’ εκείνους που έκαναν τις θυσίες, καθώς και σ’ ολόκληρο το μηχανισμό της κοινωνίας αγοράς που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Όλα αυτά τα κύματα των ανθρώπων τους είχαν στρέψει τα νώτα κι είχαν γυρίσει τα μάτια τους προς το Όρος των Ελαιών, απ’ όπου ερχόταν ο Θαυματουργός, ο Μεσσίας. Τί άξια είχαν οι νεκροί πύργοι της Ιερουσαλήμ με τους ζωντανούς νεκρούς μέσα τους, μπροστά στις πεινασμένες και διψασμένες ψυχές του λαού που αναζητούσαν ένα παράθυρο στους κλειστούς ουρανούς, για να δουν λίγο το ζωντανό Θεό; Κι οι δυό όψεις της υπερηφάνειας (εκείνης των Ρωμαίων και της άλλης των φαρισαίων) που είχαν κατακλύσει την Ιερουσαλήμ, ήταν αδύνατες να κάνουν έστω και μια τρίχα από άσπρη μαύρη. Και να, μπροστά τους κατέβαινε από το Όρος των Ελαιών Εκείνος που με τη φωνή Του κάλεσε από τον τάφο τον τετραήμερο Λάζαρο, τον ανάστησε και τον απάλλαξε από τη φθορά του θανάτου!
Αχ, πότε θ’ απομακρύνουμε και μείς το νου μας από τους υπερήφανους και ισχυρούς μηχανισμούς αυτού του κόσμου και θα τον στρέψουμε προς το ουράνιο Όρος, προς το Βασιλιά Χριστό; Πότε θ’ αναθέσουμε κάθε ελπίδα μας σ’ Εκείνον; Η ψυχή μας αναζητά το Νικητή της αμαρτίας και του θανάτου, προβλήματα που η οικουμένη ολόκληρη δεν μπορεί να ξεπεράσει από μόνη της. Νικητής είναι ο Χριστός. Η ψυχή μας πεινάει και διψά για τον ταπεινό μα ισχυρό Βασιλιά, που είναι ταπεινός στην ισχύ Του, ισχυρός στην ταπείνωσή Του. Η ψυχή μας πεινάει και διψάει για το Βασιλιά που είναι φίλος του καθενός από μας, για το Βασιλιά που η Βασιλεία Του είναι αιώνια και άπειρη, που η αγάπη Του για τον άνθρωπο είναι απροσμέτρητη. Τέτοιος Βασιλιάς είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός! Σ’ Εκείνον λοιπόν κραυγάζουμε όλοι μας: Ωσαννά! Ωσαννά!
Σ’ Εκείνον πρέπει η δόξα κι ο ύμνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εις την Κυριακήν των Βαΐων,


Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά
εις την Κυριακήν των Βαΐων
1. Σε καιρό ευνοίας σε επήκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σ' εβοήθησα», είπε ο Θεός δια του Ησαΐα (Ησ. 49, 8). Καλό λοιπόν είναι να ειπώ σήμερα το αποστολικό εκείνο προς την αγάπη σας· «Ιδού καιρός εύνοιας, ιδού ημέρα σωτηρίας· ας απορρίψωμε λοιπόν τα έργα του σκότους και ας εκτελέσωμε τα έργα του φωτός, ας περιπατήσωμε με σεμνότητα, σαν σε ημέρα» (Β΄ Κορ. 6,2· Ρωμ. 13,12). Διότι προσεγγίζει η ανάμνησις των σωτηριωδών παθημάτων του Χριστού και το νέο και μέγα και πνευματικό Πάσχα, το βραβείο της απαθείας, το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος.
