Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Περί των κεκοιμημένων



        Δεν νοιώθουμε ότι υπάρχει άλλη ζωή, αιώνια, γιατί ζούμε στη φυλακή, στο σκοτάδι των παθών μας. Όταν (και εάν) με τον αγώνα μας κατά των παθών και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος οδηγηθούμε στην απάθεια, βγαίνουμε από τη φυλακή αυτή και ζούμε στο Φως του Χριστού. Τότε μ' αυτό το φως κατανοούμε την αιώνια ζωή και θαυμάζουμε!

Για να καταλάβουμε κάπως, πρακτικά, τα ανωτέρω, μπορούμε να σκεφθούμε ότι όλοι μας στον ύπνο είδαμε και ζήσαμε ευχάριστες ή και δυσάρεστες περιπέτειες, Το σώμα μας σ' αυτές τις περιπτώσεις είναι στο κρεβάτι ακίνητο, κοιμώμενο (σαν νεκρό), τα αυτιά μας όμως και τα μάτια μας ακούνε και βλέπουν. Δηλ. σε κάθε τέτοιο γεγονός ο άνθρωπος έχει μία ζωή ανεξάρτητη από το σώμα του, χωρίς το σώμα του!

Το ίδιο, κατά κάποιο τρόπο, συμβαίνει και μετά το θάνατο. Θα βλέπουμε με άλλα μάτια και θ' ακούμε με άλλα αυτιά. Το σώμα μας θα κείται στον τάφο και εμείς θα ζούμε χωρίς το σώμα μας. Θα ζούμε με την ψυχή μας που είναι αθάνατη!

Δεν μπορεί λοιπόν κανείς σώφρων άνθρωπος να ζει, χωρίς να σκέπτεται την αιώνια ζωή και επομένως χωρίς να τον απασχολεί ο θάνατος (σ' αντίθετη περίπτωση η ζωή του ανθρώπου γίνεται αβίωτη - με το άγχος του θανάτου), «καθ' όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Έβρ. θ', 27). Το ότι θα πεθάνουμε κανείς δεν αμφιβάλλει, (ασχέτως εάν δεν θέλουμε να το σκεπτόμαστε), το σπουδαιότερο όμως είναι ότι ακολουθεί κρίση.

     Θα δώσουμε λόγο στο Θεό για τις πράξεις μας. Και όταν κανείς πρόκειται να λογοδοτήσει, προετοιμάζεται ...

  «Ο πραγματικά συνετός και μυαλωμένος άνθρωπος είναι εκείνος που αντιλήφθηκε καλά ότι υπάρχει τέρμα της παρούσης ζωής και σπεύδει να θέση και αυτός τέρμα στα σφάλματα και ελαττώματά του» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).

  Η Εκκλησία προσεύχεται υπέρ των ζώντων αλλά προσεύχεται και «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων» και εκφράζει με αυτό τον τρόπο την πλήρη αγάπης κοινωνία των ζώντων προς τους κεκοιμημένους. Και δέχεται ότι «μεγίστη ωφέλεια έχουν οι Ψυχές υπέρ των οποίων γίνεται η δέηση στις Θείες Λειτουργίες» (Αγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων). «Ακόμη και αυτοί που λόγω της άτακτης ζωής τους είναι
για κλάματα, δέχονται και αυτοί κάποια μικρή βοήθεια, η οποία όμως είναι αρκετή για να τους αναπαύει την ώρα που προσφέρεται» (Ι. Χρυσόστομος). Πίστη της Εκκλησίας είναι ότι «όντως ωφελούν οι προσευχές και οι ελεημοσύνες, τόσο εκείνους που τα προσφέρουν, όσο και εκείνους για τους οποίους προσφέρονται» (Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός). Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Ιερός Χρυσόστομος ομιλεί όχι περί απαλλαγής των κεκοιμημένων από την κόλαση, αλλά για τέτοια δυνατότητα «εάν θέλομεν κούφην ( κενή) γενέσθαι την κόλασιν».

   Και ενώ αυτή είναι η θέση και η πίστη της Εκκλησίας, στη συνέχεια θα αναφερθούν και άλλες περιπτώσεις , οι οποίες είναι σπάνιες, αλλά δυνατές. Στην άλλη ζωή δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά ο πανάγαθος Θεός επεμβαίνει όπως αυτός κρίνει, δεχόμενος τις προσευχές των δικαίων, αλλά και τις συγκινητικές πολλές φορές ελεημοσύνες τους.

   Οι Άγιοι Πατέρες μας τονίζουν ότι η κατάσταση της τελευταίας στιγμής του κάθε ανθρώπου, («ο υπομείνας εις τέλος ούτως σωθήσεται» Ματ. ι', 22) και οι πράξεις του ζυγίζονται σε μια «ζυγαριά». Και εάν η ζυγαριά κλίνει προς τα δεξιάς είναι φανερό ότι την Ψυχή αυτή θα την πάρουν οι δεξιοί Άγγελοι (Κρίση του Θεού δίκαιη). Εάν η ζυγαριά ισορροπεί, τότε νικά η φιλανθρωπία του Θεού (Κρίση φιλάνθρωπη). Αλλά και αν η ζυγαριά γέρνει λίγο προς τα αριστερά, τότε το λίγο έλλειμμα το συμπληρώνει η ευσπλαχνία του Θεού (Υπεράγαθη κρίση). Υπάρχει όμως και η τέταρτη κρίση όταν οι πονηρές πράξεις είναι βαρύτερες. Τότε αλίμονο, αδελφοί μου! Όμως και εδώ η κρίση του Θεού είναι δίκαιη, αφού αποδίδει με δικαιοσύνη όσα ανήκουν στον καθένα ...

  Τον κάθε άνθρωπο που φρόντισε ν' αυξήσει τα τάλαντά του ζώντας μυστηριακή ζωή (Εξομολόγηση, Θ. Κοινωνία, κλπ, αλλά δεν πρόλαβε να φθάσει εκεί που ήθελε ή εκεί που έπρεπε και τον πρόλαβε ο θάνατος, αυτόν δεν πρόκειται να τον λησμονήσει ο δίκαιος Κριτής. «Στην περίπτωση αυτή θα παρακινήσει μετά το θάνατό του τους δικούς του φίλους και συγγενείς και θα συγκινήσει τις Ψυχές τους, για να τον βοηθήσουν. Αυτοί θα τρέξουν να καλύψουν το μικρό κενό εκείνου που πέθανε. Αντιθέτως για εκείνον που έζησε μέσα στην αμαρτία ... με κανένα ενδιαφέρον για την Ψυχή του, με φρόνημα καθαρά κοσμικό και σαρκικό, σ' αυτόν κανείς δεν θα δώσει χέρι βοηθείας ... ούτε οι φίλοι ούτε οι συγγενείς ούτε κανένας»1.

13. Βλέπε Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού Περί των εν πίστει κεκοιημένων» Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» 1995 ,σελ. 22.

  Επειδή ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και η τελική κρίση (της Δευτέρας Παρουσίας) ακόμη δεν έγινε, για τις περιπτώσεις που η ζυγαριά κλίνει λίγο προς τα αριστερά, για τις περιπτώσεις που ο άνθρωπος δεν πρόλαβε να φθάσει όπου έπρεπε, αλλά και για όλες τις άλλες περιπτώσεις των κεκοιμημένων μας, (μόνο ο Θεός γνωρίζει πού κατατάσσεται ο κάθε άνθρωπος. Ποιος γνωρίζει τί συνέβη στο εσωτερικό της Ψυχής του κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής του θετικά ή και αρνητικά. Γι' αυτό στην άλλη ζωή αναμένονται και εκπλήξεις!) υποβάλλουμε αίτηση χάριτος στο Δίκαιο και Φιλάνθρωπο Κριτή, (με τους τρόπους που μας υποδεικνύει η Εκκλησία Του), να τάξει τους κεκοιμημένους μας «εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναφύξεως, ένθα απέδρα (δεν υπάρχει) οδύνη, λύπη και στεναγμός... » (Ευχή Τρισάγιου).

 Με την ενέργεια αυτή παριστάνουμε εμείς το Συνήγορο υπερασπίσεως, διότι οι κεκοιμημένοι άνθρωποί μας δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, (στον Άδη δεν υπάρχει μετάνοια). Από εμάς τους ζώντες περιμένουν οποιαδήποτε βοήθεια και σε μας στηρίζονται. Εάν ο «δικηγόρος» είναι καλός και έχει παρρησία στον Θεό, (εάν δηλ. οι προσευχές μας ακούονται λόγω της ευάρεστης στον Θεό ζωής μας), ο «κατηγορούμενος» βοηθιέται και αναπαύεται περισσότερο, ενώ, εάν είναι δίκαιος, απολαμβάνει μεγαλύτερη πνευματική δόξα.

 Τους κεκοιμημένους μας τους θυμόμαστε και τους βοηθούμε με προσευχές και ελεημοσύνες. «Ακούστηκε η προσευχή σου και ο Θεός θυμήθηκε τις ελεημοσύνες σου και γι' αυτό πραγματοποιεί τους πόθους σου» (Πρ. ι', 31)14. 2

2. Ο Γέροντας Ζαχαρίας προσευχόταν για τους γονείς του μετά το θάνατό τους και ιδιαίτερα για τον πατέρα του, επειδή ήταν μέθυσος και έβριζε. Όταν έγινε Στάρετς, μία ημέρα μιλούσε με ένα δαίμονα και τον ερώτησε: Έχετε πολλούς χριστιανούς στην κόλαση;

- Βέβαια, απάντησε ο δαίμονας και ο πατέρας σου ήταν εκεί, αλλά τον έβγαλες εσύ με τις ελεημοσύνες που έδωσες για την ψυχή του και με τις προσευχές σου.

- Και η μητέρα μου;

- Η μητέρα σου δεν ήταν εκεί ... δεν είδαμε πού πέρασε, ενώ ψάξαμε πάρα πολύ. («Ο Στάρετς Ζαχαρίας» Έκδοση Ι. Μετοχίου Ορμύλιας Χαλκιδικής 2002 σελ. 34).


α. Προσευχές

Με τις ακόλουθες πέντε ενέργειες θυμόμαστε και βοηθούμε τους κεκοιμημένους μας:

    (1) Με την καθημερινή μας προσευχή πρωί και βράδυ, όπως κάνουμε και για τους ζώντες: «Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον τον δούλον σου (τάδε), το οποίο επαναλαμβάνουμε, όσες φορές θέλουμε. «Και ο Θεός θα εκτελέσει το θέλημα εκείνων, οι οποίοι Τον φοβούνται και θ' ακούσει τη δέησή τους και θα τους σώσει» (Ψαλ. ρμδ, 19). Ιδιαίτερα δηλ. ακούονται οι προσευχές, όταν βγαίνουν από χείλη καθαρά και όταν η ζωή μας είναι σύμφωνη με το Θείο θέλημα.

Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο Θεός για το χατίρι του ενός σώζει και τον άλλο ή και τούς άλλους.

