Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Γεροντικό - Εἶμαι στά χέρια τοῦ Θεοῦ



Tόν καιρό πού οἱ Λογγοβάρδοι λυμαίνονταν τίς ἐπαρχίες τῆς Βορείου Ἰταλίας, ἔπιασαν αἰχμάλωτο ἕνα Διάκονο κι εἶχαν ἀποφασίσει νά τόν βασανίσουν.

Ὁ Σάγκτουλος, ἕνας Χριστιανός Λογγοβάρδος, πού οἱ συμπατριῶται του τόν σέβονταν σάν ἅγιο, γιά τήν πολλή εὐλάβεια καί τή μεγάλη ἀρετή του, ἔκανε πολλά διαβήματα στούς ἀρχηγούς, γιά νά σώση τή ζωή τοῦ αἰχμαλώτου. Μά δέν κατώρθωσε τίποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπό τή χάρη νά μείνη αὐτός φρουρός κοντά στόν μελλοθάνατο, τήν τελευταία νύκτα. 

- Μεῖνε, τόν προειδοποίησε ὁ Ἀρχηγός, ἀλλ᾽ ἄν ξεφύγη, νά ξέρης πώς θά βασανιστῆς ἐσύ στή θέσι του.

Ὁ Σάγκτουλος συμφώνησε κι ἔτσι κάθησε φρουρός. Τά μεσάνυχτα ὅμως, ὅταν ὅλο τό στρατόπεδο ἦταν βυθισμένο στόν ὕπνο, ξύπνησε τόν Διάκονο καί τοῦ εἶπε νά σηκωθῆ νά φύγη, ὅσο μποροῦσε πιό γρήγορα. Τοῦ εἶχε ἕτοιμο κι ἕνα γοργό ἄλογο.

- Ἀδύνατον, ἀδελφέ μου, ἔλεγε ὁ μελλοθάνατος.
Ἄν ἐγώ γλιτώσω, ἐσύ εἶναι ἀδύνατο νά γλιτώσης ἀπό τά χέρια τους. Πῶς λοιπόν νά γίνω αἰτία νά πεθάνης μ᾽ ἕνα τόσο σκληρό θάνατο;

- Μή σέ μέλει γιά μένα, ἔλεγε ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ Σάγκτουλος. Ὁ Θεός θά μέ σκεπάση. Ἔτσι τόν ἔπεισε νά φύγη.
Τήν ἄλλη ἡμέρα, οἱ Λογγοβάρδοι ζήτησαν τόν αἰχμάλωτο.

- Ἔφυγε, τούς εἶπε μέ ἀπάθεια ὁ φρουρός του.


- Κι ἐσύ θά ξέρης βέβαια πολύ καλά τόν τρόπο.

- Ναί, ἀποκρίθηκε θαρρετά ὁ Σάγκτουλος.

- Ἐπειδή εἶσαι καλός ἄνθρωπος, δέ θέλω νά σέ βασανίσω, εἶπε ὁ Ἀρχηγός, πού θαύμαζε, χωρίς νά τό δείχνη, τό θάρρος του. Διάλεξε μόνος σου τόν τρόπο πού προτιμᾶς νά πεθάνης.

- Εἶμαι στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀποκρίθηκε ἀτάραχος ὁ Χριστιανός στρατιώτης. Τόν θάνατο πού θά παραχωρήσηἘκεῖνος, θά τόν δεχθῶ μέ εὐχαρίστησι.

Τελικά ἀποφάσισαν νά τοῦ κόψουν μέ πέλεκυ τήν κεφαλή του κι ἀνέθεσαν τή δουλειά αὐτή σ᾽ ἕνα μεγαλόσωμο καί χειροδύναμο στρατιώτη.
Ὁ Σάγκτουλος γονάτισε, εἶπε τήν προσευχή του κι ἔσκυψε καρτερικά τό κεφάλι νά δεχθῆ τό χτύπημα. Ἡ ψυχή του ἀγαλλίαζε στή σκέψι πώς σέ λίγο θά βρισκόταν κοντά στόν Χριστό. Ὁ δήμιος σήκωσε ὁρμητικά τόν φονικό πέλεκυ γιά νά ξεμπερδέψη μιά καί καλή μ᾽ αυτή τή δουλειά. Τά χέρια του ὅμως ἔμειναν ἀκίνητα στόν ἀέρα, σάν νά τά ἔσφιγγε μυστηριώδης δύναμις. Ἔνιωσε πόνους φοβερούς κι ἄρχισε νά μουγκρίζη σάν πληγωμένο θηρίο. Οἱ ἄλλοι γύρω τρόμαξαν.

- Τί πᾶμε νά κάνωμε; ἔλεγαν μεταξύ τους, νά τά βάλωμε μέ τόν ἅγιο αὐτόν ἄνθρωπο, πού ἔχει τόν Θεό μαζί του;

Ἄρχισαν, λοιπόν, νά παρακαλοῦν τόν Σάγκτουλο, πού ἔμενε ἀκόμη μέ τό κεφάλι γερμένο, νά γιατρέψη τόν στρατιώτη, πού ἐξακολουθοῦσε νά φωνάζη μέ τά χέρια κρατημένα ψηλά.

- Δέν μπορῶ νά ζητήσω τέτοια χάρι γι᾽ αὐτόν ἀπό τόν Κύριό μου, ἄν δέν ὑποσχεθῆ πρῶτα πώς δέ θά ξανασηκώση τό χέρι του νά κτυπήση Χριστιανό, εἶπε ὁ Σάγκτουλος.

- Ὑπόσχομαι, φώναξε ὁ στρατιώτης τρέμοντας ἀπό τό φόβο του.

- Κατέβασε λοιπόν τά χέρια σου, πρόσταξε ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ.
Μέ τόν λόγο, τά χέρια παρευθύς κινήθηκαν γιά νά πετάξουν πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα μακριά τό φονικό ὄργανο.
Κατάπληκτοι οἱ Λογγοβάρδοι γιά ὅσα ἔγιναν ἐκεῖνο τό πρωΐ μπροστά στά μάτια τους, χάρισαν τή ζωή στό Σάγκτουλο, πού ἔγινε ἀπό τότε,Ἱεραπόστολος ἀνάμεσά τους.
Ἀπό τό ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

Περιοδική Ἔκδοσις
Ἱεραποστολικοῦ Φιλανθρωπικοῦ Mορφωτικοῦ Συλλ όγου «METAMOPΦΩΣIΣ TOY ΣΩTHPOΣ»
34 TEYXOΣ
Tσουκαλάδες Παραβόλας Ἀγρινίου
http://pateress.blogspot.com/2011/01/blog-post_04.html

γιοπατερικά περί αρετής και απογνώσεως



Να ωθούμε τον εαυτό μας στην αρετή
«Εκείνος  που θέλει να σωθεί πρέπει, ακόμη καί με τη βία, να ωθεί τον εαυτό του προς το καλό καί ας μη θέ­λει ή καρδιά. Γιατί λέει ό άψευδής Κύριος: "Ή βασιλεία των  ουρανών βιάζεται καί βιασταί άρπάζουσιν αύτην'" καί πάλι: " Αγωνίζεσθε είσελθείν δια της στενής πύλης". Πρέπει, λοιπόν, καί χωρίς να θέλουμε, να ωθούμε τον εαυτό μας στην αρετή: δηλαδή στην αγάπη, ενώ δεν έχουμε αγάπη,στην πραότη­τα, ενώ αυτή μας λείπει, στο να έχουμε συμπαθή καί φιλανθρωπη καρδιά, να ανεχόμαστε τίς προσβο­λές  καί  τον  παραμερισμό  καί  να έγκαρτεροϋμε, ενώ ακόμη δεν έχουμε αυτή τη συνήθεια, στην προσευχή, αν καί δεν έχουμε ακόμη πνευματική προ­σευχή. Αν ό Θεός δει ότι αγωνιζόμαστε έτσι καί ωθούμε με τη βία τον εαυτό μας προς το καλό, έστω κι αν ή καρδιά μας αντιστέκεται, τότε θα μας γεμί­σει με όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος». 
ΑΓ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ 



Περί απογνώσεως
«Αν συμβεί να πέσουμε, καλό είναι να μην απελπιζόμαστε καί αποξενωνόμαστε από τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Γιατί μπο­ρεί καί θέλει να δείξει έλεος στην ασθένεια μας. Μόνο να μη φεύγουμε από Αυτόν, καί να μην αποκάμουμε. Ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να λυγί­ζουμε, αλλά διαρκώς να βάζουμε αρχή. Έπεσες; Σήκω. Καί πάλι έπεσες; Σήκω πά­λι. Μόνο τον γιατρό να μην αφήσεις, καί κα­ταδικαστείς χειρότερα από τον αΰτόχειρα λόγω της άπογνώσεως. Μείνε κοντά Του καί Αυτός θα δείξει έλεος, είτε με την επιστροφή σου, είτε δια μέσου πειρασμών, είτε με άλλο τρό­πο της πρόνοιας Του, χωρίς να το γνωρίζεις».  ΟΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
http://orthodoxigynaika.blogspot.com/2011/05/blog-post_13.html

Αγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Γιά τή λύπη καί τήν ἀθυμία



κεῖνοι πού κατηγοροῦνται δέν πρέπει νά καταλαμβάνονται ἀπό φόβο καί ἀγωνία. Ἀντίθετα, ἀπό αὐτά τά συναισθήματα πρέπει νά διακατέχονται ὅσοι κατηγοροῦν τούς ἄλλους. Γιατί δέν πρόκειται νά δώσουν οἱ πρῶτοι λόγο γιά ὅσες κατηγορίες τούς φόρτωσαν, ἀλλά θά δώσουν λόγο ὅσοι κατηγοροῦν. Αὐτοί θά λογοδοτήσουν γιά ὅλες τίς κατηγορίες πού ξεστόμισαν γιά τούς συνανθρώπους τους.




λος ὁ κίνδυνος ἀπό τίς συνέπειες τῆς κατηγορίας κρέμεται πάνω στά κεφάλια ἐκείνων πού ἀνοίγουν τό στόμα τους καί κατηγοροῦν.

Σ
υνεπῶς, ὅσοι βρίσκονται στή θέση τοῦ κατηγορούμενου, πρέπει νά ζοῦν ἀμέριμνοι. Γιατί αὐτοί δέν εὐθύνονται γιά ὅσα κακά ξεστόμισαν οἱ ἄλλοι ἐναντίον τους. Ὅσοι ὅμως καταφέρθηκαν ἐναντίον ἄλλων, πρέπει νά ἀγωνιοῦν καί νά τρέμουν. Γιατί αὐτοί πρόκειται νά συρθοῦν στό φοβερό δικαστήριο τοῦ Θεοῦ καί θά κριθοῦν γιά ὅ,τι κακό εἶπαν.

Γ
ι᾿ αὐτό, ἄς μήν πονᾶμε ὅταν καταφέρονται οἱ ἄλλοι ἐναντίον μας. Τότε μόνο πρέπει νά πονᾶμε, ὅταν δηλαδή αὐτά πού μᾶς καταλογίζουν εἶναι ἀληθινά. Γιατί ἄν ζοῦμε στήν ἁμαρτία, ἀκόμα καί ἄν δέν βρίσκεται κανείς νά μᾶς κατηγορήσει, εἴμαστε χειρότεροι ἀπό τόν καθένα. Ἄν ὅμως εἴμαστε ἐνάρετοι, ἀκόμα καί ἄν ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη μᾶς κατηγορεῖ, τότε εἴμαστε οἱ πιό ἀξιοζήλευτοι ἀπό ὅλους.

ν λοιπόν ὁ λογισμός μας πορεύεται κατ᾿ αὐτό τόν τρόπο, ἀκόμα κι ἄν χίλιες βαρυχειμωνιές ξεσηκώνονται ὁλόγυρα ἐναντίον μας, ἐμεῖς θά παραμένουμε σταθερά εἰρηνικοί καί ἀναπαυμένοι στό λιμάνι. Ἄν ὅμως δέν λειτουργεῖ σωστά ὁ λογισμός μας, ἀκόμα κι ἄν ὅλα μᾶς ἔρχονται δεξιά, ἐμεῖς θά αἰσθανόμαστε χειρότερα κι ἀπό τούς θαλασσοπνιγμένους.

Ὠδή στό ἐφήμερο
Ἡ Λύπη κατά τούς Πατέρες
Αγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Γιά τή λύπη καί τήν ἀθυμία
Α´ ῎Εκδοση 2009
Κείμενα, στοιχειοθεσία, διακόσμηση,
ἐπιμέλεια ἐκδόσεως:
᾿Αδελφότης ῾Ιερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα
Copyright - Κεντρική Διάθεση:
᾿Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
῾Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέα
Τ.Κ. 162 33 Βύρωνας-Τ.Θ. 715 27
Τηλ. 210 76 52 746 - 6946 595771- FAΧ 210 76 66 506
www.imaik.gr - e mail: etoimasia@imaik.gr
http://pateress.blogspot.com/2011/01/blog-post.html

Υποθήκες Αληθινής Ζωής

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΑΓΙΩΝ
Διδάγματα Μεγ. Βασιλείου
* Άνθρωπος που δεν δέχεται συμβουλή είναι εχθρός του εαυτού του.

* Ο ασυμβούλευτος άνθρωπος, είναι ακυβέρνητο πλοίο.

* Είναι ντροπή, τις βλαβερές τροφές να τις αποφεύγουμε και τα βιβλία, που τρέφουν την ψυχή μας, να μην τα διαλέγουμε.
* Όχι μόνο η φωνή ή το βλέμμα δείχνει το είδος της ψυχής, όπως στον καθρέφτη, αλλά κι ο στολισμός του ανθρώπου και το γέλιο, και το βήμα του ποδιού αναγγέλλει γι' αυτόν.

* Ο χρυσός είναι η αγχόνη των ψυχών, το αγκίστρι του θανάτου, το δόλωμα της αμαρτίας.
* * *
* Ενώ η φιλία του κόσμου μαραίνεται, όπως τα ανοιξιάτικα λουλούδια, η χριστιανική φιλία είναι τόσο αγνή όσο και μόνιμη.
* Μη θαυμάσεις κάτι, που δεν παραμένει και μη παραβλέψεις αυτό που μένει.
(Αγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός)
***
* Καλύτερα είναι ο άνθρωπος να μη ξέρει πολλά γράμματα, και με την αγάπη να βρίσκεται κοντά στο Θεό, παρά να θαρρεί τον εαυτό του σοφό και να αποδεικνύεται υβριστής του Κυρίου.
(Αγ. Ειρηναίος ο Λουγδούνου)
***
* Η αρετή είναι η φυσική υγεία της ψυχής. Τα πάθη είναι ασθένειες που αφαιρούν την υγεία της ψυχής.
* Να προφυλάγεσαι από τα μικρά σφάλματα για να μην πέσεις σε μεγαλύτερα.
* Όταν νιώσεις μέσα σου τη χαρά του Αγίου Πνεύματος, οι στενοχώριες και οι θλίψεις αυτής της ζωής, γίνονται γλυκύτερες από το μέλι.
* Εάν φυλάξεις τη γλώσσα σου, εισέρχεσαι στη χαρά του Αγίου Πνεύματος. Εάν δεν έχεις καθαρή καρδιά, έχε τουλάχιστον καθαρό στόμα!
(Οσίου Εφραίμ του Σύρου)
***
* Η μεγάλη καλοπέραση γεννά πάθη και αρρώστιες, ενώ η κοπιαστική εργασία προσωρινά φέρνει κούραση, ύστερα όμως από την κούραση φέρνει υγεία και δύναμη.
* Εάν αγαπήσεις την ησυχία, θα διασχίσεις το ταξίδι σου στο πέλαγος της ζωής με γαλήνη.
* Εάν δεν βάλει προηγουμένως ο άνθρωπος τις αμαρτίες του μπροστά στα μάτια του, δεν είναι δυνατόν να ησυχάσει σε κανέναν τόπο.
(Αββά Ποιμένος)
***
* Άνθρωπος που διδάσκει, αλλά δεν εκτελεί όσα διδάσκει, είναι όμοιος με βρύση. Διότι ποτίζει και πλύνει όλους, αλλά δεν μπορεί να καθαρίσει τον εαυτό της.
* Τη στιγμή που ο άνθρωπος πέφτει σε σφάλμα και πει «ήμαρτον», αμέσως παύει να έχει ενοχή.
* Η πονηρία δεν αναιρεί καθόλου την πονηρία, αλλά εάν σε κακοποιήσει κανείς ευεργέτησέ τον, ώστε με την αγαθοποιΐα να αναιρέσεις την πονηρία.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη



www.impantokratoros.gr

Μετεωρισμός, από τις εμπειρίες του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή

Μετεωρισμός, από τις εμπειρίες του Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή



01.jpg
Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Ο μεγαλύτερος πόλεμος που γίνεται σε κάθε αγωνιζόμενο Χριστιανό είναι ο μετεωρισμός. Παίρνει ο διάβολος το νου μας και τον περιτριγυρίζει όπου αυτός θέλει και ενσπείρει στην καρδία μας, πονηρούς λογισμούς και μολύνει την ψυχήν μας. Από εδώ αρχίζει η ασθένεια της ψυχής. Οι μάταιοι λογισμοί είναι η μεγαλύτερη ταλαιπωρία του συγχρόνου ανθρώπου.