Και το προκηρύσσει ο Λάζαρος που επανήλθε από τα βάραθρα του άδη, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς την τετάρτη ημέρα με μόνο τον λόγο και το πρόσταγμα του Θεού, που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, και προανυμνούν παιδιά και πλήθη λαού άκακα με την έμπνευση του θείου Πνεύματος αυτόν που λυτρώνει από τον θάνατο, που ανεβάζει τις ψυχές από τον άδη, που χαρίζει αΐδια ζωή στην ψυχή και το σώμα...
2. Αν λοιπόν κανείς θέλη ν' αγαπά τη ζωή, να ιδή αγαθές ημέρες, ας φυλάττη την γλώσσα του από κακό και τα χείλη του ας μη προφέρουν δόλο· ας εκκλίνη από το κακό και ας πράττη το αγαθό· (Πέτρ. 3, 10ε, Ψαλμ. 33, 13-15). Κακό λοιπόν είναι η γαστριμαργία, η μέθη και η ασωτία· κακό είναι η φιλαργυρία, η πλεονεξία και η αδικία· κακό είναι η κενοδοξία, η θρασύτης και η υπερηφάνεια. Ας αποφύγη λοιπόν ο καθένας τέτοια κακά και ας επιτελή τα αγαθά.
Ποιά είναι αυτά; Η εγκράτεια, η νηστεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η ελεημοσύνη, η μακροθυμία, η αγάπη, η ταπείνωσις. Ας επιτελούμε λοιπόν αυτά, για να μεταλάβωμε αξίως του θυσιασθέντος για χάρι μας αμνού του Θεού και ας λάβωμε από αυτόν τον αρραβώνα της αφθαρσίας για να τον φυλάξωμε κοντά μας σ' επιβεβαίωσι της υπεσχημένης προς εμάς κληρονομίας στους ουρανούς.
Αλλά είναι μήπως δυσκατόρθωτο το αγαθό και οι αρετές είναι δυσκολώτερες από τις κακίες; Εγώ πάντως δεν το βλέπω· διότι περισσοτέρους πόνους υφίσταται από εδώ ο μέθυσος και ο ακρατής από τον εγκρατή, ο ακόλαστος από τον σώφρονα, ο αγωνιζόμενος να πλουτήση από τον ζώντα με αυτάρκεια, αυτός που επιζητεί ν' αποκτήση δόξα από τον διαγοντα σε αφάνεια· αλλ' επειδή λόγω της ηδυπαθείας μας οι αρετές μάς φαίνονται δυσκολώτερες, ας βιάσωμε τους εαυτούς μας· διότι ο Κύριος λέγει «η βασιλεία του Θεού είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν» (Ματθ. 11, 12).
3. Χρειαζόμαστε λοιπόν όλοι προσπάθεια και προσοχή, ένδοξοι και άδοξοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, ώστε ν' απομακρύνωμε από την ψυχή μας τα πονηρά αυτά πάθη και αντί αυτών να εισαγάγωμε σ' αυτήν όλη τη σειρά των αρετών.
Πραγματικά ο γεωργός και ο σκυτοτόμος, ο οικοδόμος και ο ράπτης, ο υφαντής και γενικώς ο καθένας που εξασφαλίζει τη ζωή του με τους κόπους και την εργασία των χεριών του, εάν αποβάλουν από την ψυχή τους την επιθυμία του πλούτου και της δόξας και της τρυφής, θα είναι μακάριοι· διότι αυτοί είναι οι πτωχοί για τους οποίους προορίζεται η βασιλεία των ουρανών, και γι' αυτούς είπε ο Κύριος, «μακάριοι είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα» (Ματθ. 5, 3).
Πτωχοί δε κατά το πνεύμα είναι αυτοί που λόγω του ακαυχήτου και αφιλοδόξου και αφιληδόνου του πνεύματος, δηλαδή της ψυχής, ή έχουν εκουσίαν και την εξωτερική πτωχεία ή την βαστάζουν γενναίως, έστω και αν είναι ακουσία.