Στο βίο της αγίας Θέκλας αναφέρεται το έξης χαρακτηριστικό γεγονός: Μία χήρα γυναίκα είχε μία θυγατέρα, τη Φαλκονίλα, ειδωλολάτρισσα, που πέθανε και κολάστηκε! Η νεκρή Φαλκονίλα παρουσιάζεται στον ύπνο της μητέρας της
και της λέει: «Μήτερ μου, αγάπα αυτή την ξένη Θέκλα και έχε την άντ' εμού θυγατέρα σου, διότι είναι δούλη του Θεού και δύναται να κάνει δέηση και να με βάλει ο Κύριος στον τόπο των Δικαίων». Πράγματι. Με τις προσευχές της Αγίας Θέκλας η Φαλκονίλα από την κόλαση πήγε στον Παράδεισο!! (Μ. Συναξαριστής, Σεπτέμβριος, σ. 508).

Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ διηγείται: «Εκοιμήθησαν δύο μοναχές που είχαν χρηματίσει και Ηγουμένες. Ο Κύριος μου αποκάλυψε ότι οι Ψυχές τους περνώντας μέσα από τα εναέρια τελώνια δυσκολεύτηκαν. Τρία ημερονύκτια προσευχόμουν ο ταπεινός και ικέτευα την Παναγία για τη σωτηρία τους. Η αγαθότης του Κυρίου δι' ευχών της Υπεραγίας Θεοτόκου, τελικά τις ελέησε. Πέρασαν τα εναέρια τελώνια και έλαβαν την άφεση των αμαρτιών» (Άρχ. Τιμοθέου, Όσιος Σεραφείμ, σελ. 232). Σκέψου! Ενώ ο Θεός μπορούσε μόνος Του να τις σώσει, το απεκάλυψε στον Όσιο, για να ακουστούν οι ανθρώπινες προσευχές επί τρία ημερονύκτια! Φαντάσου πόσο πρέπει εμείς να προσευχόμαστε και πόσο καθαρή ζωή να έχουμε για ν' ακούγονται οι προσευχές μας!

(2) Με το πρόσφορο που στον Εσπερινό του Σαββάτου προσφέρουμε στον Ιερό Ναό, για να μνημονεύσει ο Λειτουργός την επόμενη το πρωί στην Αγία Προσκομιδή τα ονόματα των κεκοιμημένων μας. Και είναι μεγάλη η βοήθεια αυτή, όπως φαίνεται καθαρά στο ζωντανό - σύγχρονο παράδειγμα που ακολουθεί.

Ο Αντισυνταγματάρχης Α.Γ. το έτος 1984 άρχισε να θρησκεύει σωστότερα και όταν έμαθε τα ανωτέρω, άρχισε να προσφέρει κάθε Σάββατο ένα πρόσφορο για την ψυχή του κεκοιμημένου πατέρα του. Μετά από λίγο καιρό παρουσιάστηκε ο πατέρας του στον ύπνο της μητέρας του και της είπε : «Πολύ μ' ευχαριστεί ο Α. μ' αυτό που μου στέλνει». Όταν αυτά τα ανακοίνωσε τηλεφωνικά στο γιο της, ο Α. δεν έδωσε σημασία στα λόγια της, διότι δεν είχε σχετικές εμπειρίες. Όταν όμως μετά από ένα διάστημα για δεύτερη φορά επαναλήφθηκε η εμφάνιση του πατέρα στον ύπνο της μητέρας του, μετά το δεύτερο τηλεφώνημα της μητέρας, ερώτησε τον Πνευματικό του, για να του εξηγήσει αυτός το φαινόμενο. Και ο Γέροντας απάντησε: «Το πρόσφορο, παιδί μου, που φέρνεις στο Ναό, μεταφέρεται πνευματικά στον ουρανό, όταν εγώ μνημονεύω το όνομά του στην Ιερά Πρόθεση και αυτό ευχαριστεί και αναπαύει τον πατέρα σου »

(3) Με τα κόλλυβα στα Τρισάγια τα οποία μπορούμε τακτικά να τελούμε στον Ι. Ναό της ενορίας μας πρωί ή απόγευμα ή στα Μνημόσυνα το Σάββατο πρωί, όποτε θέλουμε. Η βοήθεια και σ' αυτές τις περιπτώσεις είναι μεγάλη, όπως φαίνεται από τη διήγηση του Παπαδημήτρη Γκαγκαστάθη στο ομώνυμο βιβλίο, σελ. 81: «Το 1946 με ειδοποίησαν ότι σε μία χαράδρα κοντά στο χωριό Λιόπρασο, υπάρχουν τα οστά τεσσάρων ανθρώπων που δολοφονήθηκαν το 1944 από κομμουνιστές αντάρτες, Αποφάσισα να τα μεταφέρω μαζί με χωριανούς στο οστεοφυλάκιο του Ναού. Μόλις φθάσαμε, ακούσαμε γογγυσμούς και φωνές, όπως προφανώς ακούγονταν την ώρα που τους βασάνιζαν και ξεψυχούσαν. Η παρέα μου άρχισε να φοβάται. Τους καθησύχασα και τους απέδειξα πόσο ζωντανή είναι η θρησκεία μας. Μόλις άρχισα το Τρισάγιο, σταμάτησαν οι φωνές. Περίμεναν ν' ακούσουν τις σχετικές συγχωρητικές ευχές!!! Τα τρισάγια και τα μνημόσυνα είναι σωστά και άγια. Είναι δε ανάγκη να γίνονται. Ήταν σοφοί και άγιοι οι. Πατέρες της Εκκλησίας που τα καθιέρωσαν».

Είναι αυτονόητο ότι η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα μόνο υπέρ των κεκοιμημένων εν πίστει, δηλ. υπέρ των ανθρώπων που έχουν κοινωνία προς αυτήν. Επομένως δεν τελεί μνημόσυνα σε μη ορθοδόξους χριστιανούς, σε αιρετούς , σε αφορισμένους και σε αυτόχειρες.

Τέλος μνημόσυνα δεν τελούνται στις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές και από το Σάββατο του Λαζάρου μέχρι την Κυριακή του Θωμά.

(4) Με τέλεση ιδιαίτερου Σαρανταλείτουργου αμέσως μετά το θάνατο τους ή με την πρώτη ευκαιρία. Δηλ. τελούμε σαράντα Θειες Λειτουργίες, κατά τις οποίες μνημονεύεται καθημερινά το όνομα του κεκοιμημένου μας. .

Τα Σαρανταλείτουργα καθιερώθηκαν στην αρχή μόνο για τους κεκοιμημένους. Αργότερα στα ονόματα των τεθνεώτων πρόσθεσαν και τα ονόματα ζώντων, διότι η Θεία λειτουργία τελείται και για την επίγεια και για την ουράνια Εκκλησία. Είναι μεγάλη βοήθεια για την ανάπαυση της Ψυχής του κοιμηθέντος ανθρώπου μας, αλλά και για την προσωρινή κρίση του, από τον Θεό που γίνεται την τεσσαρακοστή ημέρα από του θανάτου του, η μνημόνευση των ονομάτων σε 40 συνεχείς Θ. Λειτουργίες. (Σαρανταλείτουργο έγινε και για την Ψυχή του γνωστού μεγάλου Γέροντα π. Παϊσίου!)

(5) Με τέλεση ιδιαίτερης Θείας Λειτουργίας κατά την οποία, προετοιμαζόμενοι αναλόγως, κοινωνούμε όλοι και οι ζώντες και (με μυστικό - πνευματικό τρόπο που ο Χριστός γνωρίζει), οι κεκοιμημένοι μας. Είναι η πιο ευπρόσδεχτη θυσία και προσφορά στον Θεό. Γι' αυτό τα τριήμερα, τα εννιάμερα, τα τεσσαρακονθήμερα, τα τρίμηνα, τα εξάμηνα και τα ετήσια μνημόσυνα είναι προτιμότερο να γίνονται με Θεία Λειτουργία.
β. Ελεημοσύνες

'Ελεημοσύνη είναι η βοήθεια που προσφέρουμε στους πτωχούς σε χρήμα ή σε είδος. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή η Εκκλησία του Χριστού δια των Άγιων Πατέρων, καθόρισε ο κάθε Χριστιανός να δίδει κατ' ελάχιστον το ένα δέκατο (τη λεγόμενη «δεκάτη») από τα έσοδά του (μισθό, ενοίκια κ.λπ.) στον Θεό, δηλ. πτωχές οικογένειες, Ιδρύματα, Φιλανθρωπικούς συλλόγους, Οικοτροφεία, εξωτερικές 'Ιεραποστολές, στο παγκάρι του Ναού, σε πρόσωπα εμπιστοσύνης που αυτά μπορούν να τα διαθέσουν κ.λπ.

Για την άξία και ωφέλεια της ελεημοσύνης σε ζώντες και κεκοιμημένους μιλούν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο Άγιος Χρυσόστομος γράφει: «Ας προσφέρουμε γι' αυτούς που έφυγαν ελεημοσύνες και προσφορές διότι πραγματικά αυτές τούς εξασφαλίζουν μεγάλη βελτίωση, κέρδος και ωφέλεια. Γιατί αυτά ούτε νομοθετήθηκαν ούτε παραδόθηκαν στην Εκκλησία του Θεού από τους σοφούς Μαθητές Του έτσι άσκοπα και τυχαία».3 Και άλλού: «Εάν δεν πρόλαβες να ρυθμίσεις όλα τα ζητήματα της Ψυχής σου όσο ζούσες, τότε φρόντισε, έστω και στα τελευταία σου, να αφήσεις εντολή στους δικούς σου να σου στείλουν όλα τα δικά σου μαζί σου, για να σε βοηθήσουν. Εννοώ βεβαίως τις ελεημοσύνες και τις προσφορές. 'Έτσι θα μαλακώσεις τον Λυτρωτή απέναντί σου, αφού με αυτά ευχαριστιέται και τα δέχεται».

«Στη διαθήκη σου βάλε να σε κληρονομήσει μαζί με τα παιδιά σου και ο Δεσπότης Χριστός. Βάλε στο χαρτί και το όνομα του Κριτή και μην παραλείπεις τους πτωχούς».

15. Το κείμενο αυτό και τα λοιπά τέσσερα που ακολουθούν ευρίσκονται στο μνημoνευθέν έργο του Αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού.


Και ο Άγιος Γρήγορος ο Διάλογος τονίζει: «Δεν πρέπει να περάσει από το μυαλό κανενός ότι αυτά που προσφέρονται με πίστη στον Θεό δεν φέρνουν πίσω πλούσια την ανταμοιβή, τόσο σε εκείνον που προσφέρει, όσο και σε εκείνον για τον οποίο προσφέρονται. Παράδειγμα: εκείνος που θα αλείψει κάποιον άρρωστο με μύρο ή αγιασμένο λάδι πρώτα δέχεται ο ίδιος τη χρίση (στα χέρια του) και στη συνέχεια χρίει τον άρρωστο. Έτσι αυτός που τρέχει για τη σωτηρία του πλησίον, πρώτα ωφελεί τον εαυτό του και μετά τον πλησίον. Ο Θεός δεν είναι άδικος, για να ξεχνάει το έργο που γίνεται».

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης γράφει: «Το ‘το καθένας θα θερίσει ό,τι έσπειρε΄’ και τα άλλα παρόμοια, λέχθηκαν οπωσδήποτε για τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου και για την κρίση που θα κάνει τότε ... 'Έτσι προτού φθάσει εκείνη η
ώρα, ας βοηθήσουμε ο ένας; τον άλλον και ας προσφέρουμε στον Θεό τη φιλαδελφία μας. Γιατί δέχεται ευχαρίστως όσα προσφέρουμε για όσους δεν πρόλαβαν, δηλ. για όσους έφυγαν απροετοίμαστοι, και τα λογαριάζει σαν να ήταν έργα και προσφορές που έγιναν απ’ αυτούς».