Το καλύτερο μέσον αντιμετωπίσεως του μετεωρισμού είναι να αποκρούει κανείς τον μετεωρισμό στο πρώτο στάδιο, που είναι η προσβολή. Τότε η δύναμις του κακού είναι ακόμη μικρή και μπορούμε να την αποδιώξουμε εύκολα. Η απομάκρυνση της προσβολής του πειρασμού γίνεται διά της νήψεως και της ευχής: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
«Νήψις» σημαίνει: προσοχή και επαγρύπνηση και φυλακή του νου, για να διατηρείται ο οίκος της ψυχής καθαρός. Με αυτό τον τρόπο αποδιώκεται η προσβολή και η ψυχή δεν μολύνεται και επομένως δεν έχει ευθύνη, δεν λογίζεται ως αμαρτία. Απομακρύνεται, κατά τους φιλοκαλικούς Πατέρες το «δαιμόνιον ίνδαλμα», που προβάλλει ηδονικά στη φαντασία, και η ψυχή μένει ελεύθερη, για να εισέλθει ο νους, ο οποίος είναι η ευγενεστέρα αίσθηση της ψυχής, στο βάθος αυτής και να αναπαύεται και να ησυχάζει εκεί, μνημονεύοντας το όνομα του Ιησού Χριστού.
Διά του εγκλεισμού του νου στο βάθος της ψυχής και διά της ενεργείας της ευχής, η οποία λέγεται αυτομάτως μέσα στην καρδία, αποφεύγεται ο μετεωρισμός του, ο οποίος είναι μια περιπλάνηση του νου διά της φαντασίας σε πρόσωπα και πράγματα, τα οποία μας μολύνουν.
Ο μετεωρισμός είναι η πρώτη και η μεγαλύτερη ασθένεια της ψυχής και ο εγκλεισμός το μεγαλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο για την υγεία της ψυχής.
Τον άνθρωπο που αποδιώκει από την αρχή την προσβολή του πονηρού λογισμού τον τρέμουν οι δαίμονες. Διά τούτο και ξεσηκώνουν πολλούς πειρασμούς και πολέμους, για να σταματήσουν αυτό το άγιο έργο.
Τον Γέροντα Ιωσήφ τον πολέμησαν τα δαιμόνια πολύ σκληρά. Πάλευε στήθος προς στήθος, όχι μόνον με ένα δαιμόνιο, αλλά με λεγεώνες. Επειδή εκ φύσεως είχε θάρρος και τόλμη, ο Στρατηγός εκείνος που είδε στο όραμα, τον έφερε να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή. Παρατάχθηκε απέναντι από τις γραμμές των δαιμόνων και πάλευε γενναία. Τα παλαίσματά του με τα δαιμόνια μας θυμίζουν τον Μέγα Αντώνιο και άλλους παλαιούς ασκητές.
Δύο ήσαν οι αιτίες που πολέμησαν τόσον πολύ τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή τα δαιμόνια.
Πρώτον, διότι χτύπησε τον πονηρό λογισμό στην προσβολή και δεν τον άφησε να εισέλθει στη ψυχή του, για να την μολύνει με τις συγκαταθέσεις των λογισμών.
Δεύτερον, διότι διά του εγκλεισμού του νου στο βάθος της καρδίας του επέτυχε την καθαρότητα της ψυχής του και απέκτησε την οσιότητα.
Περί του πολέμου αυτού του διαβόλου γράφει σχετικά ο Γέρων Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός: «Ο άρχοντας του κακού και επίβουλος της σωτηρίας μας χρησιμοποιεί τους τόπους, τα μέρη, τα μέλη, τα πρόσωπα, τα πράγματα, τα εσωτερικά, τα εξωτερικά, τα τριγύρω και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να σκεφθεί».
Τα στρέφει όλα εναντίον μας, για να μειώσει την πίστη μας και να διαψεύσει τις ελπίδες μας. Κυρίως όμως επιτίθεται με λυσσώδη μανία εναντίον αυτών που πρόκοψαν στην εργασία της καρδιάς και του νου». Και σε άλλο σημείο συμπεραίνει περί του πολέμου αυτού: «Όσο η θεία χάρις αυξάνει την παρουσία της εις τον αγωνιστή, τόσον οι πειρασμοί πληθαίνουν και είναι κατά την ένταση ανάλογοι προς την κατάσταση αυτή».
Ομοφώνως η ασκητική πείρα βεβαιώνει ότι μετά την φλογερή και καρποφόρα προσευχή επακολουθεί λυσσώδης πόλεμος των δαιμόνων. Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής στο λόγο του «περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι» σημειώνει χαρακτηριστικά: «Όταν ίδη ο διάβολος, ότι ο νους εκ καρδίας προσηύξατο, τότε μεγάλους και κακότεχνους πειρασμούς επιφέρει».
Ας τολμήσουμε να πούμε και τρίτο λόγο: Διέ­βλεψε, εν τινι μέτρω, και τον καρπό που θα προήρχετο από τον εγκλεισμό αυτόν τα ευώδη άνθη των αρετών του και τα φυτώρια των μοναστικών αδελφοτήτων που μεταφυτεύθηκαν στο Άγιον Όρος, αλλά και στα πέρατα του κόσμου, την Αμερική και τον Καναδά.
Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού

Τὰ ἔξω καὶ τὰ ἔσω Ἅγιος Αὐγουστῖνος







Ἅγιος Αὐγουστῖνος



«Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω».

Ὅποιος διψάει, ἄς τρέξει. Πῶς θά τρέξει; Ὄχι μέ τά πόδια. Ὄχι μέ κάποια μετακίνηση ἐξωτερική, σωματική. Ἀλλά μέ μιά κίνηση ἐσωτερική· μέ μιά κίνηση τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Ἀλλιῶς κάνομε μιά μετακίνηση μέ τό σῶμα· καί ἀλλιῶς μέ τήν καρδιά.

Μετακινεῖται σωματικά ἐκεῖνος πού μέ μιά κίνηση ἀλλάζει θέση. Μετακινεῖται ψυχικά, ἐκεῖνος πού μέ μιά κίνηση τῆς καρδιᾶς, ἀλλάζει ἐσωτερική διάθεση. Τό βλέπεις λοιπόν; Ἄν κάτι ἄλλο ἀγαποῦσες μέχρι τώρα, καί ἄλλο ἀγαπᾶς τώρα, δέν εἶσαι πιά ἐκεῖ πού ἤσουν· ἔχεις ἀλλάξει θέση καί διάθεση.
* * *

Ἔχομε δίψα ἐξωτερική· καί δίψα ἐσωτερική. Ἡ δίψα ἡ ἐξωτερική φαίνεται· ἡ ἐσωτερική δέν φαίνεται. Ναί· δέν φαίνεται· ἀλλά ἔχει πολύ πιό μεγάλη ἀξία ἀπό ἐκείνη πού φαίνεται. Γιατί γενικά ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἔχει πολύ πιό μεγάλη ἀξία ἀπό τόν ἔξω.

Θέλεις παράδειγμα;

Λέμε γιά κάποιον: «Αὐτός ζεῖ ἄσχημα». Τό λέμε γιά ἐκεῖνον, πού ἀδιαφορώντας γιά τίς ἐπιταγές τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, κάνει ὅ,τι τοῦ ζητάει ὁ ἔξω ἄνθρωπος, τό σῶμα!

Καί πάλι λέμε: «Αὐτός ζεῖ καλά». Καί ἐννοῦμε, ὅτι ὑπακούοντας στίς ἐπιταγές τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, παραμερίζει ἀπό τήν ζωή του μερικές ἀπαιτήσεις τοῦ ἔξω ἀνθρώπου.

Θά εἰπεῖ κανείς: Καί λοιπόν, θά στερηθῶ ἐγώ κάθε χαρά καί κάθε ἡδονή, πού εἶναι τόσο γλυκειά, γιά ἕνα τίποτε;


Λάθος. Ὁ ἄνθρωπος δέν στερεῖται τίποτε περπατώντας στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα· παίρνει πιό πολλή χαρά ἀπό τόν ἐσωτερικό του κόσμο, ἀπό ὅ,τι μπορεῖ νά πάρει ἀπό τόν ἐξωτερικό, ἀπό τό σῶμα του!
* * *

Ἔχεις προσέξει κάτι; Τό ἔχεις παρατηρήσει; Καί στόν ἄλλο, στόν κάθε φίλο μας καί ἀγαπητό μας, πιό πολύ μᾶς ἀρέσει ἡ ψυχή του, παρά τό σῶμα του.

Τί ἀγαπᾶς στόν φίλο σου; Τό σῶμα του, ἤ τήν ψυχή του; Γιατί τόν ἀγαπᾶς; Γιά τό σῶμα του, ἤ γιά τόν ἐσωτερικό του κόσμο; Γιά τίς ἀρχές του! Γιά τήν καλή του καρδιά. Γιά τόν ψυχικό του κόσμο. Γιά τόν ἔσω ἄνθρωπο. Μή μοῦ εἰπεῖς, ὅτι τόν ἀγαπᾶς μόνο καί μόνο, ἐπειδή εἶναι ὄμορφος, ἤ ἐπειδή εἶναι ἔξυπνος! Τόν ἀγαπᾶς, γιατί σέ ἀγαπάει.

Ἀκόμη καί οἱ πιό ἐρωτευμένοι, ἀκόμη καί ἐκεῖνοι πού τό διακηρύττουν ὅτι ἔχουν γοητευθῆ ἀπό τήν σωματική ὀμορφιά τοῦ ἰνδάλματός τους, ὅταν εὑρίσκουν στήν ἀγάπη τους ἀνταπόκριση, τά αἰσθήματά τους βαθαίνουν! Καί ἀντίθετα, ὅταν δέν εὑρίσκουν, ὀργίζονται, θυμώνουν, βρίζουν, βράζουν, μισοῦν!

Γιατί;

Γιατί ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἔχει πάντοτε καί σέ ὅλα προτεραιότητα ἔναντι τοῦ ἔξω ἀνθρώπου!
* * *

Ἄν λοιπόν ἐκεῖνοι πού φαίνονται ὅτι ζητοῦν κατά προτεραιότητα τήν γλύκα τοῦ ἔξω ἀνθρώπου, σέ τελική ἀνάλυση ζητοῦν κατά προτεραιότητα τήν γλύκα τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, φαντασθῆτε, πόση ἀξία ἔχει (σέ ὅλα· καί γιά ὅλη μας τήν ζωή!) ὁ ἔσω ἄνθρωπος.

Μετάφραση: Μητροπολίτης Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης



www.agiazoni.gr

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (13 Νοεμβρίου) (Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου)




Αυτός ο μεγάλος φωστήρας και μεγαλόφωνος της οικουμένης διδάσκαλος, καταγόταν από την μεγαλόπολη Αντιόχεια, υιός όντας γονέων ευσεβών· ο πατέρας του ήταν ο αρχιστράτηγος Σεκούνδος, η δε μητέρα του η Ανθούσα. Αμέσως λοιπόν από την αρχή της ζωής του πολλή αγάπη και έρωτα είχε ο Άγιος αυτός στους λόγους και στα μαθήματα. Γι’ αυτό και σε μικρό χρονικό διάστημα έγινε κάτοχος όλης της σοφίας των Ελλήνων και των Χριστιανών και έγινε διάσημος στην λογική και ρητορική τέχνη και σε κάθε επιστήμη. Έτσι για την πρόοδο και την αρετή του από μεν τον Άγιο Μελέτιο, τον Πατριάρχη Αντιοχείας, έγινε κληρικός δηλαδή Αναγνώστης, ενώ από τον Αντιοχείας Φλαβιανό έγινε Διάκονος και Πρεσβύτερος. Πολλούς λόγους συνέταξε ό χρυσός του κάλαμος, σχεδόν περισσότερο από εκατό στον αριθμό, τόσο περί μετανοίας, όσο και περί της ευκοσμίας και καταστάσεως των ηθών. Και ολόκληρη σχεδόν τήν θεόπνευστη Γραφή ερμήνευσε. Και όταν ο Νεκτάριος, ο Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης, «εκοιμήθη εν Κυρίω», τότε με την απόφαση των Επισκόπων και με την προσταγή του βασιλέως Αρκαδίου κλήθηκε ο μακάριος αυτός Ιωάννης από την Αντιόχεια και έγινε κανονικά Πατριάρχης της βασιλίδος των πόλεων. Και τόσο πολύ παρέδωσε ο αοίδιμος τον εαυτό του στην άσκηση και στην εγκράτεια, ώστε έτρωγε μόνο τον χυλό του κριθαριού. Και πάλι από αυτόν δεν χόρταινε, αλλά λίγο μόνο έτρωγε. Και ο ύπνος του ήταν λίγος και κοιμόταν όχι επάνω σε κλίνη αναπαυόμενος, αλλά στεκόμενος όρθιος και βασταζόμενος από σχοινιά. Και όταν κουραζόταν πολύ, τότε καθόταν λίγο.
Τότε και περισσότερο ασχολείτο και παραδόθηκε ολόψυχα ο θείος Πατήρ στις ερμηνείες των θείων Γραφών και στις διαλέξεις και διδασκαλίες, με τις οποίες πολλούς έφερε σε θεογνωσία και μετάνοια. Τόση υπερβολική φιλανθρωπία είχε στους πτωχούς και σε όσους είχαν ανάγκη ο μιμητής του Χριστού, ώστε έγινε και στους άλλους τύπος και παράδειγμα φιλοπτωχείας. Γι’ αυτό και με τους λόγους στην Εκκλησία δίδασκε όλους τους Χριστιανούς να αγαπούν και να εργάζονται την αρετή αυτή της φιλοπτωχείας, να απέχουν όμως από την πλεονεξία.
Όποτε, για την αιτία αυτή, αρχικά προσέκρουσε στην βασίλισσα Ευδοξία και έγινε με αυτήν εχθρικός. Διότι αυτή άρπαξε τον αμπελώνα μιας χήρας, που λεγόταν Καλλιτρόπη, η οποία διαμαρτυρόταν ζητώντας την περιουσία της. Ο Άγιος την συμβούλευε να μη κρατά το ξένο πράγμα. Και επειδή εκείνη δεν επείθετο, γι’ αυτό την έλεγχε και την παρομοίαζε ο Άγιος με το παράδειγμα της Ιεζάβελ. Τότε η Ευδοξία αγριεύοντας ως θηρίο, κατέβασε τον Άγιο από τον θρόνο του. Αρχικά μόνη της, ύστερα όμως με τους Επισκόπους εκείνους, οι οποίοι ακολουθούσαν περισσότερο τις εξουσίες και αξιώσεις των αρχόντων, που είχαν διάφορα αξιώματα, παρά την ευσέβεια και τους θείους νόμους. Έπειτα πάλι αποκαταστάθηκε ο Άγιος στον θρόνο του.
Τελευταία εξορίστηκε ο Άγιος στην Κουκουσό της Αρμενίας. Και εκεί, αφού υπέμεινε θλίψεις πολλές και πολλούς άπιστους επέστρεψε στην θεογνωσία, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, κατά το έτος 402. Ο δε αναλυτικός Βίος του Αγίου γράφει, ότι μετά την κατάβαση από τον θρόνο και την εξορία του θείου Πατρός, όσοι Επίσκοποι συνήργησαν σ’ αυτήν, όλοι βασανίστηκαν πρώτα από τον Θεό με φοβερές και πολλές ασθένειες και έπειτα πέθαναν. Η δε Ευδοξία πρώτη έπαθε αυτές τις ασθένειες επειδή πρώτη αυτή παρανόμησε και έγινε πρόξενος απώλειας και στους Επισκόπους. Λένε ακόμη, ότι μετά τον θάνατό της για να αποδειχθεί η αδικία που έκανε στον μέγα Χρυσόστομο, ο τάφος της σειόταν και έτρεμε για διάστημα τριάντα δυο ολόκληρων ετών. Και όταν μεταφέρθηκε το λείψανο του Αγίου στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε, όπου τώρα είναι, τότε και ο τάφος εκείνης σταμάτησε και πλέον δεν έτρεμε.
Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι η αγία κοίμηση του θείου Χρυσοστόμου έγινε κατά την 14η του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν τελείται η του Τιμίου Σταυρού Ύψωσις. Μετατέθηκε όμως αύτη στην σημερινή ήμερα, όπως νομίζω, για να ψάλλεται ή Ακολουθία της, όπως γράφεται στον χειρόγραφο Συναξαριστή.
Δεν μπορώ εδώ να αποσκοπήσω εκείνο το γεγονός το οποίο προξενεί έναν μεγάλο και ξεχωριστό έπαινο σ’ αυτόν τον χρυσό Άγιο, όπως το διηγείται στον αναλυτικό του Βίο ο Ανώνυμος συγγραφέας. Ο Αδελφειός, λέει αυτός, ο Επίσκοπος της έν Καππαδοκία Αραβισσού, ο οποίος πολύ περιποιήθηκε στην εξορία τον Άγιο, αυτός λέω, παρακαλούσε τον Θεό με θερμές δεήσεις να του φανερώσει, ποιά δόξα αξιώθηκε στους Ουρανούς ο θείος Χρυσόστομος. Την ώρα λοιπόν, που προσευχόταν ο Αδελφειός ήλθε σε έκσταση. Και να, βλέπει έναν άνδρα ολοφώτεινο, που του έδειχνε όλους τους Διδασκάλους και Ιεράρχες και Όσιους και όλο τον χορό όλων των δικαίων, όσοι πρόφθασαν να μεταβούν από την γη στους Ουρανούς Τότε ο Αδελφειός έβλεπε όλους εκείνους με χαρά, επιθυμώντας να δει και τον Ιωάννη. Επειδή όμως δεν τον είδε εκεί, λυπήθηκε. Τότε ο φωτόμορφος εκείνος είπε προς τον Αδελφειό· «Γιατί λυπήθηκες»; Εκείνος απάντησε· «Διότι δεν είδα στο τάγμα των Ιεραρχών τον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη». Και ο εμφανισθείς του λέει· «Τον χρυσό, λες Ιωάννη, το στόμα του Θεού; εκείνον τον υπεράνθρωπο; Γνώριζε ότι αυτόν δεν μπορείς να τον δεις διότι αυτός βρίσκεται εκεί, πού είναι ο θρόνος του Δεσπότου Χριστού». Μία παρόμοια οπτασία είδε και ο Όσιος Μάρκος ο ασκητής και άκουσε τα ίδια λόγια, που άκουσε και ο Αδελφειός, από τον Κύπρου Επιφάνιο, που τον καθοδηγούσε στην οπτασία, που είδε όντας σε έκσταση.

(Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής τ. Β΄, Έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ι. Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη Άγιον Όρος σ. 99-101).

Τίποτε δεν αναπαύει τόσο πολύ τήν ψυχή όσο η πραότητα. (Αγ. Ι. Χρυσοστόμου)




Ούτε να εξαγριωνόμαστε για τις εναντίον μας ύβρεις, και αν ακόμη είναι κατώτεροι αυτοί που διαπληκτίζονται με μας, αλλά με την επιείκεια και την πραότητα να καταστέλλουμε το θυμό. Γιατί τίποτε δεν υπάρχει πιο ισχυρό και τίποτε πιο δυνατό από την πραότητα. Αυτή εξασφαλίζει διαρκή γαλήνη στην ψυχή μας και την προετοιμάζει, σαν να πρόκειται να προσορμισθεί στο λιμάνι, και γίνεται αιτία για κάθε ανάπαυσή μας. Γι’ αυτό και ο Χριστός διδάσκοντας εκείνη τη θεία διδασκαλία, έλεγε: «Μάθετε από μένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός κατά την καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας». Γιατί τίποτε δεν αναπαύει τόσο πολύ την ψυχή και δεν την κάνει να ησυχάζει, όσο η πραότητα και η ταπεινοφροσύνη. Αυτές οι αρετές θα μπορούσαν να γίνουν γι’ αυτόν που τις έχει αποκτήσει, πολυτιμότερες από κάθε στέμμα και ωφελιμότερες από κάθε λαμπρότητα και δόξα. (Ματθ. 11,29).
Ο πράος λοιπόν άνθρωπος είναι αγαπητός σ’ όσους τον βλέπουν, αγαπητός και σ’ εκείνους που τον γνωρίζουν μόνον εξ ακοής. Και δεν υπάρχει κανείς που, όταν ακούσει να επαινείται ένας ήμερος άνθρωπος, δεν θα επιθυμούσε να τον δει και να τον χαιρετίσει και να τον έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του, γιατί θεωρεί κέρδος τη φιλία ενός τέτοιου ανθρώπου. Κι’ αν ακόμη μερικοί διαπληκτισθούν μεταξύ τους για χρηματικές διαφορές, πηγαίνουν γρήγορα στον καλοκάγαθο και πράο, γιατί πιστεύουν, ότι κάθε διαφορά και φιλονεικία θα βρει γρήγορα τη λύση της από την καλωσύνη εκείνου. Κι’ αν συμβεί ο ένας να αισθάνεται έχθρα προς τον άλλο, η ημερότητα του δικαστή τους αναγκάζει να γίνουν πράοι, αυτοί που εύκολα ξεσπούν σε οργή και θυμό…     Όπως η ακτίνα του ήλιου μόλις φανεί, διώχνει αμέσως το σκοτάδι, έτσι και ο καλοκάγαθος και πράος μεταβάλλει γρήγορα την ταραχή και τη διαμάχη σε ειρήνη και ησυχία.
Μην υπερηφανευόμαστε για κείνα που φοβίζουν τους ανθρώπους… Ώστε λοιπόν συμπεραίνουμε, ότι έναν άνθρωπο ήμερο, πράο και καλόψυχο κανένας δεν θα ήταν δυνατόν να τον φοβηθεί, αλλά όλοι τον σεβόμαστε, τον τιμούμε και τον ντρεπόμαστε. Δεν βλέπετε, πώς ένας άνθρωπος που προκαλεί φόβο, είναι μισητός και ανεπιθύμητος από όλους;…
Ας μη θεωρούμε λοιπόν σπουδαίο πράγμα, αν μας φοβούνται οι άνθρωποι.
Ο πράος και καλωσυνάτος άνθρωπος είναι πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, κηδεμόνας της φτώχειας, βοηθός των αδικούμενων και σ’ όλες τις περιπτώσεις επιβάλλει τη δύναμη της δικαιοσύνης. Ο πράος πατέρας είναι σεβαστός στο παιδί και το πράο παιδί σεβαστό στον πατέρα και ο δούλος στον κύριό του και τον κύριο τίποτε δεν τον κάνει τόσο συμπαθή στους υπηρέτες, όσο η πραότητα. Γιατί, όταν τον δουν να διακρίνεται για την επιείκειά του και να συμπεριφέρεται σε όλους με πραότητα, πολύ τον εκτιμούν και τον θαυμάζουν και τον θεωρούν πιο πολύ πατέρα παρά αφέντη.

(Ι. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 3, 16Β, και MG 63)

Συριακός μοναχισμός και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.(Μητροπολίτη Χαλεπίου Παύλου)


μονη αγιας θεκλας συρια17
Ο μοναχισμός στη Συρία
Ο μοναχισμός υπήρξε το πρώτο πνευματικό σχολείο, στο οποίο  θήτευσε και για το οποίο έγραψε ο ιερός Χρυσόστομος. Δεκαοκταετής ο  Χρυσόστομος βεβαιώθηκε για την ματαιότητα της θύραθεν σταδιοδρομίας  και την κλίση του προς τα ιερά γράμματα. Άγνωστο με ποιες συνθήκες, την  εποχή αυτή άρχισε την σπουδή του στο περίφημο «Ασκητήριο» του σχεδόν  πανεπιστήμονα Διόδωρου.
Το «Ασκητήριο» ήταν είδος σχολής μοναστηριακών και άρα ασκητικών προδιαγραφών, όπου διδασκόταν κατά κύριο λόγο ερμηνεία των Γραφών, αλλά συγχρόνως καί η πίστη της Εκκλησίας, γενικά η θεολογία.
Είχε τότε ο Χρυσόστομος συμμαθητή τον Θεόδωρο, έπειτα επίσκοπο  Μοψουεστίας (+428), τον Μάξιμο, έπειτα επίσκοπο Σελευκείας της  Ισαυρίας, και άλλους πού αγνοούμε.
Μολονότι λίγα χρόνια έζησε ο Χρυσόστομος ως μοναχός —μόλις έξι— δεν έπαψε ποτέ να θαυμάζει τον μοναχισμό και να εφαρμόζει στον εαυτό  του την πεμπτουσία του, την άσκηση.
Πρέπει να σημειωθεί εμφαντικά ότι οι πληροφορίες, που ο  Χρυσόστομος δίνει για μοναχούς και ασκητές, αποτελούν την πρώτη  σημαντική επώνυμη πηγή, που έχουμε για τον συριακό μοναχισμό.
Ο Συριακός μοναχισμός αναπτυσσόταν σε όλο τον συριακό χώρο το  ιδεώδες του αυστηρού ηθικοασκητικού βίου και της εγκράτειας, με την  επίδραση γενικά και ανατολικών σχετικών αντιλήψεων (rigorismus) και  ειδικότερα με την επίδραση των αφιερωμένων ομάδων (των υιών και  θυγατέρων της Διαθήκης) και των αναχωρητών της Μεσοποταμίας. Κοντά  στην Αντιόχεια, στα σπήλαια του όρους Σίλπιος και στις όχθες του  ποταμού Ορόντη, γύρω από και μέσα στις κωμοπόλεις Γίνδαρο (σήμερα Jenderes Jebel Cheikh) και Τελέδα (σήμερα Τel Ade), στην περιοχή της  Αντιοχείας ειδικά, στα γύρω της βουνά και δη στον Σίλπιο (Habib Al-Naggar) και στις ερημικές όχθες του Ορόντη ποταμού (Asi Nahri)74, ζούσαν  πολλοί μοναχοί ως αναχωρητές, ανά δύο-τρεις και ως κοινοβιάτες.
Οι αναχωρητές δεν ακολουθούσαν συγκροτημένους Κανόνες, και στον  τρόπο ασκήσεως υπήρχε πολλή ελευθερία76. Υπήρχαν πολλοί αναχωρητές,  οι ρεμιόθ ή ρεμοβήθ όπως τους ονομάζει ο λατίνος Ιερώνυμος. Ο ίδιος ο  Χρυσόστομος έζησε ως ρεμοβήθ τέσσερα χρόνια και ως αναχωρητής δύο.
Γι’ αυτό στα κείμενά του επισημαίνουμε προσωπικές εμπειρίες από τους  δικούς του ασκητικούς αγώνες. Όταν μιλάει ο Χρυσόστομος για την  άσκηση, τις προϋποθέσεις και τα επιτεύγματα της, αναφέρεται σε όλα τα  είδη μοναχισμού. Αλλά όμως επηρεάζεται ιδιαίτερα από μοναχούς  χαρισματούχους, όπως ο Μακεδόνιος και ο αγράμματος Ιουλιανός Σάββας  (†377), που επισκέπτονταν την Αντιόχεια και τα πλήθη τους τιμούσαν  περισσότερο κι από τους βασιλείς:
«Τί δε λέγω; ουχί πάντων βασιλέων καί τό όνομα αυτού (= του Ιουλιανού  Σάββα) λαμπρότερον άδεται νυν;»
Έτσι τα παιδιά των αρχόντων αηδιασμένα από την πολυτέλεια και την  ελευθεριότητα της ζωής στην Αντιόχεια, εγκατέλειπαν πλούτη και γονείς  και ακολουθούσαν τους μοναχούς ασκητές. Απέρριπτε ο Χρυσόστομος  παρεκκλίσεις, όπως των Μεσσαλιανών, που καταδικάστηκαν συνοδικά,  αλλά και από τον Φλαβιανό στην Αντιόχεια (390).
Η πλειονότητα των μοναχών τότε αγνοούσαν την ελληνική, όπως  αποδεικνύει το γεγονός ότι σε ορισμένες Μονές οι Ακολουθίες και η θεία  Λειτουργία ψέλνονταν και ελληνικά και συριακά.
Ακόμη περισσότερο επιβλήθηκαν οι μοναχοί στην συνείδηση των  χριστιανών και όταν, μετά την συντριβή των βασιλικών προτομών από  το επαναστατημένο πλήθος της πόλεως, το 387, άρχισαν οι διώξεις, οι  δίκες, και οι εκτελέσεις επαναστατών από τους απεσταλμένους τού  αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Τότε, πολλοί μοναχοί, πού για δεκαετίες  ασκήτευαν στα κοινόβια και τα ασκητήρια, ήρθαν στην Αντιόχεια και  παρακαλούσαν τους δικαστές και τους στρατιωτικούς να σπλαχνισθούν  τους άτυχους επαναστάτες αντιοχείς. Πολλές φορές, μάλιστα, προσέφεραν και τον εαυτό τους ακόμα.
Ο μοναχισμός ιδεώδης κοινωνία
Από την περίοδο της ζωής του Χρυσοστόμου στην Αντιόχεια  προέρχονται τα περισσότερα ασκητικά έργα του. Έτσι εκτός από το  ασκητικό πνεύμα όλης της χριστιανικής ηθικής του Αγίου, έγραψε ο ίδιος  καθαρά ασκητικά έργα. Μέχρι το 382, έγραψε τέσσερις Λόγους, όπου  προβάλλεται το κοινόβιο μοναστήρι ως κοινωνία απαλλαγμένη από  πάθη. Σημειώτεον είναι ότι μεγάλοι πατέρες της Φιλοκαλίας του Δ΄ και Ε’  αιώνος υπήρξαν μαθητές τού Χρυσοστόμου, όπως ο Μάρκος ο ασκητής, ο  Κασσιανός ο Ρωμαίος και ο Νείλος ο ασκητής. Είναι πολύ χαρακτηριστική  σ’ αυτούς, περισσότερο από τους άλλους ασκητικούς πατέρες, η συνεχής  χρήση της Γραφής· ως φυσική απόρροια της μαθητεύσεώς τους στο  βιβλικότατο Χρυσόστομο. Στο Νείλο όμως είναι αλληγορική· ξένη  μέθοδος για το διδάσκαλο του τον ι. Χρυσόστομο.
Επειδή, μάλιστα, υπήρχαν στην Αντιόχεια και μοναστήρια, τα οποία  κυρίως λειτουργούσαν ως σχολεία για νέους, όπως π.χ. το «ασκητήριο»  των Διόδωρου και Καρτερίου, όπου φοίτησε και ο Χρυσόστομος,  υποστηρίζει ότι εκεί ο νέος μπορεί να βρει την καταλληλότερη αγωγή.
Ο ενθουσιασμός του Χρυσοστόμου για τον μοναχισμό και η  περιστασιακή ανάγκη ν’ απολογηθεί γι’ αυτόν, μπροστά από μία πολύ εγκοσμοποιημένη κοινωνία όπως της Αντιοχείας, τον οδηγεί σ’ εξάρσεις,  που δυνατόν να θεωρηθούν απολυτοποίηση του μοναχισμού, κατ’ αυτόν  οι μοναχοί επέλεξαν την άριστη πολιτεία.
Αυτή η προτίμηση του Χρυσοστόμου δεν αποτελεί αντίφαση προς τη  διδασκαλία του ότι η χριστιανική τελείωση είναι δυνατή και στον κόσμο, διότι η υπεροχή της παρθενίας δεν είναι ηθική αλλά τροπική και μεθοδική. Αυτό το συμπεραίνει ο ι. πατήρ από τα ακόλουθα. Επειδή η ζωή  στις πόλεις έχει εξομοιωθεί με τα «γινόμενα έν Σοδόμοις»  και λόγω της επικρατούσης διαφθοράς έχουν εκλείψει οι συνθήκες οι απαραίτητες για  την άσκηση και την χριστιανική τελείωση, επειδή οι πόλεις έχουν κατά τη  γνώμη του καταντήσει σατανική φωτιά, γι’ αυτό η μοναχική κοινωνία  είναι ασφαλέστερη. Ευχής αντικείμενο είναι για το Χρυσόστομο να ήταν οι κοινωνίες τέλειες, οπότε δεν θα χρειαζόταν τα μοναστήρια. Εάν δηλαδή  η κοινωνία ταυτιζόταν με την Εκκλησία και ο κόσμος με τη βασιλεία τού  Θεού. Δηλαδή αν βασίλευαν οι μοναχοί ή «φιλοσοφούσαν» οι βασιλείς,  δεν θα υπήρχε λόγος τού μονάζειν. Άξιοι κατηγορίας όμως για την κατάσταση πού επικρατεί στην πραγματικότητα είναι όχι οι μοναχοί άλλ’  εκείνοι πού κάνουν τις πόλεις δύσβατο έδαφος για την αρετή.
(Απόσπασμα εισήγησης  με θέμα » Ο ΑΓ. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ » που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Επιστημονικόν Συνέδριον επί τη 1600 επετείων Ιωάννου του Χρυσοστόμου  στην Κωνσταντινουπόλη το 2007 )