Αυτοί όμως που πλουτούν και ευημερούν και απολαύουν την πρόσκαιρη δόξα και γενικώς όσοι είναι επιθυμητοί αυτών των καταστάσεων θα περιπέσουν σε δεινότερα πάθη και θα εμπέσουν σε μεγαλύτερες, περισσότερες και δυσχερέστερες παγίδες του Διαβόλου· διότι αυτός που επλούτησε δεν αποβάλλει την επιθυμία του πλουτισμού, αλλά μάλλον την αυξάνει, ορεγόμενος περισσότερα από προηγουμένως.
Έτσι και ο φιλήδονος και ο φίλαρχος και ο άσωτος και ο ακόλαστος αυξάνουν μάλλον τις επιθυμίες των παρά τις αποβάλλουν. Οι δε άρχοντες και οι αξιωματούχοι προσλαμβάνουν και δύναμι, ώστε να εκτελούν αδικίες και αμαρτίες.
4. Γι' αυτό είναι δύσκολο να σωθή άρχων και να εισέλθη στη βασιλεία του Θεού πλούσιος. «Πώς», λέγει, «μπορείτε να πιστεύετε σ' εμένα λαμβάνοντας δόξα από τους ανθρώπους και μη ζητώντας την δόξα από τον Θεό μόνο» (Ιω. 5, 44); Αλλ' όποιος είναι εύπορος ή αξιωματούχος ή άρχων ας μη ταράσσεται· διότι μπορεί, αν θέλη, να ζήτηση τη δόξα του Θεού και να πιέση τον εαυτό του, ώστε ανακόπτοντας την προς τα χειρότερα ροπή να αναπτύξη μεγάλες αρετές και ν' απωθήση μεγάλες κακίες, όχι μόνο από τον εαυτό του, αλλά και από πολλούς άλλους που δεν θέλουν.
Μπορεί πραγματικά όχι μόνο να δικαιοπραγή και να σωφρονή, αλλά και αυτούς που θέλουν ν' αδικούν και ν' ακολασταίνουν να τους εμποδίζη ποικιλοτρόπως, και όχι μόνο να παρουσιάζεται ο ίδιος ευπειθής στο ευαγγέλιο του Χριστού και στους κήρυκές του, αλλά και τους θέλοντας ν' απειθούν να τους φέρη σε υποταγή στην Εκκλησία του Χριστού και στους προϊσταμένους της κατά Χριστόν, όχι μόνο δια της δυνάμεως και εξουσίας που έλαβε από τον Θεό, αλλά και με το να γίνεται τύπος στους υποδιεστέρους σε όλα τα αγαθά· διότι οι αρχόμενοι εξομοιούνται με τον άρχοντα.
5. Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια και βία και προσοχή σε όλους μεν, αλλ' όχι εξ ίσου. Σ' αυτούς που ευρίσκονται σε δόξα, πλούτο και εξουσία, καθώς και στους ασχολούμενους με τους λόγους και την απόκτηση της σοφίας, αν θα ήθελαν να σωθούν, χρειάζεται περισσότερη βία και προσπάθεια, επειδή από την φύσι τους είναι δυσπειθέστεροι. Αυτό μάλιστα γίνεται καταφανές και από τα ευαγγέλια του Χριστού που αναγνώσθηκαν χθες και σήμερα.
Πραγματικά, με το θαύμα που ετελέσθηκε στον Λάζαρο και παρέστησε ολοφάνερα ότι αυτός που το έκαμε είναι Θεός οι μεν άνθρωποι του λαού επείσθηκαν και επίστευσαν οι δε τότε άρχοντες, δηλαδή οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τόσο αμετάπειστοι έμειναν, ώστε να εκμανούν περισσότερο εναντίον του και να θέλουν λόγω φρενοβλαβείας να τον παραδώσουν σε θάνατο, αυτόν που και με όσα είπε και με όσα έπραξε αναφάνηκε κύριος ζωής και θανάτου.