Η δύναμη της προσευχής, της νηστείας και ιδιαιτέρως της ελεημοσύνης φαίνεται καθαρά στο θαυμαστό και διδακτικό δράμα που ακολουθεί:

Μία μητέρα υπερβολικά όμορφη έμεινε πολύ νέα χήρα με ένα παιδί μικρό. Για να ζήσουν προτίμησε την εύκολη ζωή, την άσωτη, από την οποία απέκτησε πλούτη πολλά. Όταν ο γιος της μπήκε στην εφηβεία, πέθανε και αυτή, με αποτέλεσμα να μείνει όλη η περιουσία στα χέρια του. Όταν ο νέος κατάλαβε τη ματαιότητα αυτής της ζωής και το ανώφελον του πλούτου, εφόσον ο άνθρωπος τίποτε δεν παίρνει μαζί του σαν πεθάνει, μοίρασε όλα τα χρήματα στις εκκλησίες και τα κτήματα στους πτωχούς για την ψυχή των γονέων του και ιδιαίτερα της μητέρας και πήγε στην έρημο να προσευχηθεί μαζί με τους Μοναχούς για τη σωτηρία τους. Παράλληλα του γεννήθηκε η απορία: Δέχτηκε άραγε ο Θεός τις ελεημοσύνες μου και θ' ακούσει τις προσευχές μου; Και ρωτούσε για να πληροφορηθεί.

Στα Ιεροσόλυμα που πήγε, για να λύσει την απορία του, ο Πατριάρχης τον έστειλε στους Μοναχούς της έρημου της Θηβαϊδας και αυτοί, με τη σειρά τους, στη βαθιά έρημο, διότι, όπως του είπαν: «αυτό που θέλεις να μάθεις δεν είναι μικρό και ανάμεσά μας δεν θα βρεις κανένα που να μπορεί να σου δώσει θετικές πληροφορίες».

Μετά από πορεία τριάντα ήμερων βρέθηκε μπροστά σε μια σπηλιά από την οποία βγήκε ένας ασπρομάλλης Γέροντας, μία μορφή εξαϋλωμένη. Αφού εξήγησε το πρόβλημα και ερώτημά του, ο Γέροντας, μετά την ανάπαυση που έδωσε στην ψυχή και στο σώμα του νέου, με πολλή ταπείνωση του είπε:

- Αδελφέ αυτό που ζητείς από μένα, είναι πολύ μεγάλο. Υπερβαίνει κατά πολύ την ανθρώπινη δύναμη. Είναι έργο καθαρά του Θεού. Αλλά ας παρακαλέσουμε μαζί τον Θεό, αφού έκανες τον κόπο και ήλθες μέχρις εδώ, να μας φανερώσει την αλήθεια και να λύσει τις απορίες που έχεις.

Βγήκε έξω από τη σπηλιά, έκανε ένα κύκλο πάνω στη γη με το γεροντικό μπαστούνι του και του είπε να μείνει μέσα στον κύκλο αυτό όρθιος, επί επτά ήμερες και νύκτες, χωρίς να φάει ή να πιει τίποτε, αλλά παρακαλώντας τον Θεό με θερμή προσευχή και δάκρυα. Το ίδιο θα έκανε και ο ίδιος μέσα στη σπηλιά, για να κάνει ο Πανοικτίρμων Θεός το έλεός Του και να τούς φανερώσει, εάν είναι θέλημά Του, αυτό που ζητά να μάθει ο νέος.

Την έβδομη νύχτα ο νέος ήρθε σε έκσταση και είδε το ακόλουθο όραμα: Δίπλα του στα αριστερά είδε μία πολύ μεγάλη λίμνη η οποία ήταν γεμάτη ακαθαρσίες, βορβός και λάσπη και έβγαζε ανυπόφορη βρώμα και δυσωδία. Μέσα στη λάσπη αυτή διέκρινε ανθρώπινα κεφάλια που ανέβαιναν στην επιφάνεια και κατέβαιναν, ακριβώς όπως το νερό βράζει και κοχλάζει. Κάποια στιγμή παρατηρώντας βλέπει να ανεβαίνει και η μητέρα του, η οποία τον ανεγνώρισε και άρχισε να φωνάζει απελπισμένα:

- Παιδί μου, βοήθησέ με και σώσε με! Και όπως τα έλεγε αυτά, ο βρασμός την κατέβασε πάλι στο βυθό. Σε λίγο ο βρασμός την ξανανέβασε και τότε φώναξε πάλι:

- Παιδάκι μου, αγαπητό, βοήθησε με! Δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο και ο βρασμός την κατάπιε. Όταν για τρίτη φορά ξαναήλθε στην επιφάνεια μέχρι το στήθος με θρήνους και αναστεναγμούς φώναξε:

- Σπλαχνίσου με, παιδάκι μου και μη μ' αφήνεις σ' αυτή τη βρωμιά, σε τέτοιο πόνο και φρικτό μαρτύριο της κολάσεως.

Τότε, ο νέος από τον πολύ πόνο και αγάπη για τη μητέρα του, άπλωσε το χέρι του, χωρίς να υπολογίσει τον κίνδυνο μήπως και αυτός παρασυρθεί, την άρπαξε από τα μαλλιά και την ώρα που βυθιζόταν με πολύ κόπο την έβγαλε έξω από τη βρωμερή λίμνη. Εκείνη τη στιγμή στα δεξιά του, βλέπει μία χρυσή κολυμβήθρα, όπου την έπλυνε και την τοποθέτησε ανάμεσα σε λαμπροφορεμένους νέους που ήσαν δίπλα από την κολυμβήθρα, ενώ η μητέρα του με δάκρυα ευγνωμοσύνης υμνολογούσε τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα μας Χριστό και ευχαριστούσε το γιο της που με το έλεος και την πολλή ευσπλαχνία του Θεού την έβγαλε από τη βρωμερή εκείνη κόλαση.

Το πρωί, όταν ξημέρωσε η ευλογημένη εκείνη ήμερα, ο άγιος Ερημίτης άκουσε το δράμα που του διηγήθηκε ο νέος, τον βεβαίωσε ότι και εκείνος είδε ακριβώς τα ίδια και με δάκρυα στα μάτια δόξαζαν και υμνολογούσαν τον Δεσπότη Χριστό που δείχνει στους δούλοι»; Του την ευσπλαχνία Του και λυτρώνει με τέτοιους τρόπους από τον Άδη Ψυχές, που γι' αυτές έχυσε το Πανάγιο Αίμα Του πάνω στο Σταυρό!

Μνημόσυνα τριήμερα, εννιάμερα, σαραντάμερα

α. Τα τριήμερα μνημόσυνα που κάνουμε μετά το θάνατο του ανθρώπου μας, τελούνται κατά τον τύπο της Αγίας Τριάδος και δια τον τριημέρως εγερθέντα Χριστό, τον Οποίο παρακαλούμε να αναπαύσει τον κοιμηθέντα μετά των δικαίων.

β. Τα εννιάμερα τελούνται επειδή στις εννέα ήμερες αρχίζει να διαλύεται ο κοιμηθείς «εις τα εξ ών συνετέθη» και παρακαλούμε τον Θεό να τον συγκαταριθμήσει με τα εννέα άϋλα τάγματα των Αγγέλων.

γ. Τα σαραντάμερα ή τεσσαρακονθήμερα τελούνται επειδή την τεσσαρακοστή ήμερα λαμβάνεται η απόφαση για τον κοιμηθέντα και απέρχεται όπου κρίνει ο φιλάνθρωπος Θεός (εκ δεξιών ή εξ αριστερών), ανάλογα με τη ζωή και τα έργα του και παραμένει εκεί μέχρι την ήμερα της τελικής κρίσεως. Με αυτά παρακαλούμε τον Θεό να καθαρίσει την ψυχή του ανθρώπου, να την κρίνει επιεικώς και να την τάξει μετά των δικαίων.

Προσφορές - Κόλλυβα

Άλλο δώρο πάμε στο φίλο ή συγγενή μας και άλλο πολύ μεγαλύτερο - στον 'Υπουργό ή Στρατηγό. Οι προσφορές μας λοιπόν προς τον Θεό πρέπει να είναι ανάλογες προς τη μεγαλοπρέπεια του Θεού. Επίσης πρέπει η διάθεση και τα αισθήματά μας να κατέχουν στην ψυχή μας τη θέση και προτεραιότητα που αρμόζει στον Θεό.

Ο γεωργός Κάιν πρόσφερε στον Θεό θυσία από τα προϊόντα του μόχθου του. Αλλά η θυσία του ήταν πρόχειρη, τυπική και όχι αντάξια του Θεού. Αυτό που έκανε δεν κατείχε στην ψυχή του την πρώτη θέση. Φαίνεται ότι θεωρούσε τον εαυτόν του δωρητή στον Θεό! Γι' αυτό η θυσία του δεν έγινε αποδεκτή από τον Θεό και δεν εισακούστηκαν οι προσευχές του.

Ο βοσκός Άβελ πρόσφερε ταπεινά, με πίστη, όπως αναφέρει ο Απ. Παύλος (Έβρ. ια, 4), ό,τι ωραιότερο, ό,τι πολυτιμότερο, ό,τι εκλεκτότερο είχε στο ποίμνιό του, τα άριστα των αρίστων! Και φαίνεται ότι τον εαυτό του δεν τον θεωρούσε δωρητή, αλλά τον Θεό θεωρούσε δωρητή και ευεργέτη του! Γι' αυτό εισακούστηκε η προσευχή του και ευαρέστησε στον Θεό.

Επειδή ο Κάιν έχει και σήμερα μιμητές, γι' αυτό ας φροντίζουμε όλοι μας ν' αποφεύγουμε το παράδειγμά του και να μιμούμεθα τη θυσία - προσφορά του Άβελ, είτε κάνουμε κόλλυβα, είτε πρόσφορα, είτε όποιες άλλες προσφορές ... Ιδιαίτερα ας προσέχουμε τα κόλλυβα που κάνουμε προς τιμή του εορταζόμενου Αγίου, ή προς τον Θεό για τις Ψυχές των κεκοιμημένων μας (τρισάγια ή μνημόσυνα) να γίνονται με ανάλογη διάθεση και κατάλληλα υλικά, το καλύτερο σιτάρι και τους καλύτερους και ακριβότερους ξηρούς καρπούς. Μερικές γυναίκες παρασκευάζουν κόλλυβα με τόσο πλούσια υλικά, με τέτοια επιμέλεια (και συχνότητα), ώστε προτιμάς να φας αυτά τα κόλλυβα, παρά παντεσπάνι ή πάστα!

Οδυνηρός θάνατος

Τις δοκιμασίες ασθενειών ή διωγμών πρέπει να τις δεχόμαστε, όπως δεχόμαστε και την ταλαιπωρία των εγχειρήσεων με τις οποίες εξασφαλίζουμε τη σωματική μας υγειά, ενώ στις δοκιμασίες την πνευματική.

Όλοι μας γνωρίζουμε πολλές περιπτώσεις Όχι μόνο ενάρετων, αλλά και άγιων ανθρώπων, οι οποίοι, πριν πεθάνουν, υπέφεραν και κυριολεκτικά βασανίστηκαν από επώδυνες δοκιμασίες. Σχεδόν όλοι οι Άγιοι Απόστολοι και Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, αλλά και πρόσφατα, οι σύγχρονοι μεγάλοι Γέροντες π. Επιφάνιος, π. Πορφύριος, π. Ιάκωβος, π. Παϊσιος, υπέφεραν ποικίλες δοκιμασίες κατά το θέλημα του Θεού.