Σύγχρονοι εκκλησιολογικοί προβληματισμοί με βάση τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.(πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση)


 
 Απόσπασμα
«…Μετά τήν ελπιδοφόρο νεοπατερική άνθηση των τελευταίων δεκαετιών…, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά, ώστε να  μη δικαιολογούνται πλέον οι αισιόδοξες προβλέψεις και προοπτικές για την πορεία της Ορθοδοξίας τόν 21ο αιώνα, αν η εκκλησιαστική ηγεσία δεν αντιληφθεί τούς κινδύνους και δέν διαμορφώσει ποιμαντικά τις συνθήκες,ώστε να τηρούνται στον εκκλησιαστικό βίο τά δύο απαραίτητα στοιχεία, χωρίς τα οποία ούτε Ορθοδοξία υπάρχει, ούτε συνεπώς καί δυνατότης σωτηρίας.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως καί οι άλλοι Άγιοι Πατέρες, με επιμονή αναφέρεται στις δύο αυτές ουσιώδεις πλευρές της χριστιανικής ζωής… Η αχώριστη αυτή δυάδα είναι «η δογμάτων ακρίβεια και η ορθότης του βίου», η ενότητα δόγματος και ήθους, η οποία σήμερα πλήττεται από τόν δογματικό μινιμαλισμό του Οικουμενισμού, …ως καί από την εκκοσμίκευση, από την είσοδο του κοσμικού, του γήϊνου φρονήματος μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, κλήρου και λαού, ακόμη και μέσα στους κόλπους του κατ” εξοχήν φυγόκοσμου καί εν ξενιτεία καί αποταγή ζώντος Μοναχισμού…
Επί πολλές δεκαετίες, …απασχολεί πολλούς πιστούς μέ ενταση και σωτηριολογική αγωνία το θέμα του ποιά επί τέλους είναι η αληθινή Εκκλησία, πού βρίσκεται η Εκκλησία; Είναι δυνατόν να θεωρούνται ως εκκλησίες οι αιρέσεις καί τά σχίσματα; Είναι επιτρεπτόν θεολογικά η Εκκλησία, η αδιακόπως υφισταμένη μέχρι σήμερα διά της διπλής αποστολικής διαδοχής, διαδοχής εν πρώτοις στό σύνολο των αληθειών της πίστεως, και χρονικής διαδοχής κατόπιν στούς επισκοπικούς θρόνους, νά υποβιβάζεται και νά συμφύρεται ως ένα πολλοστημόριο μεταξύ εκατοντάδων άλλων δήθεν εκκλησιών, όπου η διαδοχή της αλήθειας έχει διακοπή από νεωτερικές ανθρώπινες διδασκαλίες, και η χρονική διαδοχή των επισκόπων, όπου υπάρχει, έχει ακυρωθή λόγω της διακοπής της αλήθειας; Υπήρξε ποτέ περίοδος στή ζωή της Μίας Εκκλησίας, κατά τήν οποία οι αιρέσεις και οι αιρετικοί εθεωρούντο μέλη της Εκκλησίας; …Πώς συμπεριφέρθηκε ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος απέναντι στις θρησκείες και στις αιρέσεις της εποχης του;
Συναφή εκκλησιολογικά θέματα πού έχουν ανάγκη διασαφήσεως είναι και ο υπερβαλλόντως προβαλλόμενος από μερίδα ορθοδόξων θεολόγωνεπισκοποκεντρισμός, ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζει επίσκοπο και εκκλησία, κατ” απομίμησιν της ταυτίσεως πάπα και εκκλησίας, ώστε εν πολλοίς ορθώς να επιρρίπτεται η μομφή εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι ο μεν Ρωμαιοκαθολικισμός έχει ένα πάπα οι δε Ορθόδοξοι τόσους πάπες όσοι είναι και οι επίσκοποι. Προκύπτει μέσα από τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου αυτός ο επισκοποκεντρισμός; Σε περιόδους συγχύσεως και ακαταστασίας, κατά τις οποίες οι ποιμένες μεταβάλλονται σέ προβατόσχημους λύκους και διαφθείρουν την ευαγγελική αλήθεια και ζωή, δεν μπορούν να  εκφράσουν την εκκλησιαστική συνείδηση οι πρεσβύτεροι και οι μοναχοί αλλά ακόμη και οι λαϊκοί; Εχουμε στην περίπτωση αυτή σχίσμα; Ποιοι προκαλούν τό σχίσμα και τις ταραχές μέσα στη ζωή της Εκκλησίας;
Ήταν σχισματικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όπως τόν κατηγόρησαν οι τότε κρατούντες στην Εκκλησία, ή αυτοί πού αθέτησαν τούς θεσμούς και τις παραδόσεις της Εκκλησίας, υπέρ των οποίων αγωνιζόταν εκείνος;…

2. Ή γνώμη του γιά τις αιρέσεις

Με την ίδια ποιμαντική εγρήγορση και ανυποχώρητη αγωνιστικότητα αντιμετώπισε ο Χρυσόστομος καί τις αιρέσεις τής εποχής του… Σε εγκωμιαστική του ομιλία στόν Αγιο Μελέτιο Αντιοχείας, ο οποίος προήδρευσε της Β” Οικουμενικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη, πού εθεσε τέρμα στην δράση των αντιτριαδικών αιρέσεων και ολοκλήρωσε το σύμβολο της πίστεως, αναφέρεται στην επιτυχή αντιαιρετική του δράση, η οποία του εστοίχισε διωγμούς και εξορίες. Μόλις ανέλαβε, λέγει, τήν θέση του επισκόπου, απήλλαξε την Αντιόχεια από τήν αιρετική πλάνη …«καί τά σεσηπότα μέλη καί ανιάτως έχοντα του λοιπού σώματος αποκόψας, ακέραιον την υγείαν επανήγαγε τω πλήθει της Εκκλησίας». Καί μόνον αυτή του η θέση είναι αρκετή, για να δείξει πώς πρέπει νά αντιμετωπίζεται η αίρεση, ως διαστροφή της αλήθειας καί ως αρρώστια στό σώμα της Εκκλησίας, σέ όλες τις εποχές καί στήν δική μας. …Ο Ιωάννης, μετά τήν εκ του Μοναχισμού επιστροφή του, έγινε, ως κληρικός πλέον, στενός συνεργάτης αμφοτέρων καί βοηθός διά του φλογερού του κηρύγματος στήν εκρίζωση του Αρειανισμού, τούς κινδύνους εκ του οποίου δέν αντελαμβάνοντο πολλοί Αντιοχείς καί επεσκέπτοντο ακόμη καί ναούς Αρειανών…
Συνιστά νά αποφεύγουμε τις συναναστροφές μέ τούς αιρετικούς, όπωςαποφεύγουμε τά δηλητήρια των φαρμάκων, γιατί είναι χειρότεροι από αυτά. Εκείνα βλάπτουν τό σώμα, αυτοί καταστρέφουν τήν σωτηρία της ψυχης. Αν η συναναστροφή μέ τούς αίρετικούς καί η φιλία οδηγεί καί σέ κοινωνία της ασεβείας, πρέπει νά τήν αποφεύγουμε, ακόμη καί άν πρόκειται γιά τούς γονείς μας. Ήταν πολύ αυστηρός καί στόν εαυτό του ο Χρυσόστομος στό θέμα της κοινωνίας μέ τούς αιρετικούς. Επειδή οι γνωστοί Μακροί Αδελφοί είχαν κατηγορηθη από τόν πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο ως Ωριγενιστές, ενώ τούς προστάτευσε, δέν είχε λειτουργική κοινωνία μαζί τους. Αυτός άλλωστε ήταν καί ο λόγος γιά τόν οποίο ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, εξαπατηθείς από τόν Θεόφιλο ότι καί ο Χρυσόστομος ήταν Ωριγενιστής, ήλθε στήν Κωνσταντινούπολη νά βοηθήσει τόν Θεόφιλο καί δέν είχε καμμία κοινωνία μέ τόν Άγιο Χρυσόστομο, ως αιρετικό. Αρνήθηκε νά παραχωρήσει ως πατριάρχης ο Χρυσόστομος ναό στόν πανίσχυρο Γότθο ηγεμόνα Γαϊνά, επειδή ήταν Αρειανός, παρά τήν πίεση του αυτοκράτορος Αρκαδίου, ο οποίος είχε ανάγκη των στρατιωτικών υπηρεσιών του. Επαινεί τόν πατριάρχη Αλεξανδρείας Φλαβιανό, διότι διεχώρισε τά λείψανα μαρτύρων πού ήσαν θαμμένα μαζί μέ λείψανα αιρετικών έτσι, λέγει, απαλλάχτηκαν τά πρόβατα από τούς λύκους, οι ζώντες από τούς νεκρούς. Έμειναν οι μαργαρίτες της πίστεως μόνοι, ανέπαφοι από τήν δυσωδία των αιρετικών λειψάνων.
…Δίδει μεγάλη σημασία ο Άγιος Ιωάννης στόν εναντίον των ετεροθρήσκων καί αιρετικών αγώνα. Ολόκληρος ο τέταρτος «Περί Ιερωσύνης» λόγος του είναι αφιερωμένος στό νά δείξει ότι ο ιερεύς πρέπει νά εχει υψηλή θεολογική συγκρότηση, νά γνωρίζει τις θέσεις καί τά επιχειρήματά τους, νά διαθέτει τά απαραίτητα όπλα γιά νά τούς αποκρούει.
…Σχεδόν ταυτίζει τήν Ιερωσύνη ο Άγιος Χρυσόστομος μέ τό κήρυγμα, μέ τη διδασκαλία του λόγου, χωρίς βέβαια νά υποτιμά τήν τελετουργία των μυστηρίων. …Δέν ωφελούν οι ασκητικοί κόποι καί ιδρώτες, όταν, λόγω αγνοίας καί απειρίας των δογμάτων, πέσει κανείς σέ αίρεση καί αποχισθεί από τό σώμα της Εκκλησίας. Διαβεβαιώνει ο Άγιος Ιωάννης ότι γνωρίζει πολλούς πού τό έπαθαν αυτό. Δέν ωφελεί λοιπόν μόνον ο ενάρετος βίος, χωρίς τά υγιή δόγματα, ούτε βέβαια η υγιής πίστη, όταν ο βίος είναι διεφθαρμένος.
Αν εφαρμόσουμε όσα γιά τις αιρέσεις αναφέραμε, ολίγα εκ πολλών, στήν σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας, η εικόνα είναι ζοφερή. Ό,τι είπαμε γιά τήν Απολογητική, πού αντιμετώπιζε παλαιότερα τούς εξωτερικούς εχθρούς της Εκκλησίας, τούς αλλοθρήσκους, ισχύει καί γιά τό αντιαιρετικό κήρυγμα.Έπαυσε νά ακούγεται στούς ναούς λόγος εναντίον των αιρέσεων, ωσάν ή Εκκλησία νά έχει περιλάβει στούς κόλπους της όλους όσοι ονομάζονται Χριστιανοί, ωσάν νά ανήκουν όλοι οι Χριστιανοί στό σώμα του Χριστού, νά μνημονεύονται όλοι στό δισκάριο της Προσκομιδης, νά κοινωνούν όλοι εκ του αυτού ποτηρίου. Καί μολονότι αυτό δέν έχει γίνει, καί υπάρχουν Χριστιανοί πολυπληθείς ανά τόν κόσμο πού δέν είναι υγιείς, νοσούν στήν πίστη, στά δόγματα, καί είναι αποκομμένοι από τό σώμα της Εκκλησίας, όχι μόνο δέν παρουσιάζουμε τά νόθα δόγματα καί τις πλάνες τους, γιά νά γιατρέψουμε καί τούς ίδιους καί νά προφυλάξουμε καί τά μέλη της “Εκκλησίας από τήν λύμη των αιρέσεων, αλλά τούς καθησυχάζουμε πώς δέν είναι αιρετικοί, είναι καί αυτοί εκκλησίες, όπως εμείς, καί μάλιστα αδελφές εκκλησίες, συγκροτούμε μαζύ τους συμβούλια εκκλησιών, αναγνωρίζουμε τό βάπτισμά τους ως έγκυρο, συμπροσευχόμαστε, μας δίδουν καί τούς δίδουμε ναούς καί πολλά άλλα, όσα η οικουμενιστική σύγχυση των ημερών μας έχει προκαλέσει. Τά πάντα «άνω καί κάτω γέγονε» θά έλεγε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.Γκρεμίσαμε τούς φράκτες, τά όρια πού έθεσαν οι Άγιοι Απόστολοι καί οι Άγιοι Πατέρες…
Δέν θά φθάσετε στήν ενότητα, λέγει [ο διάβολος] σέ όσους τόν ακούουν, αγωνιζόμενοι γιά τήν αλήθεια· κάνουν λάθος ο Χριστός, οι Απόστολοι, οι Πατέρες· θά φθάσετε στήν ενότητα μέ τήν αγάπη. Αφήστε τά δόγματα στούς θεολόγους, κλείστε τους σέ ενα νησί καί άς συζητούν όσο θέλουν. Ούτε δογμάτων ακρίβεια, ούτε βίου ορθότης είναι απαραίτητα γιά τήν σωτηρία, όπως διδάσκει τό Ευαγγέλιο καί σύμπας των Πατέρων ο χορός, μέ έμφαση δέ ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Θά σάς σώσει τώρα ο Οικουμενισμός, πού καταλύει τήν αποκλειστικότητα, τόν ναρκισσισμό, τό δόγμα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής καί Αποστολικής Εκκλησίας, καί καταργεί τήν αυστηρότητα της Ευαγγελικής ζωής, διευκολύνοντας τήν εκκοσμίκευση. Μπορούμε ετσι τώρα στις τρείς πτώσεις πού προκάλεσε ο Διάβολος, κατά τόν αείμνηστο καί όσιο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, τις πτώσεις του Αδάμ, του Ιούδα καί του πάπα, νά προσθέσουμε καί τέταρτη πτώση, τήν πτώση του Οικουμενισμού. Ίσως βέβαια σκεφθεί κάποιος καί πεί ότι ορθώς ο Άγιος Χρυσόστομος ομιλεί γιά τούς αιρετικούς καί τούς ελέγχει. Τότε έτσι πίστευαν. Σήμερα έχουν αλλάξει αυτά. Δέν πρέπει νά ασχολούμαστε πλέον καί νά αγωνιζόμαστε εναντίον των άλλων θρησκειών καί των αιρέσεων. Έτσι μου απήντησε γραπτώς μεγαλόσχημος καί γνωστός επίσκοπος, κεκοιμημένος τώρα, όταν του εστειλα τό βιβλίο μου γιά τήν Ουνία, στό οποίο παρουσίαζα τήν εξέλιξη της εξετάσεως του θέματος, στόν διάλογο Ορθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικών, από τόν οποίο μέ απεμάκρυναν γιά τήν όποια συμβολή μου στήν καταδίκη της Ουνίας.
Επειδή λοιπόν κυριαρχούν στήν εκκλησιαστική επικαιρότητα οι θεολογικές συζητήσεις γιά τά όρια της Εκκλησίας, …άς επιτραπεί νά ακουσθεί εδώ στό συνέδριο μας ενας σαφής χρυσοστομικός-πατερικός λόγος.
Οι Ορθόδοξοι τίποτε δέν αλλάσσουμε από όσα παραλάβαμε· ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε, ούτε αλλοιώνουμε. Όσους προσθέτουν καί αφαιρούν καί αλλοιώνουν τούς αποκηρύσσουμε, τούς αναθεματίζουμε ως αίρετικούς, όπως έκαναν οι άγιες σύνοδοι καί οι Άγιοι Πατέρες…
Η διά των αιώνων ομόφωνη, σταθερή καί αταλάντευτη αυτή αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας εκφραζόταν από τό σύνολο των ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι καί του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Από του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου (1998) η πρώην παραδοσιακή καί αυστηρή σέ θέματα πίστεως τοπική αυτή εκκλησία, άλλαξε στάση καί προσδέθηκε στό άρμα του Οικουμενισμού…
Σύμφωνα λοιπόν μέ τά λεχθέντα υπάρχουν καί σήμερα αιρέσεις καί μάλιστα πιό επικίνδυνες, γιατί καλύπτουν τό αληθινό τους πρόσωπο ο κυριαρχών Οικουμενισμός καί η απατηλή σύντροφος του η αγαπολογία. Γι” αυτό όσα είπε καί έπραξε γιά τίς αιρέσεις της εποχής του ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ελάχιστα των οποίων παρουσιάσαμε, ισχύουν πολύ περισσότερο καί σήμερα. Μπορεί κανείς νά εχει σ” αυτά αντίρρηση, άν επιθυμεί νά είναι ενσωματωμένος στήν διά των αιώνων από τούς Άγιους Πατέρες εκφραζόμενη αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας; Όπως σέ παρόμοια περίπτωση κατά τήν διάρκεια των εργασιών της Z” Οικουμενικής Συνόδου γιά τό θέμα των άγιων εικόνων είπε ο μητροπολίτης Νικομηδείας Πέτρος, «Ιωάννης ο Χρυσόστομος τοιαύτα λέγει· τις έτι τολμά ειπείν κατ” αυτών;». Ετολμήθη, παρά ταύτα, νά χρησιμοποιηθεί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μέ εσφαλμένη κατανόηση μερικών θέσεών του, υπέρ του Οικουμενισμού από τόν καθηγητή Ευάγγελο Θεοδώρου, αποκαταστάθηκε όμως ή αλήθεια από τόν εμβριθή μελετητή τής διδασκαλίας του αείμνηστο καθηγητή Κωνσταντίνο Μουρατίδη.