Δεν έχει δε να ειπή κανείς ότι το γεγονός ότι τότε ο Χριστός εσήκωσε επάνω τους οφθαλμούς του και είπε, «Πάτερ, σ' ευχαριστώ που με άκουσες», εστάθηκε εμπόδιο για το να θεωρήσουν ότι αυτός είναι ίσος με τον Πατέρα· διότι αυτός προσθέτει εκεί λέγοντας προς τον Πατέρα, «εγώ δε εγνώριζα ότι πάντοτε με ακούεις, αλλά τα είπα για χάρι του όχλου που παρευρίσκονταν, για να πιστεύσουν ότι εσύ με απέστειλες» (Ιω. 11, 42).
Για να γνωρίσουν δηλαδή αφ' ενός μεν ότι είναι Θεός και έρχεται από τον Πατέρα, αφ' ετέρου δε ότι ενεργεί τα θαύματα όχι εναντίον αλλά με συναίνεσι του Πατρός, εσήκωσε μεν εμπρός σε όλους τους οφθαλμούς του προς τον Πατέρα, είπε δε προς αυτόν εκείνα που αποδεικνύουν ότι αυτός που ωμίλησε επί γης είναι ίσος με τον υψηλά στους ουρανούς Πατέρα.
Έτσι, όπως στην αρχή, όπου επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή, έτσι και τώρα στο Λάζαρο, όπου επρόκειτο ν' αναπλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή. Αλλά εκεί, που επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, είπε ο Πατήρ προς τον Υιό «ας κατασκευάσωμε άνθρωπο» και ο Υιός άκουσε, και έτσι ο άνθρωπος παρήχθηκε στην ύπαρξι· εδώ δε τώρα είπε ο Υιός και ο Πατήρ άκουσε, και έτσι εζωοποιήθηκε ο Λάζαρος.
6. Βλέπετε πόση είναι η ομοτιμία και η ομοβουλία; Διότι η μεν μορφή της προσευχής χρησιμοποιήθηκε για τον παρευρισκόμενο όχλο, τα δε λόγια δεν ήταν λόγια προσευχής, αλλά δεσποτείας και εξουσίας· «Λάζαρε, ελθέ έξω», και αμέσως ο τετραήμερος νεκρός παρουσιάσθηκε σ' αυτόν ζωντανός· άραγε τούτο έγινε με πρόσταγμα αναζωούντος ή με προσευχή ζωοποιούντος;
Εφώναξε δε με μεγάλη φωνή επίσης για τους παρευρισκομένους· διότι μπορούσε όχι μόνο με μετρία φωνή, αλλά και με την θέληση μόνο να τον αναστήση, όπως μπορούσε να το κάμη και απέχοντας μακριά και με την πέτρα επάνω στον τάφο.
Αλλά και προσήλθε στον τάφο και είπε στους παρευρισκομένους, που εσήκωσαν οι ίδιοι την πέτρα και αισθάνθηκαν τη δυσωδία, κι εφώναξε με μεγάλη φωνή και τον εκάλεσε κι έτσι τον ανέστησε, ώστε και με την όρασί τους (διότι τον έβλεπαν επάνω στον τάφο) και με την όσφρησί τους (διότι αισθάνονταν τη δυσωδία του νεκρού που ήταν ήδη στην τετάρτη ημέρα) και με την αφή (διότι χρησιμοποιώντας τα χέρια τους κατά πρώτον εσήκωσαν την πέτρα από το μνημείο, ύστερα έλυσαν το δέσιμο στο σώμα και το σουδάριο στο πρόσωπο) και με τα αυτιά τους (αφού η φωνή του Κυρίου έφθανε σε όλων τις ακοές) να καταλάβουν όλοι και να πιστεύσουν, ότι αυτός είναι που καλεί τα μη όντα σε όντα, που βαστάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του, που και στην αρχή με λόγο μόνο εδημιούργησε τα όντα από μη όντα.