Αυτές οι περιπτώσεις μας διδάσκουν ότι: α. Δεν πρέπει να παραπονούμαστε η να προβληματιζόμαστε, όταν εμείς οι ίδιοι ή δικοί μας άνθρωποι που πιστεύουν και ζουν κατά Θεόν δοκιμάζονται και υποφέρουν ποικιλοτρόπως πριν πεθάνουν.

β. Όταν οι δίκαιοι και ενάρετοι άνθρωποι υποφέρουν πριν από το θάνατό τους, αυτό συμβαίνει, «για να καθαριστούν και από τα ελάχιστα ίχνη των παθών τους και για να πάρουν μεγαλύτερο στεφάνι στον ουρανό. Εξ άλλου, αφού στον Υιό Του τον αγαπητό επέτρεψε να υποφέρει και να πεθάνει επάνω στο Σταυρό, τί να πούμε για τους ανθρώπους, οι οποίοι, όσο άγιοι και αν είναι, έχουν ρύπους και κηλίδες από αμαρτίες;» (Γέρ. Επιφάνιος. Υποθήκες Ζωής σ. 139).

γ. Όλες οι δοκιμασίες αποδεικνύονται (και σ' αυτή τη ζωή) ή θ' αποδειχθούν (στην αιώνια ζωή), ευεργεσίες του Θεού για μας.

Επομένως ο οδυνηρός θάνατος ενός Χριστιανού δεν είναι κάτι κακό, το οποίο πρέπει να παρεξηγούμε ή να φοβόμαστε. Παρακαλούμε τον Θεό να μας δίνει υπομονή, για να σηκώνουμε το σταυρό μας αγόγγυστα, χωρίς να απογοητευόμαστε. Υποφέρουμε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια, αλλά στην ουράνια Βασιλεία Του ο Θεός μας ετοιμάζει αιώνια αγαθά και βραβεία. Άλλωστε οι πειρασμοί και οι δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε είναι στα ανθρώπινα μέτρα μας. «Και ο Θεός που κρατάει τις υποσχέσεις Του, δε θα επιτρέψει σε κανένα πειρασμό να ξεπεράσει τις δυνάμεις σας αλλά όταν έρθει ο πειρασμός, θα δώσει μαζί και τη διέξοδο, ώστε να μπορέσετε να τον αντέξετε» (Α Κορ. ι' , 13) .

Κακό είναι να πεθάνει κανείς (είτε με δοκιμασίες είτε χωρίς δοκιμασίες) «εν αμαρτίαις», δηλ. αμετανόητος, χωρίς να έχει εξομολογηθεί και χωρίς να έχει κοινωνήσει.

Άδικος θάνατος δικαίων

Άδικος θάνατος είναι π.χ. του Άβελ. Ο Κάιν σκότωσε τον αδελφό του όχι διότι τον ζημίωσε ή τον έβλαψε , αλλά, επειδή ο Άβελ τίμησε με θυσία τον Θεό όπως έπρεπε, και έγινε δεκτή η προσευχή του. Οργίστηκε ο Κάιν, μίσησε τον αδελφό του και τελικά τον σκότωσε.

Ο Θεός δεν εμπόδισε να γίνει ο πρώτος αυτός φόνος στη γη, επειδή ακριβώς αγαπούσε τον Άβελ και όχι επειδή τον μισούσε. Λέγει σχετικά ο Άγιος Χρυσόστομος ότι ο Θεός θέλησε «από της αδικωτάτης αυτής σφαγής» να του κάνει λαμπρότερο το στεφάνι στην αιώνια ζωή.

Επομένως Ισχύουν και για τον άδικο θάνατο των δικαίων, όσα αναφέραμε και για τον οδυνηρό θάνατο και δεν πρέπει να έχουμε λογισμούς γιατί αδικοπεθαίνουν ορισμένοι δίκαιοι.

Αιφνίδιος θάνατος

Η Εκκλησία, παρ' ότι γνωρίζει ότι ο Θεός «παίρνει» τον άνθρωπο στην καλύτερή του ώρα, απεύχεται τον αιφνίδιο θάνατο και δέεται «υπέρ του διαφυλαχθήναι ημάς από λοιμού, λιμού, σεισμού ... και αιφνιδίου θανάτου». Δηλ. εύχεται να μας φυλάξει ο Θεός από αιφνίδιο θάνατο, επειδή συνήθως είμαστε απροετοίμαστοι γι' αυτόν.

Ο Γέροντας Πορφύριος με αφορμή ένα τέτοιο αιφνίδιο θάνατο ενός άγιου ανθρώπου είχε πει : Για τρεις λόγους ο Θεός μπορεί να επιτρέψει ένα αιφνίδιο θάνατο (καρδιακή προσβολή, τροχαίο ατύχημα κ.λπ.):

α. Όταν ο άνθρωπος είναι άγιος, δηλ. ζει μία υψηλή πνευματική ζωή και θέλει ο Θεός, για λόγους που ο ίδιος γνωρίζει, να τον πάρει κοντά Του, ώστε να συνεχίσει να ζει αίωνίω τη μακαρία αυτή ζωή, (περίπτωση σπάνια).

β. Όταν ο άνθρωποι; έχει μερικά καλά, αλλά ο Θεός βλέπει ότι πρόκειται να περιπέσει σε βαριά αμαρτία, εξαιτίας της οποίας θα χάσει τον Παράδεισο. Σ' αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπει, δηλ. δεν εμποδίζει τον αιφνίδιο θάνατο, όποτε και αυτός ο άνθρωπος για τα λίγα καλά του (και φυσικά με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες των δικών του, όπως σημειώσαμε παραπάνω), αποφεύγει την κόλαση και «εξασφαλίζει» τον Παράδεισο, (πολύ συνηθισμένη περίπτωση).

γ. Όταν ο άνθρωπος είναι αμετανόητος και δεν ενδιαφέρεται για την ψυχή του. Σ' αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται αιφνίδιο θάνατο σαν συνέπεια των πράξεών του και ο Θεός δεν τον εμποδίζει, γνωρίζοντας την αμετανοησία του. (Είναι η τρίτη περίπτωση, χωρίς να μπορούμε εμείς να προσδιορίσουμε ποιος υπάγεται σ' αυτήν. Διότι δεν γνωρίζουμε τί συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων τις τελευταίες ώρες ή και τα τελευταία λεπτά της ώρας, πριν παραδώσουν την ψυχή τους).

Ιωάννης Μ. Φουντούλης, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Τα ιερά μνημόσυνα