3. Τό Σχίσμα. Παρανόηση της χρυσοστομικής διδασκαλίας.

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου καί γιά τό σχίσμα, τό οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: «Του εις αιρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν». Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά καί στις ημέρες μας, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος γιά τούς Παλαιοημερολογίτες καί όταν επίσης πολλοί κληρικοί καί πιστοί, προβληματισμένοι γιά τήν εκκλησιολογική αίρεση του Οικουμενισμού, φθάνουν μέχρι του σημείου νά σκέπτονται διακοπή τής κοινωνίας μέ τούς οικουμενιστάς επισκοπους. Τοτε τούς επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος μέ τήν επίκληση καί αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στήν οποία διετύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν τήν θέση είναι τελείως διαφορετική, ο ίδιος δέ δέν δίστασε νά διακόψει τήν κοινωνία μέ άλλους επισκόπους καί να επαινέσει στά κειμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές πού στέλνει απο τήν εξορία, όσους κληρικούς καί λαϊκούς ηρνούντο νά δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τούς διώκτες καί διαδόχους του.
Η συνολική ερευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου πρός τούς διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη πού συνήθως προβάλλεται μέ βάση σύσταση καί συμβουλή του Χρυσοστόμου πρός τούς οργισμένους γιά τήν εξορία του κληρικούς καί λαϊκούς νά κάνουν υπακοή στόν διάδοχο του καί νά τόν αναγνωρίσουν, διότι δέν μπορεί η Εκκλησία νά μείνει χωρίς επίσκοπο, νά είναι «ανεπίσκοπος». Αντίθετα, από τήν διδασκαλία καί τήν ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας πρός τόν επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σέ περίπτωση πού κηρύσσει αιρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία μέ τόν 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο καί προφανές, αλλά ακόμη καί σέ περίπτωση κατά τήν οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως καί ζωης. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου γιά τήν πίστη καί τήν ζωή είναι ενιαία, ο δέ απόστολος Παύλος απέκοψε από τήν εκκλησιαστική κοινωνία τόν αιμομίκτη της Κορίνθου γιά ηθικό παράπτωμα καί όχι γιά αίρετική διδασκαλία. Αυτήν τήν χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερες αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε τήν κοινωνία γιά τό ηθικό θέμα της «μοιχοζευξίας», γιά τό ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχη του πατριάρχου, ευλόγησε τόν δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Στ” (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος.
…Απαντώντας δέ καί σέ ένσταση πού στρεφόταν εναντίον του ότι δέν έπρεπε νά προβεί σέ καθαιρέσεις καί νά προκαλέσει αναστάτωση καί σχίσμα, αφού δέν υπηρχε θέμα αιρέσεως, αλλά ήσαν ορθόδοξοι οι καθαιρεθέντες, είχαν τήν ίδια πίστη, απαντά ότι δέν αρκεί τό ότι ήσαν ορθόδοξοι· είχαν προσβάλει μέ τήν σιμωνία τήν χειροτονία, τήν ίερωσύνη. Όπως πρέπει νά αγωνιζόμαστε γιά τήν πίστη, έτσι πρέπει νά αγωνιζόμαστε καί γιά τήν κανονική, τήν σωστή εκλογή των επισκόπων. Γιατί, άν μπορεί ο καθένας νά γεμίζει τά χέρια του μέ χρήματα καί νά εξαγοράζει τήν ιερωσύνη, άς προσέλθουν τότε όλοι, άξιοι καί ανάξιοι. Δέν χρειάζεται πλέον τό άγιο θυσιαστήριο, δέν χρειάζεται η γνώμη του πληρώματος της Εκκλησίας, ούτε ο σύλλογος των ιερέων. Ας τά καταργήσουμε όλα αυτά καί άς τά καταστρέψουμε. …Μπροστά στό προσήκον, στό σωστό, δέν κάνει καμμία παραχώρηση ο Χρυσόστομος, ακόμη καί άν πρόκειται νά αποσχισθούν μερικοί από τήν Εκκλησία. Αυτό άς τό σημειώσουμε όσοι στούς καιρούς μας διστάζουμε νά πράξουμε αυτό πού πρέπει, επικαλούμενοι τόν κίνδυνο σχίσματος. Καί τό προσήκον στήν περίπτωση αυτή ήταν η κανονική, η μή σιμωνιακή ιερωσύνη, η κάθαρση της Εκκλησίας από τούς αναξίους επισκόπους.
…Καθ” όλην τήν διάρκεια της πατριαρχίας του, εξασθενημένος σωματικά αλλά άκαμπτος καί ανυποχώρητος μπροστά στό προσήκον μέχρι τό τέλος τής ζωής του, πού επισυνέβη απο τις ταλαιπωρίες της εξορίας, εισέπραξε, και εξόριστος ων, αφάνταστο μίσος εκ μέρους αναξίων επισκόπων, ελεγχομένων από τήν ζωή καί τήν διδασκαλία του, πράγμα πού τόν οδήγησε νά γράψει πρός τήν διακόνισσα Ολυμπιάδα ότι δέν φοβάμαι κανένα άλλο όσο τούς επισκόπους, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις: «Ουδένα γάρ λοιπόν δέδοικα ως τούς επισκόπους, πλην ολίγων».
Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι ή συνάφεια, μέσα στήν οποία ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε ότι τό σχίσμα είναι εξ ίσου κακό μέ τήν αιρεση καί ότι ούτε τό αίμα του μαρτυρίου δέν μπορεί νά εξαλείψει τήν αμαρτία του σχίσματος, έχει σχέση μέ τις διαιρέσεις πού προκαλούνται εξ αιτίας της φιλαρχίας καί της κενοδοξίας όσων εκλέγονται αναξίως επίσκοποι καί όσων εισπηδούν σέ ξένες δικαιοδοσίες γιά νά στηρίξουν τούς αναξίους, καί όχι μέ όσους αντιδρούν γιά τήν καταπάτηση των θεσμών της Εκκλησίας. Οι πρώτοι σχίζουν καί διαιρούν τήν Εκκλησία καί όχι οι δεύτεροι, έστω καί άν, από τήν κυριαρχούσα στήν ηγεσία της Εκκλησίας σχισματική ομάδα, χαρακτηρίζονται ως σχισματικοί, όπως χαρακτηρίσθηκαν ο Άγιος Ιωάννης καί οι έχοντες κοινωνία μαζί του κληρικοί καί λαϊκοί, ως «σχίσμα των Ιωαννιτών», από τούς πράγματι σχισματικούς διαδόχους του. Σ” αυτούς επιρρίπτει ευθέως τήν κατηγορία του σχίσματος καί τούς στολίζει μέ βαρείς χαρακτηρισμούς, όπως θά δούμε. Πολύ περισσότερο δέν έχουν καμμία σχέση ούτε μέ τούς Παλαιοημερολογίτες, ούτε μέ όσους νεοημερολογίτες ανησυχούν καί αγωνιούν γιά τήν κυριαρχία της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, μέ τούς εκπροσώπους του οποίου, ετεροδόξους καί Ορθοδόξους, έπρεπε αυτονοήτως καί προφανώς νά διακόψουμε κάθε κοινωνία. Αυτό προκύπτει σαφώς από όσα περί αιρέσεων παρουσιάσαμε του Αγίου Ιωάννου, αλλά καί από τήν θέση του Αποστόλου Παύλου στήν πρός Εφεσίους επιστολή, ότι η ενότητα στήν Εκκλησία διασφαλίζεται, όταν οι πιστοί είναι «εν σωμα και εν πνεύμα», όταν υπάρχει «είς Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα». Πιστεύει ο Άγιος Χρυσόστομος, ότι καλώς ο Απόστολος μετά τό «εν σώμα» έθεσε καί τό «εν πνεύμα», γιά νά δείξει ότι από τό ενα σώμα θά υπάρχει ασφαλώς καί ενα πνεύμα, η ιδια πίστη, ή ακόμη ότι δέν αρκεί νά είναι κανείς ενσωματωμένος στήν Εκκλησία, στό «εν σώμα», χρειάζεται νά έχει καί τό πνεύμα της Εκκλησίας, καί αυτό ισχύει όχι μέ τούς αίρετικούς πού είναι εκτός του σώματος της Εκκλησίας, αλλά μέ όσους Ορθοδόξους ανήκουν στό σώμα της Εκκλησίας, δέν εχουν όμως τό πνεύμα της Εκκλησίας, καί είναι φίλοι των αιρετικών.
Θά συμπληρώσουμε τις περί σχίσματος θέσεις του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου παρουσιάζοντας πιό ολοκληρωμένη εικόνα από τήν αποσπασματική καί επιλεκτική πού προβάλλεται μέ τήν επίκληση της συμβουλής του πρός τούς κληρικούς καί λαϊκούς μετά τήν καθαίρεση καί εξορία του νά αποδεχθούν καί νά υπακούσουν στούς διαδόχους του, γιατί η Εκκλησία δέν μπορεί νά είναι χωρίς επίσκοπο. Προηγουμένως πρέπει νά πούμε ότι ο Χρυσόστομος στήν εκκλησιολογία του δέν είναι επισκοποκεντρικός, όπως υπάρχει τάση σέ αρκετούς κληρικούς καί θεολόγους σήμερα νά παρουσιάζουν τήν Ορθόδοξη Εκκλησία ως δήθεν επισκοποκεντρική .
Δέν βλέπει μεγάλη απόσταση μεταξύ του επισκόπου καί του πρεσβυτέρου, αντίθετα πρός τό χάσμα πού εχει δημιουργηθεί σήμερα, κατά τό οποίο ο επίσκοπος είναι τό πάν, οι πρεσβύτεροι καί ο λαος τίποτε, υμνητές και προσκυνητές του επισκόπου. Η Ιερωσύνη είναι ενιαία, ασκούμενη αυθεντικώς καί από τόν επίσκοπο καί από τούς πρεσβυτέρους… «Διαλεγόμενος περί επισκόπων και χαρακτηρίσας αυτούς και ειπών τίνα μέν εχειν, τίνων δέ απέχεσθαι χρη, καί τό των πρεσβυτέρων τάγμα αφείς εις τούς διακόνους μετεπήδησε. Τι δήποτε; Ότι ού πολύ τό μέσον αύτων καί των επισκόπων. Καί γάρ καί αυτοί διδασκαλίαν εισίν αναδεδεγμένοι καί προστασίαν της Εκκλησίας. Καί α περί επισκόπων είπεν, ταύτα καί πρεσβυτέροις αρμόττει. Τή γάρ χειροτονία μόνη υπερβεβήκασι καί τούτω μόνο δοκούσι πλεονεκτείν τούς πρεσβυτέρους».
Μετά τήν αναγκαία αυτή γιά τούς σημερινούς εκκλησιολογικούς προβληματισμούς επισήμανση επανερχόμαστε στά περί σχίσματος. Πράγματι η καθαίρεση καί εν συνεχεία η εξορία του Χρυσοστόμου εδημιούργησαν εκκλησιολογικό δίλημμα στούς κληρικούς καί στούς λαϊκούς γιά τό άν έπρεπε νά αποδεχθούν τις αποφάσεις της συνόδου… Δεχόμαστε λοιπόν τις αποφάσεις όλων των συνόδων, καί των ληστρικών; Δέν υπάρχουν «ψευδείς» καί «αληθείς» σύνοδοι; Ήταν φοβερός ο λαϊκός ξεσηκωμός υπέρ του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου… Αποφασισμένος όμως καί ο αυτοκράτωρ Αρκάδιος νά πραγματοποιήσει τήν απομάκρυνση, ιδιαίτερα όταν οι εχθροί του Χρυσοστόμου επίσκοποι της ψευδοσυνόδου τόν προέτρεψαν νά χρησιμοποιήσει βία…
Ο Χρυσόστομος δέν είχε αναγνωρίσει ποτέ ως κανονική τήν καθαίρεσή του καί θεωρούσε ότι τό σχίσμα τό προκαλούσαν οι αντίπαλοι του. Ήδη οι περί αυτόν σαράντα επίσκοποι, εχοντες μάλιστα τήν πλειοψηφία σέ σχέση μέ τούς τριανταέξη πού συγκέντρωσε ο Θεόφιλος παρά τήν Δρυν, εκ των οποίων είκοσι επτά είχε φέρει από τήν Αίγυπτο, είχαν απευθυνθή πρός τόν Θεόφιλο καθιστώντας τον υπεύθυνο γιά τό σχίσμα: «Μη κατάλυε τά πράγματα της Εκκλησίας καί μη σχίζε τήν Εκκλησίαν, δι’ ην ο Θεός εις σάρκα κατήλθε»…