7. Ο μεν άκακος λαός λοιπόν επίστευσαν σ' αυτόν με όλα αυτά έτσι, ώστε να μη κρατούν την πίστι σιωπηρά, αλλά να γίνουν κήρυκες της θεότητός του με έργα και λόγια. Διότι μετά την τετραήμερη έγερσι του Λαζάρου ο Κύριος ευρήκε ένα γαϊδουράκι, που προετοιμάσθηκε από τους μαθητάς, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, εκάθησε σ' αυτό, εισήλθε στα Ιεροσόλυμα κατά την προφητεία του Ζαχαρίου που προείπε, «μη φοβήσαι, θυγατέρα Σιών, ιδού έρχεται ο βασιλεύς σου δίκαιος και σωτήριος, πράος επάνω σε υποζύγιο, σε πωλάρι όνου»(Ζαχ. 9,9· Ματθ. 21,5).
Με τα λόγια αυτά ο προφήτης εδείκνυε ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος βασιλεύς, που είναι ο μόνος πραγμαπκά βασιλεύς της Σιών διότι, λέγει, ο βασιλεύς σου δεν είναι φοβερός στους παρατηρητάς, ούτε είναι κάποιος βαρύς και κακοποιός, συνοδευόμενος από υπασπιστάς και δορυφόρους, ή σύροντας πλήθος πεζών και ιππέων, ζώντας με πλεονεξία και απαιτώντας τέλη και φόρους, δουλείες και υπηρεσίες αγενείς και επιβλαβείς· αντιθέτως σημαία του είναι η ταπείνωσις, η πτωχεία και η ευτέλεια, εφ' όσον εισέρχεται επάνω σε όνο χωρίς καμμιά έπαρσι.
Γι' αυτό αυτός είναι ο μόνος δίκαιος βασιλεύς που σώζει με δικαιοσύνη και αυτός είναι πράος έχοντας ως ιδιότητά του την πραότητα· διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον εαυτό του, «μάθετε από εμένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».
8. Ο μεν βασιλεύς λοιπόν που ανέστησε τον Λάζαρο εισήλθε τότε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επάνω σε όνο· αμέσως δε όλοι οι λαοί, παιδιά, άνδρες, γέροντες, στρώνοντας τα ενδύματα και παίρνοντας βαΐα από φοίνικες, που είναι σύμβολα νίκης, τον προϋπαντούσαν σαν ζωοποιό και νικητή του θανάτου, τον προσκυνούσαν, τον προέπεμπαν, ψάλλοντας με μια φωνή όχι μόνο έξω, αλλά και μέσα στον ιερό περίβολο, «ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις».
Το ωσαννά λοιπόν είναι ύμνος που αναπέμπεται προς τον Θεό και ερμηνευόμενο σημαίνει «σώσε μας λοιπόν»· η δε προσθήκη «εν τοις υψίστοις» δεικνύει ότι αυτός δεν ανυμνείται μόνο επί γης ούτε από τους ανθρώπους μόνο, αλλά στα ύψη από τους ουράνιους αγγέλους.
9. Όχι δε μόνο τον ανυμνούν και τον θεολογούν έτσι, αλλά στη συνέχεια εναντιώνονται και στην κακόβουλη και θεομάχο γνώμη των Γραμματέων και Φαρισαίων και στις φονικές προθέσεις των. Αυτοί μεν έλεγαν γι' αυτόν φρενοβλαβώς, «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό κι επειδή πραγματοποιεί πολλά θαύματα, αν το αφήσωμε χωρίς να τον θανατώσωμε, όλοι θα πιστεύσουν σ' αυτόν και θα έλθουν οι Ρωμαίοι που θα μας πάρουν την πόλι και το έθνος» (Ιω. 11, 47).