Θέμα της παρούσης εισηγήσεως είναι «Τα ιερά μνημόσυνα», δηλαδή οι υπέρ των κεκοιμημένων αδελφών μας δεήσεις της Εκκλησίας. Περιλαμβάνει δε δύο μέρη. Στο πρώτο προσπαθούμε να δώσουμε μια ιστορική εικόνα του θέματος, δηλαδή κάνουμε μια αναδρομή στην περί μνημοσυνών παράδοση και πρακτική της Εκκλησίας απ’ αρχής μέχρις ότου παγιώθηκε η λειτουργική τάξη. Η αναφορά αυτή στην ιστορία, και στην εδώ περίπτωση μας και σε κάθε άλλο λα¬τρευτικό θέμα, δεν γίνεται απλώς από λόγους ιστορικής περιέργειας, αλλά έχει ουσιαστικό λόγο υπάρξεως και καλλιεργείας. Έτσι κατοχυρώνουμε τήν νομιμότητα της λειτουργικής μας πράξεως και εν προκειμένω τις δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων, που τελεί η Εκκλησία για την ανάπαυση των ψυχών τους και για παρηγοριά των ζώντων. Έτσι σκέπτεται, θεολογεί και ενεργεί μια παραδοσιακή Εκκλησία, όπως είναι η Ορθόδοξος. Η παράδοση δικαιώνει και επαληθεύει την σημερινή μας πρακτική. Δεν καινοτομούμε, αλλά ακολουθούμε την τάξη που παραλάβαμε από τον Κύριο Ιησού Χριστό, τους αγίους Αποστόλους και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Σ’ αυτήν με ταπείνωση και εμπιστοσύνη στηριζόμαστε και εν ονόματι της συνεχίζουμε την πνευματική και λατρευτική ζωή μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, επικαλούμενοι το έλεος του Θεού, πιστεύοντας ότι η ευσπλαγχνία του θα νικήσει το πλήθος των αμαρτιών μας. Το λέμε με παρρησία στις ευχές της γονυκλισίας του εσπερινού της Πεντηκοστής, που κατά βάση είναι νεκρώσιμες ευχές: «Επιμέτρησον τας ανομίας ημών τοις οικτιρμοίς σου· αντίθες την άβυσσον των οικτιρμών σου τω πλήθει των πλημμελημάτων ημών» (α’ γονυκλισία, ευχή πρώτη). Στα ερωτήματα που τίθενται από πιστούς και μη πιστούς για το ποιά είναι η σκοπιμότητα και ποιο το όφελος για τους κεκοιμημένους έχουν οι δεήσεις που κάνουν γι’ αυτούς οι ζώντες, εφ’ όσον «εν τω άδη ουκ εστί μετάνοια», εμείς θα απαντήσου¬με επικαλούμενοι την από αιώνων πράξη της Εκκλησίας. Το φαινομενικά απλοϊκό, «έτσι το παραλάβαμε», δείχνει όλη την εμπιστοσύνη μας και την αμετακίνητη και ζωντανή ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, αλλά και την βεβαιότητα ότι η πράξη της Εκκλησίας, που εκφράζει την πίστη της και την αλήθεια της αποκαλύψεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού στον κόσμο, αποτε¬λεί για όλους μας την εγγύηση ότι οι προσευχές μας γίνονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και ότι θα είναι ωφέλιμες για τις ψυχές των τεθνεώτων. Με ποιο τρόπο θα γίνει αυτό, το αφήνουμε στο ανεξιχνίαστο πέλαγος της πολυμήχανης αγάπης του Θεού. Αυτή περίπου είναι η απάντηση μας στο θέμα που άφορα στα μνημόσυνα από λειτουργική άποψη. Πως θεωρητικά, βάσει της περί εσχάτων και περί της μετά θάνατον ζωής και αναστάσεως διδασκαλίας της Εκκλησίας και της περί κοινωνίας των αγίων θεολογίας της αντιμετωπίζεται το θέμα, έχει επαρκώς αναλυθεί από τις προηγηθείσες θεωρητικές εισηγήσεις. Εμείς θα μείνουμε στην ιστορικολειτουργική του πλευρά μόνο.
Η Χριστιανική Εκκλησία καθιέρωσε ευθύς εξ αρχής ειδικές προσευχές για την ανάπαυση των ψυχών των κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών μας. Αυτό αποτελεί συνέπεια της πίστεως και διδασκαλίας της ότι οι αποθανόντες πιστοί ζουν και μετά θάνατον εν Χριστώ και ότι η κοινωνία πίστεως και αγάπης μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων δεν παύει να υφίσταται, εκφράζεται δε με αμοιβαίες προσευχές. Οι ζώντες δέονται υπερ των κεκοιμημένων και οι κεκοιμημένοι υπέρ των ζώντων και μάλιστα οι άγιοι, που έχουν παρρησία στον Θεό. Έτσι καθιερώνονται προσευχές και ακολουθίες υπέρ των τεθνεώτων εις μνήμην αυτών, τα μνημόσυνα. Με τον τρόπο αυτόν η Εκκλησία συνεχίζει πανανθρώπινη παράδοση και πρακτική, νεκρικά δηλαδή έθιμα που υφίσταντο κατά την εποχή της ελεύσεως του Χριστού και της ιδρύσεως και εξαπλώσεως της Εκκλησίας, και που, εκχριστιανιζόμενα και αποκαθαιρόμενα από προλήψεις και δεισιδαιμονίες, λαμβάνουν νέο περιεχόμε¬νο και νόημα και συνεχίζονται από αυτήν.
Στην Παλαιά Διαθήκη απαντούν μαρτυρίες για την προ Χρίστου ιουδαϊκή πράξη. Στο Τωβίτ 4,17 υπάρχει η προτρο¬πή «έκχεον τους άρτους σου επι τον τάφον των δικαίων», που υπαινίσσεται την τέλεση νεκροδείπνων στους τάφους ή την προσφορά ελεημοσυνών στους φτωχούς, προφανώς εις μνη¬μόσυνο των απελθόντων. Στο Β’ Μακκαβαίων 12, 43-45 μαρτυρείται η τέλεση θυσιών «περί αμαρτίας» υπέρ των «μετ’ ευσέβειας κοιμωμένων». Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος έστειλε στον ναό των Ιεροσολύμων τα απαιτούμενα για να τελεσθεί θυσία για εκείνους που έπεσαν στον πόλεμο. Η συγγένεια με την σχετική, μεταγενέστερα βέβαια, χριστιανική πράξη είναι εμφανής.
Θυσίες όμως και προσφορές υπέρ των νεκρών έκαναν και οι ειδωλολάτρες. Ήδη από την εποχή του Ομήρου ήταν γνωστά τα «περίδειπνα», κατά τα οποία επιστεύετο ότι συνέτρωγε και ο νεκρός μαζί με τους παρακαθημένους. Τα επιμνημόσυνα δείπνα αυτά ετελούντο σε ορισμένες τακτές από την ημέρα του θανάτου ημέρες, την τρίτη, την ενάτη, την τριακοστή και κατ’ έτος την «γενέθλιο» ημέρα του νεκρού, δηλαδή κατά την επέτειο της γεννήσεώς του – όχι του θανάτου του. Η συγγένεια και εδώ με τήν χριστιανική πρακτική είναι εμφανέστατη.
Οι χριστιανοί συνεχίζουν, όπως ήταν επόμενο, τα ανωτέρω με ένα διπλό τρόπο· τις ελεημοσύνες υπέρ των τεθνεώτων, ως έκφραση αγάπης προς αυτούς και προς τους ενδεείς, και τις προσευχές. Ήδη οι «Αποστολικές Διαταγές» (τέλος Δ’ αιώνος) συνιστούν να δίδονται «εκ των υπαρχόντων» του νεκρού και «εις ανάμνησιν αυτού» ελεημοσύνες στους φτωχούς (Η’ 42). Το ίδιο συνιστούν και ο Χρυσόστομος, ο Ιερώνυμος, ο Τερτυλλιανός, ο ψευδο-Αθανάσιος και άλλοι παλαιοί πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Παραλλήλως όμως ετελούντο στους τάφους των νεκρών και τα «περίδειπνα» ή «μακαρίαι», που έχουν επιβιώσει με διάφορες εξελιγμένες μορφές κατά τόπους μέχρι σήμερα. Και τα «περίδειπνα» δεν είναι άσχετα προς την περί ελεημοσυνών πρακτική, αφού σ’ αυτά συνέτρωγαν όχι μόνο συγγενείς και φίλοι του νεκρού, αλλά και κληρικοί, πτωχοί και ξένοι (Αποστ. Διαταγαί Η’ 44, Αυγου¬στίνου Εξομολογήσεις VI, 2, Βάλσαμων κ.λπ.). Είναι άξιο ση¬μειώσεως το πνευματικό νόημα που δίδεται από τις «Αποστολικές Διαταγές» στις συνεστιάσεις αυτές, ως μιας πράξεως προσευχής και πρεσβείας των ζώντων υπέρ των κεκοιμημένων («εν δε ταις μνείαις αυτών καλούμενοι μετά ευταξίας εστιάσθε και φόβου Θεού, ως δυνάμενοι και πρεσβεύειν υπέρ των μεταστάντων» Η’ 44).
Ηδη πάντως στις «Αποστολικές Διαταγές» υπάρχουν όχι μόνο διαμορφωμένες ευχές και διακονικές αιτήσεις «υπέρ αναπαυσαμένων εν Χριστώ αδελφών ημών», που κατά βάσιν περιέχουν τα αιτήματα ακόμα και τις φραστικές διατυπώσεις που μας είναι οικείες από τις εν χρήσει ευχές («παρίδη αυτώ παν αμάρτημα εκούσιον και ακούσιον και… κατάταξη εις χωράν ευσεβών, ανειμένων εις κόλπον Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ… ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός» Η’ 41), αλλά και μαρτυρία ότι υφίσταντο ήδη ως καθοριζόμενα από τους αποστόλους τα τρίτα, τα ένατα, τα τεσσαρακοστά και τα ενιαύσια μνημόσυνα. Δίδεται δε μια βιβλική ή υποτυπώδης θεολογική δικαίωση για το καθένα:« Επιτελείσθω δε τρίτα των κεκοιμημένων εν ψαλμοίς και αναγνώσεσι και προσευχαίς διά τον διά τριών ημερών εγερθέντα· και ένατα εις υπόμνησιν των περιόντων και των κεκοιμημένων και τεσσαρακοστά κατά τον παλαιόν τόπον, Μωϋσήν γαρ ούτως ο λαός επένθησε· και ενιαύσια υπέρ μνείας αυτού» (Η’ 42). Παρόμοιες θεολογικές ερμηνείες με αναγωγές στην Παλαιά Διαθήκη ή στην θεολογική σημασία των αριθμών ή ιδιαιτέρως στον βίο και στις μετά την ανάσταση εμφανίσεις του Κυρίου έχουν δοθεί πολλές για την δικαιολόγηση της επιλογής των ημερών τελέσεως των μνημοσυνών: Αγία Τριάς, τριήμερος ταφή του Κυρίου (τα τρίτα), τα αγγελικά τάγματα ή ο ιερός αριθμός 3×3 ή η εμφάνιση του Κυρίου κατά την ογδόη μετά την ανάσταση ημέρα (τα ένατα), ανάληψη του Κυρίου σαράντα ημέρες μετά την ανάσταση (τα τεσσαρακοστά) κ.ο.κ. Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει και άλλες ερμηνείες που κυκλοφορούσαν κατά την εποχή του, που συσχέτιζαν τις ημέρες των μνημοσυνών με τις αντίστοιχες φάσεις της συλλήψεως και της διαμορφώσεως του εμβρύου αφ’ ενός, και της φυσικής διαλύσεως του σώματος μετά την ταφή αφ’ ετέρου. Αυτές βασιζόταν στις ιατρικές γνώσεις της εποχής εκείνης και δεν τις υιοθετεί ο Συμεών, που ορθώς προτιμά «πνευματικώς νοείν πάντα και θείως και μη εκ των αισθητών συνιστάν τα της Εκκλησίας» (Διάλογος, κεφ. 371). Ένα πάντως είναι σημαντικό, ότι η Εκκλησία διατήρησε προχριστιανικά ήθη που δεν αντέλεγαν στη διδασκαλία της, έδωσε σ’ αυτά νέο χριστιανικό νόημα και τροποποίησε μερικά για θεολογικούς λόγους. Έτσι ενεργεί όταν μεταθέτει τα τριακοστά στην τεσσαρακοστή ημέρα, εμφανώς από ιουδαϊκή επί-δραση και από συσχετισμό προς την ανάληψη του Κυρίου. Έτσι τελεί και τα ενιαύσια, όχι, κατά την άνευ σημασίας ημέρα της φυσικής γεννήσεως των ανθρώπων, αλλά κατά την ημέρα της εν Χριστώ γεννήσεως και τελειώσεως και εισόδου στην αληθινή ζωή, την ημέρα δηλαδή της «κοιμήσεως» των πιστών, την «γενέθλιο ήμερα» τους. Δεν επιδίδεται σε ανούσιους και ανωφελείς πολέμους και σκιαμαχίες, αλλά αναπλάθει εν Χριστώ τον κόσμο. Πολύ σοφή τακτική.
Από τα σωζόμενα τυπικά διαφόρων Μονών μαθαίνομε τα νεκρικά έθιμα που τηρούνταν στα μοναστήρια και προφανώς και στις κατά κόσμον εκκλησίες. Επί τις σαράντα πρώτες ημέρες εγίνετο καθημερινώς κατά τις ακολουθίες του εσπερινού και του όρθρου ειδική δέηση υπέρ του κοιμηθέντος και προσεφέρετο υπέρ αυτού η αναίμακτος θυσία. Στην ιδιαιτέρως μεγάλη σπουδαιότητα της τελέσεως της θείας ευχαριστίας υπέρ του κεκοιμημένου, της μνημονεύσεώς του κατ’ αυτήν και της ωφελείας του από αυτήν αναφέρονται οι πατέρες από του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων (Δ’ αιών), που τονίζει ότι «μεγίστην ώνησιν»( μεγάλη ωφέλεια) ευρίσκουν οι ψυχές «υπέρ ων η δέησις προσφέρεται της αγίας και φρικωδέστατης προκειμένης θυσίας» (Μυσταγωγική Κατήχησις Ε’9), μέχρι και του αγίου Συμεών Θεσ¬σαλονίκης (ΙΕ’ αιών). Ο τελευταίος συνδυάζει την παραδοσιακή περί λειτουργίας θεολογία, ειδικότερα στην εκ της μνημονεύσεως των κεκοιμημένων κατά την εξαγωγή των μερίδων στην πρόθεση ωφέλεια, γιατί με τον τρόπο αυτόν διά της μερίδος τους στο δισκάριο μετέχουν μυστηριωδώς και αοράτως της χάριτος, κοινωνούν, παρακαλούνται, σώζονται και ευφραίνονται εν Χριστώ (Διάλογος, κεφ. 373). Αν απέθνησκε κάποιος κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής ή η περίοδος των σαράντα λειτουργιών ενέπιπτε μερικώς μέσα σ’ αυτή, εγίνετο μια εύλογη διευθέτηση. Τα τρίτα ετελούντο το πρώτο Σάββατο, τα ένατα το δεύτερο και το σαρανταλείτουργο άρχιζε από τη Δευτέρα μετά του Θωμά. Η διάταξη αυτή είναι πολλαπλώς σημαντική και θα επανέλθουμε στο δεύτερο μέρος της εισηγήσεως. Ας κρατήσουμε το βασικό της δίδαγμα ότι το κυρίως μνημόσυνο του κεκοιμημένου γίνεται διά τής θείας λειτουργίας ή, με άλλους λόγους, ότι η αληθινή ακολουθία του μνημοσύνου είναι συνδεδεμένη αρρήκτως με την τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, όπως είδαμε παλαιότερα για το βάπτισμα, τον γάμο, το ευχέλαιο κ.λπ.
Εκτός από τα ατομικά μνημόσυνα που γίνονται κατά την τρίτη, ενάτη, τεσσαρακοστή από την από της κοιμήσεως ημέρα και κατά την κατ’ έτος μνήμη του θανάτου του κεκοιμημένου, η Εκκλησία έχει εισαγάγει σ’ όλες τις ακολουθίες της δεήσεις υπέρ αναπαύσεως των ψυχών και μακαρίας μνήμης των προκεκοιμημένων πατέρων και αδελφών μας, δηλαδή γενικών δεήσεων ή και ευχών, που μπορούν να εξειδικευθούν με την μνημόνευση ονομάτων. Έτσι έχουμε τις εκτενείς του εσπερινού, του όρθρου και της θείας λειτουργίας (« Ελέησον ημάς, ο Θεός… Έτι δεόμεθα υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως των ψυχών…»), την ακολουθία της προσκομιδής και τα μετά τον καθαγιασμό δίπτυχα της θείας λειτουργίας, το «Ευξώμεθα» του μεσονυκτικού και του αποδείπνου, το νεκρώσιμο τροπάριο στην τριθέκτη και ιδιαιτέρως το δεύτερο μέρος του καθημέραν μεσονυκτικού, που στις πηγές χαρακτη-ρίζεται «τρισάγιον υπέρ των κεκοιμημένων» και περιλαμβάνει δύο ψαλμούς (τον ρκ’ και ρλγ’), τρισάγιο κ,λπ., τρία νεκρώσιμα τροπάρια («Μνήσθητι, Κύριε, ως αγαθός…» κ,λπ.) και θεοτο¬κίο και την νεκρώσιμο ευχή («Μνήσθητι, Κύριε, των επ’ ελπίδι αναστάσεως…»).
Στους κεκοιμημένους και στις υπέρ αυτών δεήσεις είναι αφιερωμένα όλα τα Σάββατα του έτους. Κατ’ αυτά ψάλλονται νεκρώσιμα τροπάρια και κανών κατά τον ήχον της εβδομάδος, τελούνται δε κανονικώς και τα μνημόσυνα. Εξαιρέτως δε δύο Σάββατα κατ’ έτος, το Σάββατον προ της Απόκρεω και το Σάββατον προ της Πεντηκοστής, είναι ημέρες κοινών και πανδήμων μνημοσυνών αφού κατ’ αυτά «μνήμην επιτελούμεν πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων Ορθοδόξων Χριστιανών, πατέρων και αδελφών». Η επιλογή του Σαββάτου ως νεκρωσίμου ημέρας οφείλεται αφ’ ενός μεν στον χαρακτηρισμό της στην Γένεση ως ημέρας «καταπαύσεως» από των έργων του δημιουργού του κόσμου Θεού (Γεν. β’2), αλλά και για τον κατά το Σάββατο εκείνο της εβδομάδος των αγίων παθών «σαββατισμό» του Κυρίου Ιησού Χριστού στον τάφο. Ανάλογες νεκρώσιμες εορτές κατ’ έτος υπήρχαν και στον προχριστιανικό κόσμο που αντικατεστάθησαν από τα κοινά μνημόσυνα των δύο Ψυχοσαββάτων. Στο Σάββατο προ της Απόκρεω μεταξύ ς’ και ζ΄ ωδής του κανόνος του όρθρου υπάρχει θαυμάσιο Συναξάριο γραμμένο από τον Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, στο οποίο αναλύεται η περί της μετά θάνατον ζωής διδασκαλία της Εκκλησίας και διεξοδικώς εκτίθενται τα περί μνημοσυνών και της εξ αυτών ωφελείας των ψυχών των κεκοιμημένων.
(Ιωάννου Μ. Φουντούλη, «Τελετουργικά Θέματα» τ. Γ΄, Εκδ. Αποστ.Διακονίας, Αθήνα 2007, σ. 29-36)