Επειδή λοιπόν επίστευε ότι τό σχίσμα τό προκαλούν οι αντίπαλοί του, ουδέποτε διενοήθη νά αποδεχθεί τις αποφάσεις των δύο ψευδοσυνόδων, της «επί Δρυν» καί της δεύτερης πού ανανέωσε τις αποφάσεις εκείνης, καί νά αποχωρήσει του θρόνου οικειοθελώς· αυτό θά εσημαινε αναγνώριση της κανονικότητος των αποφάσεων. Από τήν αρχή των περιπετειών του μέχρι του θανάτου του επίστευε ότι αυτός είναι ο νόμιμος καί κανονικός επίσκοπος στόν θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γι” αυτό καί όταν ο Αρκάδιος του εζήτησε νά αποχωρήσει από τόν ναό οικειοθελώς γιά νά αποφευχθούν καί οι ταραχές, έδωσε τήν γνωστή γενναία απάντηση: «Εγώ παρά του Σωτήρος Θεού αποδέδεγμαι την Εκκλησίαν ταύτην εις επιμέλειαν της του λαού σωτηρίας, και ου δύναμαι αύτην καταλείψαι· ει δέ τούτο βούλει (η γάρ πόλις σοι διαφέρει), βία με εξέωσον, ίνα έχω απολογίαν της λιποταξίας την σην αυθεντίαν». Ήταν εκ του Θεού χειροτονημένος καί τοποθετημένος, καί η εθελουσία εγκατάλειψη του ποιμνίου που του ενεπιστεύθη ο Θεός θά ήταν λιποταξία. Πιστεύει ότι η εκλογή του ήταν θεόθεν, όχι μέ ψήφους ανθρώπων, γι” αυτό καί δέν μπορούν νά τόν καταργήσουν άνθρωποι· καί εξ αυτού προκύπτει βεβαίως ότι οι αποφάσεις των συνόδων δέν είναι πάντοτε θεοκίνητες, δέν τις επικυρώνει πάντοτε ο Θεός· «Μη γάρ ανθρωπίναις ψήφοις ενταύθα ήλθομεν; Μη γάρ ανθρωπος ήγαγεν, ίνα άνθρωπος καταλύση».
…Συγκλονίζει πράγματι τό μεγαλείο του Χρυσοστόμου καί η ετοιμότητά του νά φθάσει μέχρι καί τόν θάνατο, προκειμένου νά υπερασπισθεί τούς θεσμούς της Εκκλησίας. …
«Επειδή έστη η πόλις, Εκκλησίαν ο διάβολος ηθέλησε σαλεύσαι. Μιαρέ και παμμίαρε διάβολε, τοίχων ου περιεγένον καί Εκκλησίαν προσδοκάς σαλεύσαι; Μή γάρ εν τοίχοις η Εκκλησία; Εν τω πλήθει των πιστών η Εκκλησία. Ιδού πόσοι στύλοι εδραίοι, ου σιδήρω δεδεμένοι, αλλά πίστει εσφιγμένοι».
…Εκτιμώντας ότι αυτοί οι έπαινοι του πρός τούς αντιδρώντας πιστούς θά εθεωρούντο από μερικούς, όπως συμβαίνει καί σήμερα, ώς υποκίνηση των πιστών σέ στάση, κάνει διάκριση ανάμεσα στή στάση καί στό ζηλο. Αυτά πού κάνουν εκείνοι είναι στάση, γιατί φθάνουν καί μέχρι τή διάπραξη φόνων, ενώ σείς θέλετε νά αποτρέψετε αυτά τά δεινά καί αγωνίζεσθε γιά τήν διάσωση της Εκκλησίας. Αυτό είναι ζηλος, όχι στάση. Αυτοί προκάλεσαν τήν τρικυμία, αλλά η δική σας ανδρεία απέτρεψε τήν θαλασσοταραχή.
…Θά δώσει διέξοδο ο Θεός· θά αμείψει μέ στεφάνους καί βραβεία όσους υπομείνουν τούς πειρασμούς καί θά τιμωρήσει αξίως όσους σκανδάλισαν τήν οικουμένη, ανέτρεψαν τόσες εκκλησίες, …έσχισαν τό σώμα του Χριστού καί διέσπειραν παντού τά μέλη του. …Επαινεί πολλούς επισκόπους πού είχαν διακόψει κάθε κοινωνία μέ τήν κρατούσα εκκλησιαστική κατάσταση, τούς προτρέπει δέ νά συνεχίσουν αυτήν τήν στάση, εστω καί άν οι περισσότεροι υπέκυψαν στούς ισχυρούς. Είναι η μόνη ελπίδα γιά νά διορθωθούν τά κακά. «Τούτο γάρ αρχή της λύσεως του χειμώνος, τούτο ασφάλεια της Εκκλησίας, τούτο των κακών διόρθωσις, όταν τούς τά τοιαύτα πονηρευσαμένους υμείς οι υγιαίνοντες αποστρέφησθε καί μηδέν κοινόν έχητε πρός αυτούς». Καί δέν αρκείται μόνον στήν δική τους διακοπή κάθε κοινωνίας, αλλά τούς συνιστά νά προτρέπουν καί όλους νά πράξουν τό ίδιο. Θεωρεί μάλιστα ότι συγκαταλέγονται μεταξύ των μαρτύρων αυτοί οι οποίοι αγωνίζονται ωστε νά μη φθαρούν καί καταστραφούν οι πατερικές παραδόσεις καί οι θεσμοί της Εκκλησίας…
Μέσα λοιπόν στά πλαίσια αυτά καί μέ αυτήν τήν εικόνα πού προκύπτει από τό σύνολο των μετά τις δύο εξορίες κειμένων του ιδίου του Χρυσοστόμου, μπορούμε νά ερμηνεύουμε όσα παραδίδει ο Παλλάδιος Ελενουπόλεως γιά στις συστάσεις του Χρυσοστόμου πρός αποφυγήν του σχίσματος, τά οποία δέν δίδουν πλήρη τήν εικόνα, γιατί συμπληρώνονται στήν συνέχεια καί από τόν ίδιο τόν Παλλάδιο, ο οποίος συνέπαθε μετά του Χρυσοστόμου καί δέν εκοινώνησε μέ τούς αληθινούς σχισματικούς, συμφωνών απολύτως πρός τήν στάση καί τις συστάσεις του Χρυσοστόμου. Πράγματι τόν παρουσιάζει ο Παλλάδιος αρχικά μετά τήν ανακοίνωση της πρώτης του καθαίρεσης από τήν «επί Δρυν» σύνοδο νά στηρίζει τούς περί αυτόν επισκόπους, οι οποίοι είχαν καταληφθή από αθυμία, εδάκρυζαν καί έκλαιγαν. Αφού τούς υπενθύμισε ότι «οδός εστιν ο παρών βίος, καί τά χρηστά καί τά λυπηρά παροδεύεται», τούς συνέστησε νά μήν εγκαταλείψουν τις επισκοπές τους· «τάς εκκλησίας υμών μη αφήτε». Όταν του επεσήμαναν ότι, άν κρατήσουν τις επισκοπές, είναι αναγκασμένοι νά κοινωνήσουν πρός τούς κρατούντες, απήντησε· «κοινωνήσατε μέν, ίνα μή σχίσητε τήν Εκκλησίαν, μή υπογράψητε δέ· ουδέν γάρ εμαυτώ σύνοιδα αξιον καθαιρέσεως». Τά ίδια είπε καί πρός τήν Ολυμπιάδα καί τις άλλες διακόνισσες, τά οποία, ερμηνευόμενα μετά προσοχης, δέν αφήνουν καμμία αντίφαση καί αντίθεση μεταξύ των όσων συνιστούσε πρός αποφυγήν του σχίσματος στή φάση αυτή καί των όσων στή συνέχεια έπραττε καί συνιστούσε γιά αποφυγή της κοινωνίας καί αποστροφή των κρατούντων.
Είπε λοιπόν προς τις πνευματικές του κόρες:
«Τούτο εστιν ο παρακαλώ· μη τις υμών ανακοπή της συνήθους εύνοιας της περί τήν Εκκλησίαν· και ος αν άκων αχθή επι τήν χειροτονίαν, μή αμφιβατεύσας το πράγμα, κατά συναίνεσιν των πάντων, κλίνατε αυτώ τήν κεφαλήν υμών ως Ιωάννη· ου δύναται γάρ η Εκκλησία άνευ επισκόπου είναι».
Γιά νά μή μείνει λοιπόν η “Εκκλησία άνευ επισκόπων καλών, συνιστά στούς επισκόπους πού τόν ακολουθούσαν νά παραμείνουν στις επισκοπές τους εν κοινωνία προσωρινη πρός τούς παρανομούντες. Ήθελε νά μή παραδοθεί σέ κακούς επισκόπους καθ” ολοκληρίαν τό σκάφος της Εκκλησίας· οικονομεί πρός καιρόν τά πράγματα. Αυτό φαίνεται καί εκ του ότι τήν ίδια στιγμή πού λέγει αυτά πρός τούς συνεπισκόπους του, ο ίδιος σέ δικά του κείμενα ομιλεί περί λύκων καί μοιχών, όπως είδαμε· αυτή είναι η κατά ακρίβειαν γνώμη του. Η σύσταση πρός τις διακόνισσες βρίσκεται στήν ίδια κατεύθυνση, προετοιμάζει όμως τό έδαφος γιά τήν μετέπειτα τελείως απορριπτική των διαδόχων του στάση, διότι θέτει όρους καί προϋποθέσεις γιά τήν αναγνώριση καί αποδοχή τους, γιά τήν κοινωνία πρός αυτούς· καί οι όροι πού θέτει είναι νά εκλεγεί άκων, χωρίς τή θέληση του, χωρίς νά τό επιδιώκει αυτός πού θά τόν διαδεχθεί, καί νά είναι πρόσωπο επίσης κοινής αποδοχής, «κατά συναίνεσιν πάντων».
Αυτοί οι όροι όχι μόνον δέν ετηρήθησαν, καί οι δύο διάδοχοι του, ο Αρσάκιος καί ο Αττικός στή συνέχεια ήσαν πρόσωπα της μερίδος των εχθρών του, ανελθόντες όχι άκοντες αλλά μετά χαράς εις τόν θρόνον, αλλά πολύ περισσότερο εκίνησαν φοβερούς διωγμούς εναντίον όσων παρέμειναν πιστοί στόν Ιωάννη, ακόμη καί εναντίον της Ολυμπιάδος καί των άλλων διακονισσών. Δέν κατέβαλαν καμμία προσπάθεια ειρηνεύσεως της Εκκλησίας· καθαιρούσαν καί εξόριζαν επισκόπους, δέν άφηναν δέ τόν εξόριστο ιεράρχη ούτε στήν εξορία του ήσυχο, αλλά τόν ταλαιπωρούσαν διαρκώς μέχρι πού τόν οδήγησαν στόν θάνατο. Έδειξαν λοιπόν τά ίδια τά πράγματα ότι αυτοί ήσαν προβατόσχημοι λύκοι, πειρατές καί δήμιοι, χειρότεροι από τούς πιό σκληρούς διώκτες της Εκκλησίας, γι” αυτό καί επαινεί όσους δέν εχουν κοινωνία μαζί τους, θεωρώντας τους κατά πρόθεση μάρτυρες.
Δέν πρέπει λοιπόν νά γίνεται επιλεκτική επίκληση μόνον των πρώτων συστάσεων του Χρυσοστόμου πρός τούς σαράντα συνεπισκόπους του καί στις διακόνισες καί ιδιαίτερα της φράσεως ότι δέν μπορεί η εκκλησία να είναι χωρίς επίσκοπο, «ου δύναται γάρ η Εκκλησία ανευ επισκόπου είναι», αλλά καί της τελικής του στάσεως, της διακοπής κάθε κοινωνίας καί συναναστροφής ως μόνης οδού γιά τή διόρθωση των πραγμάτων της Εκκλησίας. Σέ δύσκολες περιόδους τήν διαποίμανση αναλαμβάνει ο ίδιος ο Χριστός· καθιστά τά πρόβατα ποιμένες, καί δι” αυτών εκδιώκει τούς προβατόσχημους λύκους. Όντως η Εκκλησία δέν μπορεί νά είναι χωρίς επίσκοπο, εννοείται βέβαια χωρίς καλόν επίσκοπο.

Επίλογος

…Η μεγάλη του προσφορά, ανάμεσα στις πολλές άλλες, είναι τό ανύστακτο καί αμετάπτωτο μαρτυρικό φρόνημα πού μετέδωσε στούς πιστούς όλων των εποχών, γιά νά κρατηθεί άγρυπνη καί αγωνιζόμενη η Εκκλησία μετά τούς διωγμούς, νά μή παρασυρθή από τήν άνεση, τήν ειρήνη, τήν καλοπέραση, απο τήν ειρηνική καί ισοπεδωτική συνύπαρξη μέ τις άλλες θρησκείες καί τις αιρέσεις. Διέγνωσε ότι μετά τήν ήττα του Διαβόλου από τόν φανερό πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας, θά επιχειρούσε νά τήν πλήξει εσωτερικά μέ τις αιρέσεις καί τά σχίσματα . Γι” αυτό καί εκράτησε τούς πιστούς στήν Αντιόχεια καί στήν Κωνσταντινούπολη ετοιμοπόλεμους μέχρι θανάτου, ετοιμους νά μαρτυρήσουν γιά νά σώσουν τήν ευσέβεια καί τήν αρετή. Τούς εδίδασκε ότιμάρτυρας δέν είναι μόνον αυτός πού αποθνήσκει γιά τήν πίστη κατά τούς διωγμούς, αλλά καί αυτός πού έχει τήν προαίρεση, τήν πρόθεση νά μαρτυρήσει, αντιδρώντας πρός όσους διαστρέφουν τά δόγματα καί τούς θεσμούς της Εκκλησίας, πρός τούς ψευδοποιμένες καί προβατόσχημους λύκους.
…Είναι καθοδηγητικά όσα λέγει γιά τήν υπεροχή, γιά τήν προτίμηση της αλήθειας μπροστά στήν αγάπη, ή οποία, χωρίς τήν αλήθεια, είναι ψευτοαγάπη, πρόσχημα και υποκρισία:
«Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ” ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».
Καί, αλλού συνιστά μέ έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχηματι παραδέχησθε».