Ο δε λαός τι λέγει; «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου· ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ» (Μάρκ. 11, 10). Με την φράσι «ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου», υπεδείκνυαν ότι είναι από τον Θεό και Πατέρα και ότι ήλθε στο όνομα του Πατρός, όπως λέγει και ο ίδιος ο Κύριος περί εαυτού, «ότι εγώ ήλθα στο όνομα του Πατρός μου και από τον Θεό εξήλθα και σ' αυτόν πηγαίνω» (Ιω. 8, 42).
Με την φράσι δε «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ», υπεδείκνυαν ότι αυτή είναι η βασιλεία στην οποία πρόκειται να πιστεύσουν τα έθνη κατά την προφητεία, και μάλιστα οι Ρωμαίοι. Διότι ο βασιλεύς αυτός όχι μόνο είναι ελπίς του Ισραήλ, αλλά και προσδοκία των εθνών κατά την προφητεία του Ιακώβ (Γεν. 49, 10), «δένοντας στην άμπελο την όνο του», δηλαδή τον υποκείμενο σ' αυτόν λαό από τους Ιουδαίους, «και στο κλήμα το πωλάρι της όνου του» (Γεν. 49, 11).
Κλάδος δε του κλήματος είναι οι μαθηταί του Κυρίου, προς τους οποίους έλεγε, «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα» (Ιω. 15, 5). Με το κλήμα λοιπόν αυτό συνέδεσε ο Κύριος προς τον εαυτό του το πωλάρι της όνου του, δηλαδή το νέο Ισραήλ από τα έθνη, του οποίου τα μέλη έγιναν κατά χάρι υιοί του Αβραάμ. Εάν λοιπόν η βασιλεία αυτή είναι ελπίς και των εθνών, πώς, λέγουν, αφού επιστεύσαμε σ' αυτήν εμείς, θα φοβηθούμε τους Ρωμαίους;
10. Έτσι λοιπόν οι νηπιάζοντες όχι στα μυαλά αλλά στην κακία, εμπνευσθέντες από το άγιο Πνεύμα, ανέπεμψαν στον Κύριο πλήρη και τέλειον ύμνο, μαρτυρώντας ότι ως Θεός εζωοποίησε τον Λάζαρο ενώ ήταν τετραήμερος νεκρός. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, μόλις είδαν τα θαυμάσια αυτά και τα παιδιά να κράζουν στο ιερό λέγοντας, «αίνος στον σωτήρα μας υιό του Δαβίδ», αγανάκτησαν κι έλεγαν προς τον Κύριο· «δεν ακούεις τι λέγουν αυτά;», πράγμα που έπρεπε μάλλον ο Κύριος να ειπή τότε προς αυτούς, ότι δηλαδή "δεν βλέπετε και δεν ακούετε και δεν καταλαβαίνετε;".
Γι' αυτό ο ίδιος αντικρούοντάς τους που τον κατηγορούσαν ότι ανέχεται την υμνωδία που μόνο στον Θεό ταιριάζει, λέγει, ναι, ακούω αυτούς που σοφίζονται από εμέ αοράτως και εκφέρουν τέτοιους λόγους για μένα, εάν δε σιωπήσουν αυτοί, θα κράξουν οι λίθοι (Λουκ. 19, 40).
Εσείς όμως δεν ανεγνώσατε ποτέ εκείνον τον προφητικό λόγο, ότι από στόμα νηπίων που θηλάζουν συντόνισες ύμνον(Ματθ. 21, 16);
Διότι και τούτο ήταν άξιο μεγάλου θαυμασμού, ότι τα αμόρφωτα και αμαθή παιδιά θεολογούσαν τελείως τον Θεό που ενανθρώπησε για μας, παίρνοντας στο στόμα τους αγγελικό ύμνο· όπως δηλαδή οι άγγελοι έψαλλαν για τη γέννησι του Κυρίου, «δόξα προς τον Θεό στα ύψη και επί γης» (Λουκ. 2, 14· 19, 38), έτσι και αυτά τώρα κατά την είσοδό του αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο, λέγοντας, «δόξα στο σωτήρα μας τον υιό του Δαβίδ, δόξα στο σωτήρα μας στα ουράνια» (Ματθ. 21, 9).