Το καλύτερο Μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους μας


Ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωὴ οἱ δικοί μας ἄνθρωποι. Τερμάτισαν τὴν ἐπίγεια πορεία τους. Τοὺς συνοδεύσαμε στὴν τελευταία ἐπὶ γῆς κατοικία τους. Ἄλ­λοι σὲ ὥριμη ἡλικία, ἄλλοι νεότεροι, ἄλ­λοι μὲ αἰφνίδιο θάνατο καὶ ἄλλοι μετὰ ἀ­πὸ χρόνια δοκιμασία, ὅπως ἔκρινε ὁ Θε­ὸς γιὰ τὸν καθένα. Ἀναμένουν τώρα τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, τὴν τελικὴ Κρίση.

Ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε τοὺς θυμᾶται, τοὺς μνημονεύει σὲ κάθε θεία Λειτουργία καὶ τελεῖ τὶς εἰδικὲς Ἀκολουθίες – τὰ Μνημόσυνα, τὰ Τρισάγια – «ὑπὲρ ἀναπαύσεως» τῶν ψυχῶν τους, καὶ ἡ ὠφέλεια εἶναι μεγάλη γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. 

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους τῶν κεκοιμημένων ἐπιθυμοῦν νὰ τελέσουν τὰ ἱερὰ Μνημόσυνα, γιὰ νὰ τιμήσουν τοὺς προσφιλεῖς νεκρούς τους. Ξοδεύουν χρήματα πολλὰ γιὰ διακόσμηση μὲ ἄνθη, γιὰ χορωδίες, γιὰ κεράσματα καὶ φθάνουν σὲ ὑπερβολή. Θέλουν νὰ κάνουν τὸ καλύτερο Μνημόσυ­νο καὶ πιστεύουν πὼς ἔτσι ἀναπαύεται ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ, καὶ ἠρεμοῦν τὴ συνείδησή τους.

Εἶναι ὅμως αὐτὸ τὸ καλύτερο Μνημόσυνο; Ἀναπαύουν ἔτσι τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου; Τιμοῦν τὴ μνήμη του;

Ὁ ὅσιος Παΐσιος, ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα τ᾿ ἄλλα ποὺ ὠφελοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ νεκροῦ – ἐλεημοσύνες, προσευχές, μνημόνευση ὀνομάτων κατὰ τὴ θεία Λειτουργία – ζητοῦσε καὶ κάτι περισσότερο καὶ συμβούλευε σχετικά: «Τὸ καλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ Μνημόσυνα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς κεκοιμημένους εἶναι ἡ προσεκτικὴ ζωή μας, ὁ ἀγώνας ποὺ θὰ κάνουμε γιὰ νὰ κόψουμε τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ λαμπικάρουμε τὴν ψυχή μας. Γιατὶ ἡ δική μας ἐλευθερία ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὰ ψυχικὰ πάθη, ἐ­κτὸς ἀπὸ τὴν δική μας ἀνακούφιση, ἔ­­χει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν ἀνακούφιση τῶν κεκοιμημένων προπάππων ὅλης τῆς γενιᾶς μας. Οἱ κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, ὅταν ἕνας ἀπόγονός τους εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Ἂν ἐμεῖς δὲν εἴμαστε σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, τότε ὑποφέρουν οἱ κεκοιμημένοι γονεῖς μας, ὁ παππούς μας, ὁ προπάππος μας, ὅλες οἱ γενεές. “Δὲς τί ἀπογόνους κάναμε!”, λένε καὶ στενοχωριοῦνται. Ἂν ὅμως εἴμαστε σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, εὐφραίνονται, γιατὶ καὶ αὐτοὶ ἔγιναν συν­εργοὶ νὰ γεννηθοῦμε, καὶ ὁ Θεὸς κατὰ κάποιον τρό­πο ὑποχρεώνεται νὰ τοὺς βοηθήση. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ θὰ δώση χαρὰ στοὺς κεκοιμημένους εἶναι νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ εὐαρεστήσουμε στὸν Θεὸ μὲ τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ τοὺς συναντήσουμε στὸν Πα­ράδεισο καὶ νὰ ζήσουμε ὅλοι μαζὶ στὴν αἰώνια ζωή. Ἑπομένως, ἀξίζει τὸν κόπο νὰ χτυπήσουμε τὸν παλαιό μας ἄν­θρωπο, γιὰ νὰ γίνη καινὸς καὶ νὰ μὴ βλάπτη πιὰ οὔτε τὸν ἑαυτό του οὔτε ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ βοηθᾶ καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους, εἴτε ζῶντες εἶναι εἴτε κεκοιμημένοι».

Νά λοιπὸν ποιὸ εἶναι τὸ καλύτερο Μνημόσυνο γιὰ τοὺς κεκοιμημένους μας: ἡ μνημόνευσή τους κατὰ τὴ θεία Λειτουργία, ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὴ δική μας ἀγωνιστικὴ ζωὴ, τὴ σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο.

Εὔκολα προετοιμάζει κανεὶς ἕνα Μνημόσυνο, μάλιστα μὲ τὴ βοήθεια τῶν εἰδικῶν Γραφείων Τελετῶν ποὺ ὑπάρχουν σήμερα.

Ὀφείλουμε ὅμως νὰ σκεφθοῦμε τί πραγματικὰ θ’ ἀ­νέπαυε τὸν ἄνθρωπό μας, τί θὰ ἤθελε νὰ κάνουμε ἐμεῖς μετὰ τὸν θάνατό του, κατὰ τὴν τέλεση τοῦ Μνημοσύνου του;

Στὴν Παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, ποὺ δίδαξε ὁ Κύριός μας, φαίνεται ἡ διάθεση τοῦ πλουσίου νὰ βοηθήσει τὰ ὑπόλοιπα πέντε ἀδέλφια του, καὶ παρακαλεῖ τὸν Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο νὰ τοὺς συστήσει νὰ μὴ ζοῦν τὴ ζωὴ ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸς ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ τὴ ζωὴ τὴ σύμφωνη μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ: «εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου» (Λουκ. ιστ΄ [16] 27, 28).

Αὐτὸ θέλουν οἱ κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας ἀπὸ μᾶς: Νὰ ζοῦμε ὅπως θέλει ὁ Θεός. Αὐτὸ καὶ ἐμᾶς θὰ ὠφελεῖ καὶ τὶς ψυχές τους θὰ ἀναπαύει.

Πηγή:
osotir.org 


Πηγή: http://synaxipalaiochoriou.blogspot.gr/2016/08/blog-post_58.html

Να διαγραφούν αφού επισημανθούν τα παρακάτω:
Αγαπητέ αναγνώστη, επιτρέπεται η αναδημοσίευση - ολική ή μερική - του περιεχομένου του Ιστότοπου με την προϋπόθεση της ρητής αναφοράς της πηγής με ενεργό σύνδεσμο, σύμφωνα με την κείμενη Ευρωπαϊκή και Ελληνική νομοθεσία (Ν.2121/1993) και τους όρους χρήσης.