 

Νηπτικά στοιχεία από τήν διδασκαλία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου (Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου )















Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως άγιος, ζούσε μέσα σέ αυτό τό «πνεύμα» τής Ορθοδόξου Παραδόσεως. Στίς ομιλίες του φαίνεται ότι κατηύθυνε τό ποίμνιό του μέ τό αληθινό «πνεύμα» τού Ευαγγελίου, μέ τήν ασκητική ζωή τήν οποία καί εκείνος γνώρισε στήν έρημο από τήν μικρή του ηλικία. Η διδασκαλία του έχει πολλά στοιχεία νηπτικότητας καί γι αυτό ήταν κατ εξοχήν κοινωνική. Μέχρι σήμερα η διδασκαλία του έχει μεγάλη επιρροή, θαυμάζουμε τόν λόγο του, γιατί προέρχεται από μιά καθαρή καί εξαγιασμένη καρδιά, πού είχε ελευθερωθή από κάθε πάθος καί ανθρώπινη ιδιοτέλεια.
Στήν εισήγηση αυτή δέν μπορούν νά γίνουν ευρύτερες ερμηνευτικές αναλύσεις, αλλά θά τονισθούν μερικά στοιχεία από τήν νηπτική διδασκαλία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, πού θά δείξουν, όπως νομίζω, ότι ο λόγος του εμπνεόταν από τήν εσωτερική ζωή του, τήν νήψη πού τόν διέκρινε, τήν μεγάλη αγάπη του πρός τόν Θεό, γι αυτό έχει καί μεγάλη διαχρονική αξία καί σπουδαιότητα.
α) Ο Χριστιανός ως εσταυρωμένος καί αναστημένος
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στήν διδασκαλία του εκφράζει τό «πνεύμα» τού Ευαγγελίου πού περιέχει τούς λόγους τού Χριστού καί τών Αποστόλων οι οποίοι συνιστούν νά ζή ο Χριστιανός μέ άσκηση, σύμφωνα μέ τόν νέο τρόπο ζωής πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός. Οι Χριστιανοί πρέπει νά σηκώνουν τόν σταυρό, νά ζούν τό ήθος τού εσταυρωμένου Χριστού. Ολόκληρος ο βίος τους πρέπει νά είναι εσταυρωμένος. Άλλωστε, αυτό μάς υπενθυμίζει ο Χριστός: «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν καί αράτω τόν σταυρόν αυτού, καί ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. η’, 34, πρβλ. Ματθ. ις’, 24 καί Λουκ. θ’, 23).
Υπάρχουν πολλά χωρία τού ιερού Χρυσοστόμου, στά οποία φαίνεται ποιά πρέπει νά είναι η αληθινή ζωή τού Χριστιανού.

Τό νά ζητά κανείς άνεση καί ανάπαυση είναι «ανάρμοστον καί αλλότριον Χριστιανού», καθώς επίσης τό νά προσκολλάται κανείς στήν παρούσα ζωή είναι αλλότριο στήν επαγγελία καί τήν στρατολογία.

Ερμηνεύοντας τό αποστολικό χωρίο «ότι καθώς περισσεύει τά παθήματα τού Χριστού εις ημάς, ούτω διά Χριστού περισσεύει καί η παράκλησις ημών» (Β’ Κορ. α’, 5), κάνει λόγο γιά τήν συμμετοχή μας στά παθήματα τού Χριστού. Καί ερωτά: «τί γάρ ήδιον τού τώ Χριστώ με γίνεσθαι κοινωνόν;». Επίσης λέγει ότι δέν είναι τίποτε ισοδύναμο καί καλύτερο από τό νά μαστιγώνεται κανείς μέ τόν Χριστό καί νά θλίβεται γιά τήν ευσέβεια. Καί καταλήγει ότι κανένας δέν μπορεί νά γίνη κοινωνός τού Χριστού τρυφώντας καί καθεύδοντας καί αναπίπτοντας, ζώντας τήν φιλήδονη καί παραλυμένη ζωή, αλλά γίνεται κοινωνός τού Χριστού εκείνος πού περνά θλίψη καί πειρασμό καί οδεύει τήν στενή οδό.
Αναλύοντας τό αποστολικό χωρίο πού αναφέρεται στούς Χριστιανούς, οι οποίοι, ενώ έχουν βαπτισθή, εν τούτοις είναι «εχθροί τού σταυρού τού Χριστού» (Φιλ. γ’, 18), κάνει λόγο γιά εκείνους πού υποκρίνονται ότι ανήκουν στόν Χριστιανισμό καί ζούν μέ άνεση καί τρυφή. Μιά τέτοια ζωή είναι «εναντίον τώ σταυρώ». Τό νά ζητά κανείς άνεση καί ανάπαυση είναι «ανάρμοστον καί αλλότριον Χριστιανού», καθώς επίσης τό νά προσκολλάται κανείς στήν παρούσα ζωή είναι αλλότριο στήν επαγγελία καί τήν στρατολογία. Όσοι ζούν κατ αυτόν τόν τρόπο «κάν λέγωσιν είναι τού Χριστού, αλλ ως εχθροί εισι τού σταυρού». Ερωτά: «ο Δεσπότης σου εσταυρώθη, καί σύ άνεσιν ζητείς; ο Δεσπότης σου προσηλώθη, καί σύ τρυφάς; καί πού ταύτα στρατιώτου γενναίου;». Καί μέ απόλυτο τρόπο γράφει: «ει φιλείς τόν Δεσπότην σου, τόν θάνατον απόθανε τόν εκείνου» καί όποιος είναι φίλος τής τρυφής καί τής ενταύθα ασφαλείας, «εχθρός εστι τού σταυρού».
Τήν ίδια προοπτική συναντούμε καί στήν ερμηνεία τού αποστολικού χωρίου «Χριστώ συνεσταύρωμαι ζώ δέ ουκέτι εγώ, ζή δέ εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β’, 20). Ερμηνεύει ότι ο Απόστολος Παύλος μέ τό «Χριστώ συνεσταύρωμαι» εννοεί τό Μυστήριο τού Βαπτίσματος καί μέ τό «ζώ δέ ουκέτι εγώ, ζή δέ εν εμοί Χριστός» εννοεί «τήν μετά ταύτα πολιτείαν, δι ής νεκρούται ημών τά μέλη». Η όλη ζωή τού Χριστιανού είναι σταυρική ζωή καί ο βίος του είναι εσταυρωμένος βίος, διότι μόνον έτσι μπορεί κανείς νά κοινωνήση τών παθημάτων τού Χριστού, διαφορετικά είναι εχθρός τού σταυρού.
Από αυτό φαίνεται ότι η σταυρική ζωή, πού δηλώνει τήν νέκρωση τών παθών, καί η κοινωνία μέ τόν αναστάντα Χριστό είναι ευαγγελική ζωή καί κοινή σέ όλους τούς Χριστιανούς, μοναχούς καί εγγάμους, πού ζούν στόν κόσμο καί στά Μοναστήρια, Κληρικούς καί λαϊκούς. Σέ πολλά κείμενά του κάνει λόγο γιά «ετέραν πολιτείαν» τήν οποία πρέπει νά ζούν οι Χριστιανοί, γιά τήν «καινήν ζωήν» πού πρέπει νά τούς χαρακτηρίζη.
Οι Χριστιανοί πρέπει νά ζούν ασκητική ζωή καί νά εκφράζουν αυτήν τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός. Πρέπει νά είναι «αλλότριοι τού παρόντος βίου», όχι μέ τήν έννοια νά φύγουν έξω από τόν κόσμο, αλλά νά μένουν στόν κόσμο καί νά δείχνουν στούς απίστους «ότι εις ετέραν πολιτείαν εαυτούς μετέστησαν καί ουδέν κοινόν έχουσι πρός τήν γήν καί τά επί γής πράγματα». Οι Χριστιανοί πρέπει νά γνωρίζωνται «ουκ από τού τόπου, αλλά από τού τρόπου» τής ζωής τους. Ο πιστός δέν πρέπει νά φαίνεται ως πιστός μόνον από τό Mυστήριο τού Bαπτίσματος, «αλλά καί από τής ζωής τής καινής». Καί σέ άλλο σημείο προτρέπει τούς Χριστιανούς: «Επιδειξώμεθα τοίνυν καινήν τινα ζωήν ποιήσωμεν τήν γήν ουρανόν», ώστε οι ειδωλολάτρες νά βλέπουν αυτήν τήν καινήν ζωή καί νά βλέπουν τήν ίδια τήν εικόνα τής βασιλείας τών ουρανών. Δέν τούς συνιστά νά φεύγουν από τίς κοινωνίες καί νά ανεβαίνουν στά όρη, όπως τό κάνουν οι μοναχοί, αλλά νά ζούν μέσα στήν κοινωνία, τηρώντας τίς εντολές τού Χριστού. «Ουδέν λέγω φορτικόν ου λέγω, μή γάμει ου λέγω, καταλίμπανε πόλεις καί αφίστασο πολιτικών πραγμάτων αλλ εν αυτοίς ών δείξον τήν αρετήν».
β) Λογισμοί
Οι νηπτικοί Πατέρες τής Εκκλησίας θεωρούν τήν προσβολή πού γίνεται μέ τούς λογισμούς ως αρχή τής αμαρτίας. Λέγονται λογισμοί γιατί, όπως προαναφέραμε, πρέπει νά ευρίσκωνται στήν λογική τού ανθρώπου καί νά μή κατέρχωνται στήν καρδιά. Μέ τούς λογισμούς η αμαρτία προσβάλλει τόν άνθρωπο καί από τούς λογισμούς, όταν δέν αντιμετωπίζωνται σωστά, γεννάται η επιθυμία καί ακολουθεί η διάπραξη τής αμαρτίας.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γνωρίζει πολύ καλά τό τί δημιουργούν οι λογισμοί, αλλά καί πώς μπορεί ο άνθρωπος νά ελευθερωθή από αυτούς.
Σέ μιά ομιλία του κάνει λόγο γιά τήν διαφορά μεταξύ τών λογισμών. Όπως στήν εκτεταμένη καί ευρύχωρη γή υπάρχουν πολλά ζώα, άλλα από αυτά είναι ημερότερα καί άλλα αγριότερα, τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τούς λογισμούς στό πλάτος τής ψυχής, «οι μέν εισιν αλογώτεροι καί κτηνώδεις, οι δέ θηριωδέστεροι καί αγριώτεροι». Επίσης, υπάρχουν καί λογισμοί πού, ενώ εκ φύσεως είναι εχθροί, εν τούτοις περιβάλλονται «δοράν προβάτων».

Τά πάθη προκαλούν ταραχή καί σύγχυση, διαστρέφουν τά πάντα καί καταστρέφουν τήν οδό τού ανθρώπου, εκδιώκουν τήν ειρήνη καί τόν ύπνο, δημιουργούν αφόρητη θλίψη.

Οι λογισμοί δημιουργούν μεγάλη ταραχή στήν ψυχή τού ανθρώπου. Άν ο άνθρωπος έχη εξωτερική ειρήνη, αλλά μέσα του γεννιέται ταραχή καί ζάλη από τούς λογισμούς, τότε «ουδέν όφελος τής έξωθεν ειρήνης». Συσχετίζει ο άγιος τήν κυοφορία καί τίς ωδίνες τής εγκύου γυναικός μέ τήν ψυχή πού κυοφορεί καί τίκτει τούς λογισμούς καί βρίσκει οδυνηρότερη τήν δεύτερη περίπτωση. Στόν άνθρωπο πού μηχανορραφεί «σήμερον ούτος κατεβλήθη ο λογισμός, καί πάλιν αύριον έτερος καί μύριαι μεταβολαί τών πονηρών τούτων πραγμάτων, καί καθ εκάστην ημέραν συλλήψεις καί ωδίνες διαφθείρουσαι τήν ταύτα τίκτουσαν διάνοιαν».
Ως πνευματικός ιατρός ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δέν αρκείται στήν διάγνωση, αλλά προχωρεί καί στήν θεραπεία τού προβλήματος πού δημιουργούν οι λογισμοί. Απαντώντας στήν ένσταση μερικών ότι είναι αδύνατον νά κυριαρχήσουμε στούς λογισμούς λέγει ότι, αφού είναι δυνατόν νά εξουσιάσουμε καί νά ημερώσουμε τά λιοντάρια, δέν πρέπει νά αμφιβάλλουμε ότι μπορούμε νά μεταβάλλουμε τήν θηριωδία τού λογισμού σέ ημερότητα. Αυτό μπορεί νά γίνη, γιατί στά θηρία η αγριότητα υπάρχει κατά φύση καί τό ήμερο παρά φύση, ενώ στόν άνθρωπο κατά φύση είναι τό ήμερο καί παρά φύση τό άγριο καί θηριώδες.
Στά κείμενά του συναντούμε καί διαφόρους τρόπους θεραπείας τού ανθρώπου από τούς λογισμούς. Γράφει ότι άλλοι από τούς λογισμούς δέν φθάνουν στήν ψυχή άν τήν περιφράξουμε μέ ασφάλεια άλλοι γεννιώνται μέσα μας καί βλαστάνουν όταν είμαστε ράθυμοι, αλλά άν τούς προλάβουμε τότε πνίγονται ταχέως καί καταχωνιάζονται άλλοι γεννιώνται καί μεγαλώνουν καί γίνονται πράξεις, πού διαφθείρουν όλη τήν υγεία τής ψυχής όταν ζούμε μέ ραθυμία. Στήν συνέχεια, ως πνευματικός ιατρός, υποδεικνύει καί τόν τρόπο θεραπείας, δηλαδή «τό μακάριον μήτε όλως δέξασθαι τόν πονηρόν λογισμόν». Τό επόμενο «μακάριον» είναι, εάν εισήλθαν οι λογισμοί στήν ψυχή, νά τούς απωθήσουμε ταχέως καί νά μή τούς επιτρέψουμε νά ενδιατρίψουν πολύ μέσα εκεί, ώστε νά μή κάνουν πονηρή βοσκή. Εάν καί αυτό δέν τό κατορθώσουμε, τότε γιά τήν παραμυθία τής ραθυμίας έχουν κατασκευασθή από τήν φιλανθρωπία καί τήν αγαθότητα τού Θεού πολλά φάρμακα γιά τά τραύματα πού δημιουργούν οι λογισμοί.
Από τά λίγα αυτά χωρία φαίνεται ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι γνώστης τής εσωτερικής εργασίας πού γίνεται στό λογιστικό μέρος τής ψυχής καί γνωρίζει τούς τρόπους θεραπείας τού εσωτερικού αυτού «χώρου». Πρόκειται γιά διδασκαλία του πρός τούς Χριστιανούς τού ποιμνίου του.
γ) Πάθη
Από τήν κακή αντιμετώπιση τών λογισμών συλλαμβάνεται η επιθυμία καί πραγματοποιείται η αμαρτία, καί όταν η αμαρτία επαναλαμβάνεται πολλές φορές γίνεται πάθος. Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος τό παρουσιάζει μέ τήν εικόνα τής αλιείας: «έκαστος δέ πειράζεται υπό τής ιδίας επιθυμίας εξελκόμενος καί δελεαζόμενος είτα η επιθυμία συλλαβούσα τίκτει αμαρτίαν, η δέ αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α’, 14-15).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως Πνευματικός Πατέρας, γνωρίζει όλη αυτήν τήν μάχη πού γίνεται μέσα στήν καρδιά μέ τά πάθη, αλλ επίσης γνωρίζει καί νά θεραπεύη τά πάθη. Άλλωστε, ο Πνευματικός Πατέρας είναι πνευματικός ιατρός καί γνωρίζει νά θεραπεύη τίς πνευματικές ασθένειες τών ανθρώπων. Η άγνοια αυτής τής θεραπείας δέν συνιστά κάποιον ως καλό Κληρικό, όπως η αδυναμία ή η άγνοια τού ιατρού νά θεραπεύη δέν τόν χαρακτηρίζει ως καλό ιατρό. Θά αναφερθούν μερικά χωρία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, από τά τόσα πολλά, πού αναφέρονται σέ αυτό τό σημαντικό θέμα τής πνευματικής ζωής.
Κατ αρχάς τά πάθη είναι η εξέλιξη τών λογισμών – προσβολών, πού προχωρούν καί γίνονται επιθυμία, πράξη καί όταν η πράξη επαναλαμβάνεται στήν συνέχεια γίνεται πάθος. Τά πάθη είναι αποτέλεσμα τής προπτωτικής αμαρτίας, μέ τήν οποία διεστράφησαν οι φυσικές δυνάμεις τής ψυχής καί κινούνται παρά φύση. «Μετά τού θανάτου, φησί, καί ο τών παθών επεισήλθεν όχλος». Τά πάθη αναπτύσσονται μέ τούς λογισμούς καί τίς επιθυμίες, οι οποίες είναι άκανθες πού ματώνουν τήν ψυχή καί τήν κάνουν νά πονά. Ονομάζονται δέ πάθη διότι ο άνθρωπος πάσχει καί υποφέρει: «Διά τούτο καί πάθη καλείται ψυχής, καί τραύματα, καί ωτειλαί». Σέ άλλο σημείο παρουσιάζει τά πάθη ως κύματα «θαλαττίων αγριώτερα», αλλά, εάν ο άνθρωπος, ως έμπειρος κυβερνήτης, γνωρίζη νά θέτη τόν λογισμό ως κυβερνήτη τού σκάφους τού σώματός του, τότε μπορεί νά τό οδηγήση «πρός τόν εύδιον τής φιλοσοφίας λιμένα», διαφορετικά, άν είναι άπειρος, θορυβείται.