11. Αλλά ας νηπιάσωμε κι εμείς αδελφοί, κατά την κακία, νέοι και γέροντες, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, για να ενδυναμωθούμε από τον Θεό, να στήσωμε τρόπαιο και να βαστάσωμε τα σύμβολα της νίκης, όχι μόνο κατά των πονηρών παθών, αλλά και κατά των ορατών και αοράτων εχθρών, ώστε να ευρούμε την χάρι του λόγου για βοήθεια εύκαιρη. Διότι ο νέος πώλος, όπου καταξίωσε ο Κύριος να καθήση για χάρι μας, αν και είναι ένας, προετύπωνε την προς αυτόν υποταγή των εθνών, από τα οποία προερχόμαστε όλοι εμείς, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι.
12. Όπως λοιπόν στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε Έλλην ούτε Ιουδαίος, αλλά όλοι είναι ένα κατά τον θείο απόστολο (Γαλ. 3, 28), έτσι σ' αυτόν δεν υπάρχει άρχων και αρχόμενος, αλλά με την χάρι του είμαστε ένα κατά την πίστι σ' αυτόν και ανήκομε στο ένα σώμα της Εκκλησίας του, έχοντας μία κεφαλή, αυτόν και ένα πνεύμα εποτισθήκαμε δια της παναγίας χάριτος του Πνεύματος και ένα βάπτισμα ελάβαμε όλοι και μια είναι η ελπίς όλων και ένας ο Θεός μας, ο επάνω από όλους και δια μέσου όλων και μέσα σε όλους μας (Εφ. 4, 6).
Ας αγαπούμε λοιπόν αλλήλους, ας ανεχώμαστε και ας φροντίζωμε ο ένας τον άλλον, αφού είμαστε μέλη αλλήλων διότι το σήμα της μαθητείας μας προς εκείνον, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι η αγάπη και η πατρική κληρονομία που μας άφησε αναχωρώντας από αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη και η τελευταία ευχή που μας έδωσε ανεβαίνοντας προς τον Πατέρα αναφέρεται στην προς αλλήλους αγάπη μας (Ιω. 13, 33ε.).
13. Ας σπεύδωμε λοιπόν να επιτύχωμε την πατρική ευχή και ας μη αποβάλλωμε την από αυτόν κληρονομία ούτε το σήμα που μας έδωσε, για να μη αποβάλλωμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία, και τότε θα ξεπέσωμε από την ελπίδα που μας αναμένει και θα κλεισθούμε έξω από τον πνευματικό νυμφώνα.
Όπως δε πρίν από το σωτηριώδες πάθος, καθώς ο Κύριος εισερχόταν στην κάτω Ιερουσαλήμ, του έστρωναν τα ιμάτια όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι πραγματικοί άρχοντες των εθνών, οι Απόστολοι του Κυρίου δηλαδή, έτσι κι' εμείς άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, ας στρώσωμε τα έμφυτα ιμάτιά μας, υποτάσσοντας την σάρκα και τα θελήματά της στο πνεύμα.
Έτσι όχι μόνο θ' αξιωθούμε να ιδούμε και να προσκυνήσωμε το σωτηριώδες πάθος του Χριστού και την αγία ανάστασι, αλλά και ν' απολαύσωμε την κοινωνία προς αυτόν «διότι», λέγει ο απόστολος, «εάν εγίναμε σύμφυτοι με το ομοίωμα του θανάτου του, είναι φανερό ότι θα γίνωμε σύμφυτοι και της αναστάσεως» (Ρωμ. 6, 5).
14. Αυτήν την ανάστασι είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, με την χάρι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
Και από: http://thriskeftika.blogspot.com/2012/04/blog-post_07.html