Προτείνει ως φάρμακα θεραπείας «τό τίμιον αίμα τού Χριστού», όταν κανείς τό λαμβάνη μέ παρρησία, τήν ακρόαση τών θείων Γραφών μέ ακρίβεια, τήν ελεημοσύνη πού θά συνοδεύη τήν ακρόαση αυτή.

Στά κείμενά του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταγράφει καί τίς διαιρέσεις τών παθών. Πάντοτε, βέβαια, αυτό πού λέγει έχει σχέση μέ τό χωρίο τής Αγίας Γραφής πού ερμηνεύει, αλλά καί μέ τήν κατάσταση τού ακροατηρίου του. Έτσι, στήν διδασκαλία του βλέπουμε ότι υπάρχουν πάθη σωματικά καί πάθη ψυχικά. Τό σημαντικό είναι ότι σέ πολλά κείμενά του χαρακτηρίζει τά πάθη μέ τίς εκδηλώσεις τών αγρίων αλόγων ζώων καί κάνει λόγο γιά θηριώδη πάθη καί μάλιστα λέγει ότι ο άνθρωπος πού διακρίνεται από τέτοιες εκδηλώσεις «τής εκείνων αλογίας γέγονεν αλογώτερος».
Σέ ομιλία του σέ Ψαλμό τού Δαυΐδ αναφέρεται σέ πολλά πάθη πού σκοτίζουν τούς ανοήτους καί δέν μπορούν νά δούν τήν αγάπη τού Θεού. Ως πρώτο πάθος ονομάζει τό φιλήδονο, δεύτερο τήν άνοια καί τό διεστραμμένο τής γνώμης, τρίτο ότι δέν γνωρίζουν τί είναι καλό καί τί είναι κακό καί έχουν εσφαλμένη κρίση γιά τά πράγματα, τό τέταρτο ότι δέν σκέπτονται καθόλου τά αμαρτήματά τους, τό πέμπτον ότι υφίσταται μεγάλη απόσταση μεταξύ τού Θεού καί τών ανθρώπων καί τό έκτον τό ότι δέν θέλει ο Θεός νά φανερώνη όλα παντού. Προφανώς τά τελευταία δέν είναι πάθη μέ τήν έννοια πού εμείς τά χαρακτηρίζουμε, αλλά δείχνει τήν ακαταστασία τού ανθρώπου νά δεχθή τήν αποκάλυψη τού Θεού.
Τά πάθη, κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, αρρωσταίνουν τόν όλο άνθρωπο καί φυσικά αυτό έχει καί κοινωνικές συνέπειες. Τά πάθη είναι ασθένειες τής ψυχής καί τού σώματος. Χρησιμοποιεί πολλές εικόνες γιά νά δείξη τίς συνέπειες τών παθών. Τά πάθη είναι χειρότερα από τούς δημίους καί καταξηραίνουν τήν ψυχή, είναι τύραννοι, καθιστούν τόν άνθρωπο δούλο κλπ.
Οι χαρακτηρισμοί αυτοί τών παθών δείχνουν καί τό τί προξενούν στόν άνθρωπο. Θά υπενθυμίσουμε μερικές καταστάσεις, όπως τίς συναντούμε στά έργα τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Τά πάθη προκαλούν ταραχή καί σύγχυση, διαστρέφουν τά πάντα καί καταστρέφουν τήν οδό τού ανθρώπου, εκδιώκουν τήν ειρήνη καί τόν ύπνο, δημιουργούν αφόρητη θλίψη. Κάθε πάθος είναι «ωμόν καί τυραννικόν καί ακόρεστον» καί δέν παύει νά μάς κατατρώγη κάθε ημέρα, θολώνει τόν οφθαλμό τού ανθρώπου μέ αποτέλεσμα νά χάνη τήν αρετή, δέν αντέχει ο άνθρωπος στά υψηλά καί μεγάλα, αποκάμνει καί χάνει τό θάρρος, τείνει πρός τόν ύπνο καί τήν ραθυμία καί χάνει τά ενδιαφέροντα γιά τήν αρετή καί τήν ζωή πού προέρχεται από αυτήν. Η εμπαθής ψυχή δέν μπορεί νά δή καί νά πράξη κάτι γενναίο καί πάσχει από αμβλυωπία. Τά πάθη ανάβουν μεγάλη φωτιά στήν ψυχή, όπως γίνεται μέ τό πύρ πού πυρπολεί τό δάσος. Γενικά, τά πάθη αρρωσταίνουν τόν άνθρωπο, γι αυτό, όπως λέγει, «εάν αφής εις αμετρίαν εξελθείν, νοσήματα γίνεται,…».

Γράφει επανειλημμένως γιά τήν αξία τής ησυχίας. Όταν κάνη λόγο γιά ησυχία, εννοεί τήν ησυχία τού λογικού, τής καρδιάς καί τού τόπου, δηλαδή τήν ησυχία ψυχής καί σώματος.

Πέρα από τήν επισήμανση τών κακών πού προξενούν τά πάθη ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σέ πολλά κείμενά του υποδεικνύει καί τόν τρόπο τής θεραπείας. Ενδεικτικά θά παρουσιασθούν μερικοί τρόποι.
Στά κείμενά του ομιλεί γιά τήν μεγάλη αξία τής νήψεως στόν πόλεμο γιά τά πάθη τού σώματος πού θά έχη συνέπεια στήν θεραπεία τών νοσημάτων τής ψυχής, γιά τόν ορθό λογισμό, τήν μελέτη τής Αγίας Γραφής καί τούς βίους τών αγίων καί πρό παντός τήν ενέργεια τής Χάριτος τού Παναγίου Πνεύματος. Ερμηνεύοντας τήν επί τού Όρους ομιλία τού Χριστού αναφέρεται στόν τρόπο τής θεραπείας τών παθών τού θυμού, τής επιθυμίας περί τά σώματα, περί τά χρήματα, περί τήν δόξα, περί τόν παρόντα βίο. Μέ πολύ ωραίο τρόπο διδάσκει τόν τρόπο μέ τόν οποίο θεραπεύεται τό πάθος τής φιλαργυρίας.
Σέ κάποια ομιλία του προσδιορίζει τόν αποτελεσματικότερο τρόπο θεραπείας τών παθών. Κατ αρχάς ο άνθρωπος πρέπει νά αισθάνεται «καί τόν θυμόν θηρίον είναι». Έπειτα, πρέπει νά αισθάνεται ότι ούτε τό λιοντάρι καί η έχιδνα μπορούν νά κατασπαράξουν τά σπλάχνα μας, όπως τό κάνει ο θυμός. Καί προτείνει ως φάρμακα θεραπείας «τό τίμιον αίμα τού Χριστού», όταν κανείς τό λαμβάνη μέ παρρησία, τήν ακρόαση τών θείων Γραφών μέ ακρίβεια, τήν ελεημοσύνη πού θά συνοδεύη τήν ακρόαση αυτή. Μέ τούς τρόπους αυτούς «δυνήσεται νεκρωθήναι τά λυμαινόμενα τήν ψυχήν ημών πάθη». Όσο έχουμε τά πάθη δέν είμαστε καλύτερα από τούς νεκρούς, ενώ, όταν θεραπεύσουμε τά πάθη, τότε μόνον μπορούμε νά ζήσουμε. Καί παραγγέλλει: «Κάν μή φθάσωμεν αυτά αποκτείναντες ενταύθα, εκεί πάντως ημάς αποκτενεί», αλλά μάλλον θά υποστούμε καί εδώ τήν τιμωρία.
Στίς ομιλίες του βλέπουμε μιά ολόκληρη διδασκαλία γιά τά πάθη, τά αποτελέσματά τους καί τόν τρόπο θεραπείας τού ανθρώπου από αυτά.
δ) Νήψη
Πιό πάνω έχουμε οριοθετήσει τό τί σημαίνει νήψη πού συνδέεται καί ταυτίζεται μέ τήν εγρήγορση, τήν ετοιμότητα. Ως γνήσιος Πνευματικός Πατέρας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στά κείμενά του αναφέρεται συχνά σέ θέματα νήψεως, εγρηγόρσεως. Καί στό σημείο αυτό εντάσσεται οργανικά στό «πνεύμα» τών αναλόγων προτροπών τού Χριστού καί τών Αποστόλων καί συντονίζεται μέ τούς λεγομένους νηπτικούς – φιλοκαλικούς Πατέρες.
Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τό αποστολικό χωρίο «γρηγορώμεν καί νήφωμεν» (Α’ Θεσ. ε’, 7), κάνει διάκριση μεταξύ εγρηγόρσεως καί νήψεως. Είναι δυνατόν κανείς νά είναι ξυπνητός, νά μή κοιμάται, αλλά νά μή επιτελή κανένα αγαθό έργο. «Ώστε γρηγορήσεως επίτασις η νήψίς εστιν». Καί αυτή η νήψη είναι απαραίτητη επειδή δέν γνωρίζουμε πότε θά έλθη η Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού.
Η νήψη είναι αναγκαία καί στόν πόλεμο εναντίον τού διαβόλου καί τών παθών. Μέ τήν νήψη αντιλαμβανόμαστε τίς κινήσεις τού εχθρού καί στήν συνέχεια μπορούμε νά τίς αντιμετωπίσουμε. Λέγει ο άγιος: «Πάντοτε νήφειν καί εγρηγορέναι δεί, καί μηδέποτε εν αδεία είναι».
Σέ μιά ερμηνευτική ανάλυση στούς Ψαλμούς αναφέρεται στήν λήθη τού Θεού, όταν δηλαδή ο Θεός ξεχνά κάποιον άνθρωπο. Αυτή η λήθη τού Θεού στήν πραγματικότητα είναι η εγκατάλειψη τού ανθρώπου από τόν Θεό. Δέν κάνει τίποτε περισσότερο τόν Θεό νά ενθυμήται τόν άνθρωπο όσο «τό αγαθόν τι ποιείν, τό νήφειν, τό εγρηγορέναι, τό αρετής επιμελείσθαι».
ε) Ησυχία
Η ησυχία είναι η βασική προϋπόθεση τής Χριστιανικής ζωής. Όταν κάνουμε λόγο γιά ησυχία, εννοούμε τήν εξωτερική ησυχία τήν απαλλαγμένη από θορύβους, καί τήν εσωτερική ησυχία, τήν απαλλαγμένη από τούς λογισμούς καί τά πάθη πού υπάρχουν μέσα στήν καρδιά. Τό ότι η ησυχία καί μάλιστα η λεγομένη νοερά ησυχία είναι βασική προϋπόθεση τής Χριστιανικής ζωής φαίνεται από τό ότι ο Χριστός μάς υπέδειξε αυτόν τόν τρόπο, μέ τό νά αποσύρεται ο Ίδιος στό όρος. Επομένως καί αυτός ο τρόπος ζωής δέν είναι δοσμένος μόνο γιά τούς μοναχούς καί τούς ασκητές, αλλά γιά όλους τούς Χριστιανούς.
Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει επανειλημμένως γιά τήν αξία τής ησυχίας. Όταν κάνη λόγο γιά ησυχία, εννοεί τήν ησυχία τού λογικού, τής καρδιάς καί τού τόπου, δηλαδή τήν ησυχία ψυχής καί σώματος.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι γνώστης τής εσωτερικής εργασίας πού γίνεται στό λογιστικό μέρος τής ψυχής καί γνωρίζει τούς τρόπους θεραπείας τού εσωτερικού αυτού «χώρου».

Ως πρότυπο ησυχίας πολλές φορές φέρει στούς ακροατές του τόν Χριστό, ο Οποίος ανέβαινε καί στό όρος γιά νά προσευχηθή μόνος Του, όχι γιατί τό είχε ανάγκη, αλλά γιατί ήθελε νά μάς παιδαγωγήση νά επιδιώκουμε τόπους ησυχαστικούς γιά νά προσευχόμαστε στόν Θεό. Συνδέει τήν ησυχία μέ τήν προσευχή. Ο Χριστός μέ τόν τρόπο αυτό μάς παιδαγωγεί «ότι καλόν η ερημία καί η μόνωσις, όταν εντυγχάνειν δέη Θεώ». Ο ίδιος ο Χριστός πολλές φορές κατέφευγε στίς ερημίες καί διανυκτέρευε προσευχόμενος γιά νά μάς διδάξη «τήν από τού καιρού καί τήν από τού τόπου θηράσθαι εν ταίς ευχαίς αταραξίαν». Καί αυτό είναι απαραίτητο γιατί «ησυχίας γάρ μήτηρ η έρημος, καί γαλήνη καί λιμήν απάντων απαλλάττουσα θορύβων ημάς». Ο Χριστός καί δίδασκε τούς ανθρώπους νά προσεύχωνται καί ανέβαινε στό όρος γιά νά προσευχηθή, ώστε νά μάς προτρέψη «μήτε όχλοις αναμίγνυσθαι διηνεκώς, μήτε φεύγειν αεί τό πλήθος,…» αλλά καί τά δύο νά τά χρησιμοποιούμε πρός ωφέλειαν καί νά τά ανταλλάσσουμε ανάλογα μέ τήν ανάγκη.
Πολλές φορές η διαμονή μας στόν κόσμο δημιουργεί σύγχυση καί ταραχή, γι αυτό «επιτήδειον πρός φιλοσοφίαν ερημία». Η ερημία βοηθά καί στήν υγεία τού σώματος, επειδή αναπνέουμε καθαρό αέρα καί μάς δίνει τήν δυνατότητα νά παρατηρήσουμε από ψηλά τήν οικουμένη, οπότε φιλοσοφούμε καί αναπαυόμαστε από τίς βιοτικές φροντίδες.
Βέβαια, δίνει μεγάλη σημασία στήν ησυχία τής ψυχής από τήν ταραχή τών λογισμών καί τών παθών. Σέ κάποια ομιλία του λέγει ότι ο Θεός θέλει «ημών τήν καρδίαν εν γαλήνη καί ησυχία τυγχάνειν, καί τόν λογισμόν ημών ατάραχον είναι, καί παντός απηλλάχθαι πάθους». Γι αυτό σέ άλλη ομιλία του λέγει επιγραμματικά: «εκείνην εγώ ζητώ τήν ησυχίαν τήν από διανοίας, τήν από ψυχής».
Τό ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ζούσε νηπτικά φαίνεται καί από τό γεγονός ότι, όπως φαίνεται στίς ομιλίες του, εκφράζει τήν Ορθόδοξη Παράδοση γιά τήν ησυχία τής διανοίας καί τής καρδίας, ακόμη καί όταν ζούσε στόν κόσμο. Έχοντας υπ όψη του τούς μοναχούς πού ζούσαν στήν έρημο, συνιστά στόν ακροατή του νά τούς μιμηθή καί νά επιδιώκη τήν ζωή τής «επί μέσης πόλεως ερημίας». Θά πρέπει νά ζή κανείς μέσα στήν πόλη ωσάν νά είναι στήν έρημο. Καί στήν συνέχεια επεξηγεί πώς μπορεί νά συμβή αυτό. «Εάν τούς πονηρούς φεύγης, εάν τούς αγαθούς διώκης». Μέ τόν τρόπο αυτό θά επιτύχη ο άνθρωπος μεγαλύτερη ασφάλεια από τούς ερημίτες μοναχούς, αφού δέν θά αποφεύγη μόνον τούς κακούς, αλλά καί θά ωφελήται επικοινωνώντας μέ τούς αγαθούς. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο συνιστούσε στούς Χριστιανούς: «Ερημίας επιζητώμεν, μή τάς εκ τόπων μόνον, αλλά τάς από τής προαιρέσεως». Ερημία είναι καί ο τόπος, αλλά καί η προαίρεση, ο τρόπος ζωής
ΠΗΓΗ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