Θάνατος και Απώλεια π. Αντώνιος Μπλουμ Μητροπολίτης Σουρόζ


Θα στραφούμε τώρα στις διάφορες ακολουθίες που σχετίζονται με το θάνατο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτα απ' όλα υπάρχουν δύο ακολουθίες που είναι πολύ γνωστές σ' όλους τους Ορθόδόξους. Είναι το «Τρισάγιον» η «Παραστάσιμος Ακολουθία» η παννυχίδα, [Στ.Μ. όπως ονομάζεται στα Ρωσικά]- και η «Νεκρώσιμος Ακολουθία» για τους λαϊκούς. Υπάρχουν επίσης και άλλες ακολουθίες, λιγότερο γνωστές: η «Ακολουθία εις Ψυχορραγούντα», που διαβάζεται πάνω από το πρόσωπο που η αναχώρησή του από αυτήν τη ζωή παρουσιάζει δυσκολίες, η «Νεκρώσιμη Ακολουθία» για νήπια και για ιερείς. Θα ήθελα να απομονώσω ορισμένα χαρακτηριστικά που βασικά είναι κοινά σ' όλες αυτές.
Υπάρχουν δύο πλευρές σ' αυτές τις ακολουθίες: η μία αφορά τη μέριμνα για την ψυχή και η άλλη τη φροντίδα για το σώμα. Το ενδιαφέρον μας για την προσευχή υπέρ της ψυχής του κεκοιμημένου είναι κοινό με αυτό όλων των άλλων Εκκλησιών.
Πιστεύω όμως ότι στην Ορθοδοξία δίνουμε μια πολύ πιο ειδική και σημαντική προσοχή στο σώμα. Στο Μνημόσυνο, όλη η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην ψυχή που βρίσκεται τώρα στην αιωνιότητα, πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ζώντα Θεό, και η οποία αναπτύσσεται σε μια όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, παράλληλα με τη μέριμνά μας για την ψυχή που έχει μεν αναχωρήσει, αλλά κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη, υπάρχει μια βαθιά φροντίδα για το σώμα.
Όταν διαβάζουμε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, το σώμα αντιμετωπίζεται υπό δύο γωνίες. Αφενός, γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το σώμα είναι καταδικασμένο να φθαρεί: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Υπάρχει ένας οξύς πόνος σ' αυτήν τη σκέψη και σ' αυτήν τη θέα. Στη στάση μας προς τον κεκοιμημένο, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή της πραγματικότητας και στη βεβαιότητα της πίστης μας, ανάμεσα στη θέα της φθοράς και στη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο όπου αναπαύεται ό,τι έχει απομείνει από το αγαπημένο σώμα του, και στη βεβαιότητα ότι η σχέση κοινωνίας συνεχίζεται εν Θεώ στην αιωνιότητα.
Αυτή είναι η πρώτη άποψη της συμμετοχής του σώματος. Στις διάφορες ευχές, στο τροπάριο και στον κανόνα, στους ύμνους του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, βρίσκουμε την αντανάκλαση αυτού του πόνου και την αίσθηση μιας τραγωδίας: ένα ανθρώπινο σώμα που εκλήθη στην αιώνια ζωή, και που το σκότωσε η θνητότητα που γέννησε η απώλεια του Θεού.
Η Αγία Γραφή, αφετέρου, χρησιμοποιεί τους όρους «σώμα», «πρόσωπο» και«ψυχή» κατά περίσταση, για να υποδηλώνει το όλο πρόσωπο.
Όντως, η σύνδεση που υφίσταται ανάμεσα στο σώμα και στη ψυχή, ανάμεσα στο σώμα και στην ίδια την πνευματική εμπειρία είναι τόσο τέλεια. Η μαρτυρία του απόστολου Παύλου είναι πώς «η πίστις εξ ακοής, η δε ακοή δια ρήματος Θεού».Η λέξη προφέρεται, η λέξη ακούγεται με τη βοήθεια σωματικών μέσων: τα χείλη του ομιλητή, τα αυτιά του ακροατή. Και όμως φτάνουν στην καρδιά, φτάνουν στο νου, φτάνουν στον πυρήνα του προσώπου μ' έναν τέτοιο τρόπο, ώστε ένας λόγος του Θεού να μπορεί να μεταμορφώσει τη ζωή ενός προσώπου.
Γνωρίζουμε επίσης πόσο όλες μας οι αισθήσεις συμμετέχουν σε κάθε γεγονός του νου και της καρδιάς. Πόση αγάπη δεν εκφράζει μια μητέρα στο μικρό της παιδί με το άγγιγμα του χεριού του, πόση κάθε μορφής αγάπη δεν βρίσκει έκφραση μέσα από το σώμα. Έτσι, αν κοιτάξουμε το σώμα ενός κεκοιμημένου, δεν αντικρίζουμε ένα ένδυμα που πρέπει να απορριφθεί - όπως πολλοί λένε για να παρηγοριούνται και για να σβήσουν τον πόνο τους. Δεν είναι ένδυμα, ούτε έχει απορριφθεί. Είναι ένα σώμα που είναι τόσο πραγματικό, όσο το πρόσωπο και η ψυχή. Μόνο το συναμφότερον, σώμα και ψυχή, αποτελεί ολόκληρο το πρόσωπο.
Αυτό το παρουσιάζει μ' έναν απροσδόκητο και ίσως παράξενο τρόπο ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο οποίος, μιλώντας για το σώμα, λέγει ότι ο αιώνιος προορισμός του ανθρώπου δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί πριν από την ανάσταση του σώματος, επειδή το σώμα διαθέτει, στον ίδιο βαθμό με την ψυχή, το δικαίωμα να επιλέξει και να καθορίσει τον αιώνιο προορισμό του προσώπου. Τα λόγια αυτά μας φαίνονται μυστηριώδη, επειδή δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς μπορεί να γίνει αυτό. Και όμως, αυτό το σώμα είναι τόσο εγώ, όσο εγώ είναι και η ψυχή. Και μόνο κατά το συναμφότερον μπορώ να θεωρούμαι ολόκληρος.
Έτσι, όταν παρατηρούμε αυτό το σώμα, το βλέπουμε με σεβασμό.
Βλέπουμε σ' αυτό όλο τον πόνο και τη χαρά, όλο το μυστήριο της ζωής αυτού του προσώπου. Το σώμα μπορεί να ονομαστεί ορατό στοιχείο του αοράτου. Από την άποψη αυτή, δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι στις εκκλησιαστικές ακολουθίες στα σλαβονικά, χρησιμοποιούμε για το σώμα τη λέξη «moshchi», που σημαίνει λείψανο.
Έτσι, βλέπουμε αφενός το τόσο αγαπητό και πολύτιμο σώμα, πληγωμένο και κατακτημένο από τη θνητότητα, παραδομένο στο θάνατο. Αφετέρου, το βλέπουμε ως σπόρο που σπείρεται για να σηκωθεί ξανά στη δόξα της αθανασίας μέσα από την ανάσταση. Και, κοιτάζοντάς το, δεν μπορούμε παρά να βλέπουμε τη σύνδεσή του με το Σώμα του Χριστού.
Ο απόστολος Παύλος χρησιμοποίησε τη φράση «η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ». Η σωματική μας ύπαρξη κρύβεται στο μυστήριο της αγίας Τριάδος και αυτή η σωματική ύπαρξη μας αποτελεί την ανθρώπινη φύση μας. Στον Χριστό και στη Θεοτόκο μπορούμε να δούμε αυτό που καλείται να γίνει το σώμα μας: ένα σώμα δόξης. Έτσι δεν είμαστε διχασμένοι, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίπλοκη κατάσταση στην οποία, συντετριμμένοι από τη λύπη για το χωρισμό, κοιτάζουμε έκπληκτοι το γεγονός ότι ένα ανθρώπινο σώμα μπορεί να πεθάνει, και με πίστη και ελπίδα κοιτάζουμε ένα σώμα που μια μέρα θα εγερθεί σαν το Σώμα του Χριστού.
Κατόπιν έρχεται η ψυχή. Υπάρχουν αρκετές ευχές που προηγούνται του θανάτου κάποιου προσώπου. Αυτές περιλαμβάνουν ακολουθίες που σχετίζονται με την προετοιμασία για το θάνατο. Πρώτα απ' όλα υπάρχει αυτή η προετοιμασία που συνίσταται στο να στραφούμε από τα πρόσκαιρα πράγματα στα αιώνια. Ο άγιος Σεραφείμ μπορούσε να λέγει πριν από το θάνατό του: «Σωματικά πλησιάζω στο θάνατο, και πνευματικά είναι μόλις σαν να έχω γεννηθεί, με όλη τη φρεσκάδα και τη δροσιά μιας αρχής δίχως τέλος».
Αυτό οδηγεί στην ανάγκη προετοιμασίας για το θάνατο μέσα από μια απαιτητική και συνάμα απελευθερωτική πορεία συμφιλίωσης και ειρήνευσης με όλους, με τη συνείδησή μας, με τις περιστάσεις, με το παρόν και το παρελθόν, με τα γεγονότα και τους ανθρώπους και με το μέλλον, με τον ερχομό του ίδιου του θανάτου.
Όπως νομίζω πως το έχει θέσει ο άγιος Ισαάκ, ο Σύρος, πρέπει να υπάρχει μια διαδικασία με την οποία φθάνουμε να ειρηνεύσουμε με τον Θεό, με τη συνείδησή μας, με τον πλησίον μας, ακόμη και με τα πράγματα που έχουμε αγγίξει. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρη η γη μπορεί τότε να μας πει: «Πορεύου εν ειρήνη». Και εμείς μπορούμε επίσης να πούμε σε όλα όσα η γη ήταν για μας: «Μείνε εν ειρήνη, και είθε η ειρήνη και η ευλογία του Θεού να είναι μαζί σου».
Δεν μπορεί κάποιος να εισέλθει στην αιωνιότητα δεμένος, περιορισμένος από το μίσος, δίχως ειρήνη. Αν θέλουμε και έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε, στον σύντομο χρόνο που μας προσφέρει ο ερχομός του θανάτου, χρειάζεται να σκεφτούμε όλη μας τη ζωή ως μια άνοδο, μια άνοδο στην αιωνιότητα και όχι ως μια σταδιακή πορεία προς το θάνατο.
Αυτή είναι μια άνοδος στη στιγμή εκείνη που θα εισέλθουμε στην αιωνιότητα μέσα από τη στενή πύλη του θανάτου - και δίχως να απεκδυθούμε την πρόσκαιρη ζωή, ενδυόμαστε την αιωνιότητα, για να χρησιμοποιήσω τους λόγους του απόστολου Παύλου.
Αν στο Μνημόσυνο υπάρχει μια συγκέντρωση της προσοχής στην κεκοιμημένη ψυχή, στη Νεκρώσιμη Ακολουθία η προσοχή στρέφεται στην αναχωρούσα ψυχή.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, τις τρεις πρώτες ημέρες μετά το θάνατο του ανθρώπου, η ψυχή του παραμένει κοντά στη γη, επισκεπτόμενη πιθανώς γνωστά μέρη και ενθυμούμενη όλα όσα υπήρξαν πάνω στη γη.
Έτσι, η ψυχή θα αφήσει τη γη και θα σταθεί μπροστά στον Θεό έχοντας όλες τις ενθυμήσεις της.
Γι' αυτό περιβάλλουμε με ιδιαίτερη προσοχή τις τρεις αυτές μέρες. Προσφέρονται ευχές, γίνονται «Τρισάγια», η σκέψη μας συγκεντρώνεται σε όλες τις περίπλοκες σχέσεις που είχαμε με το κεκοιμημένο πρόσωπο.
Έχουμε δε να παίξουμε και τον δικό μας ρόλο.
Πρέπει να λύσουμε αρκετούς κόμβους στην ψυχή μας.
Πρέπει να έχουμε τη δυνατότητα να πούμε στον κεκοιμημένο από τα βάθη της καρδιάς μας και όλης της ύπαρξής μας: «Συγχώρησέ με», και να πούμε επίσης:
«Σε συγχωρώ, πορεύου εν ειρήνη».
Εδώ ίσως να βρίσκεται το νόημα του παλιού γνωμικού, ότι δεν πρέπει να κακολογούμε τον κεκοιμημένο. Αν είχαμε όντως και με κάθε ειλικρίνεια πει στο πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή: «Σε ελευθερώνω. Θα σταθώ μπροστά στον Θεό διακηρύσσοντας τη συγγνώμη. Τίποτε απ' όσα έχουν συμβεί ανάμεσά μας ας μη σταθεί στο δρόμο σου για την ολοκλήρωση και την αιώνια χαρά», τότε πώς μπορούμε να επιστρέψουμε και να θυμηθούμε το κακό και την πίκρα;
Αυτός δεν είναι ένας τρόπος για να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα, επειδή, αν όντως έχει υπάρξει το κακό στη ζωή ενός προσώπου, αν όντως έχει υπάρξει το κακό ανάμεσα σε μας και στον κεκοιμημένο, τότε πολύ περισσότερο θα πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό να απελευθερώσει και τους δύο - εμάς κι εκείνον.
Πολύ περισσότερο θα πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό για να ακούσουμε τα λόγια της συγγνώμης «πορεύου εν ειρήνη», και να πούμε τα ίδια λόγια άπαξ δια παντός, με ένα όλο και μεγαλύτερο βάθος κατανόησης, με μια όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση μιας αυξανόμενης ελευθερίας.
Υπάρχουν δυσκολίες στη Νεκρώσιμη Ακολουθία.
Η Ακολουθία αρχίζει με τις λέξεις «Ευλογητός ο Θεός...» και ζητά από μας όλη την πίστη και την αποφασιστικότητά μας.
Μερικές στιγμές τεντώνει την πίστη μας στα όριά της.
«Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο... είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας», είπε ο Ιώβ.
Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα όταν οι καρδιές μας σπαράσσονται και όταν βλέπουμε το πρόσωπο, που αγαπάμε πάνω απ' όλα, πεθαμένο μπροστά στα μάτια μας.
Κατόπιν έχουμε ευχές της πίστης, ευχές της πραγματικότητας και ευχές της ανθρώπινης αδυναμίας - ευχές της πίστης που συνοδεύουν την ψυχή του κεκοιμημένου και που προσφέρονται μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ως μαρτυρία αγάπης.
Οι ευχές για τους κεκοιμημένους αποτελούν όντως μια μαρτυρία μπροστά στον Θεό, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω.
Όσο αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος κι αν υπήρξε ο αποθανών, άφησε πίσω του μια όμορφη μνήμη.
Όλα τα άλλα θα γίνουν χώμα.
Η αγάπη θα επιβιώσει απ' όλα τα άλλα πράγματα.
Η πίστη θα παρέλθει και η ελπίδα θα παρέλθει όταν η πίστη αντικατασταθεί από το όραμα και η ελπίδα από τη βεβαιότητα, αλλά η αγάπη ποτέ δεν θα παρέλθει.
Όπως στεκόμαστε και προσευχόμαστε για τον κεκοιμημένο, όλα όσα λέμε είναι: «Κύριε, αυτό το πρόσωπο δεν έζησε επί ματαίω. Αυτό που άφησε στη γη είναι ένα παράδειγμα και μια αγάπη. Το παράδειγμα θα το ακολουθήσουμε. Η αγάπη ποτέ δεν θα πεθάνει».
Παρέθεσα προηγουμένως τα λόγια του Λέων Μπλόυ:
«Το να πούμε σε ένα πρόσωπο "σε αγαπώ" ισοδυναμεί με το να του λέμε "ποτέ δεν θα πεθάνεις"».
Διακηρύσσοντας μπροστά στον Θεό την αθάνατη αγάπη μας για τον πεθαμένο είναι σαν να επιβεβαιώνουμε αυτό το πρόσωπο, όχι μόνο στο χρόνο αλλά και στην αιωνιότητα Όταν μάλιστα στεκόμαστε με αναμμένα κεριά στην Ακολουθία, διακηρύσσουμε πραγματικά την πίστη μας στην ανάσταση, αλλά και δηλώνουμε μπροστά στο πρόσωπο του Θεού ότι αυτό το πρόσωπο έφερε ένα φως στον κόσμο.
«Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς».
Αυτό το πρόσωπο δεν έχει ρίξει απλώς ένα δημιουργικό φως, ούτε μας έχει εντυπωσιάσει μόνο με την ιδιοφυΐα του, την ομορφιά ή τα ταλέντα του, αλλά άφησε να λάμψει το φως του Θεού, ή άκτιστη Θεία δόξα.
Αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα πεθάνει πάνω στη γη.
Όσο συντετριμμένοι κι αν είμαστε, εξακολουθούμε να διακηρύσσουμε αυτά τα λόγια της πίστης «Ευλογητός ο Θεός ημών».
Μερικές φορές το τροπάριο της Αναστάσεως, «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος», ακούγεται ακόμη πιο τραγικά, τη στιγμή που μπροστά στα μάτια μας βρίσκεται το νεκρό σώμα ενός προσώπου που αγαπούμε.
Υπάρχει όμως και η φωνή της Εκκλησίας που μας απευθύνει λόγους παρακλήσεως και παρηγοριάς: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».
Όλος ο πόνος του θνήσκοντος προσώπου εκφράζεται σε ένα από τα τροπάρια της Ακολουθίας εις Ψυχορραγούντα, που διαβάζεται για να βοηθηθεί η ψυχή που δυσκολεύεται να αφήσει αυτήν τη ζωή.
«Ιδού νυν χωρίζεται, μετ' οδύνης η ψυχή, εκ του δεινού μου σώματος» λέγει η ψυχή.
Όμως εδώ βρίσκεται και η βεβαιότητά μας ότι ο θάνατος, που είναι χαμός και απώλεια, είναι και μια γέννηση στην αιωνιότητα: ότι είναι ένα ξεκίνημα και όχι ένα τέλος, ότι είναι μια μεγάλη και ιερή συνάντηση του Θεού με την « ψυχή ζώσα», η οποία μπορεί να εκπληρωθεί μόνο εν Θεώ.
Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.),
Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο,
μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ.
Εστία, Αθήνα 2001.

Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»



Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ἢ τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. "Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.
Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
(Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)

Η Νηστεία των Χριστουγέννων και το Σαρανταλείτουργο


Νηστεία Χριστουγέννων
15 Νοεμβρίου από σήμερον άρχεται η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων...
Επιτρέπεται εκτός Τετάρτης και Παρασκευής, μέχρι 17ης Δεκεμβρίου, από 18-24 κατάλυσις οίνου καί ελαίου (Ράλλη- Ποτλη, Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, Τόμος Δ' σελ.488, πρβλ. Πηδάλιον, Αθήναι 1841, υποσ, είς ερμηνεία του ΞΘ'κανόνος Αγ. Αποστόλων).

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».
Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.

Τό Ἱερό Σαρανταλείτουργο

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα-Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο;
-Μην το λες αυτό.
Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.
Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.
Ύστερα από αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.
Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.
Πηγή: www.osiaeirini.gr

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Προσευχή: Μια σχέση μεταξύ δύο προσώπων



Διονύσιου Φαρασιώτη


Στην προσευχή υπάρχουν δύο άκρα. O άνθρωπος από τη μιά και ο Θεός από την άλλη. Eίναι μια σχέση μεταξύ προσώπων διαφορετικών που προχωρούν σε αμοιβαία συνάντηση. Γι’ αυτό το αν θα προκόψει κανείς στην ευχή, αν θα προχωρήσει κανείς γρηγορότερα ή βραδύτερα εξαρτάται από την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, αλλά και από το Θεό. Έχουμε να κάνουμε με ελεύθερα πρόσωπα. Aυτή η ελευθερία δεν παραβιάζεται από καμία μεριά. O άνθρωπος από τη μεριά του βάζει την καλή του προαίρεση, τους κόπους του, την επιθυμία του να πλησιάσει. O Θεός βάζει τη Xάρη Tου. Όλα αυτά που προσφέρει ο άνθρωπος όσο μεγάλοι κι αν φαίνονται οι ασκητικοί του αγώνες στα μάτια των ανθρώπων, τόσο μικροί, λίγοι, ασήμαντοι, ανύπαρκτοι φαίνονται αν τους συγκρίνουμε με τις προσφορές του Θεού. O άνθρωπος κάνει ένα βήμα και ο Θεός απαντάει με χίλια, για να μικραίνει την μεταξύ τους απόσταση.

Όμως αυτό το ένα, το μικρό, το ασήμαντο βηματάκι που θα κάνει ο άνθρωπος προς τη μεριά του Θεού είναι εντελώς απαραίτητο. Γιατί μ’ αυτό δείχνει τη διάθεση του, την καλή του προαίρεση, γιατί μ’ αυτό δίνει το «δικαίωμα» στο Θεό να τον πλησιάσει χωρίς να παραβιάσει την πνευματική του ελευθερία. O Θεός αντίθετα από το διάβολο, σέβεται πολύ την ελευθερία του ανθρώπου. Δεν την παραβιάζει ποτέ· γιατί αγαπάει τον άνθρωπο· θέλει να έχει μαζί του μια σχέση αγάπης και η αγάπη υπάρχει μόνο μέσα στην ελευθερία των προσώπων. Όπου δεν υπάρχει ελευθερία, δεν υπάρχει αγάπη. O διάβολος είναι τύραννος, επειδή μισεί.

Ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου...." (Μικρά κεφάλαια περί προσευχῆς)



1. Ὁ λόγος μου εἶναι πολύ φτωχός, ὥστε νά διαβεῖ τά ὅριά του καί νά προσεγγίσει τό μεγαλειῶδες τῆς προσευχῆς ἱερό τοπίο, ὅπου τό εἶναι εἰσέρχεται στήν εὐλογημένη συνάντηση μέ τό Θεό. Γιατί τήν ἐπιζητοῦμε αὐτή τή συνάντηση, μάλιστα σέ ὧρες πικραμένες, σέ στιγμές μοναξιᾶς καί ἀπελπισίας, ὅταν οἱ βεβαιότητες, ὅσον ἀφορᾶ τά ἀνθρώπινα πράγματα καί ζητήμτα, ἐξαντλοῦνται ἤ βαραίνουν, σέ σημεῖο νά μᾶς ὁδηγοῦν, νά μᾶς παρασύρουν σέ βυθούς ἀπωλεἰας. Γι᾿ αὐτό πολύ σωστά γράφτηκε πώς "προσευχή σημαίνει ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, συνάντηση μέ τόν Θεό, καί προώθηση πιό πέρα ἀπό τή συνάντηση, στήν κοινωνία μαζί Του." (Μητροπολίτης Ἀντώνιος τοῦ Σουρόζ). Μέσα ἀπό τήν ἀναζήτηση λοιπόν αὐτή καί τή συνάντηση, ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ἡ εἰλικρινής σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία καθορίζεται ἀπό τόν βαθμό τῆς πίστεως, δηλαδή τῆς ἐμπιστοσύνης, τήν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτίσμα, στό Θεό ὡς τόν Κτίστη καί Δημιουργό του.

2. Ἡ προσευχή εἶναι ἀσφαλῶς ἡ πιό εὐγενής καί ἐπίσημη ἐκδήλωση τοῦ θρηκευτικοῦ λεγομένου συναισθήματος τοῦ ἀνθρώπου (π. Κων. Καλλίνικος) Μόνο πού πρέπει ν᾿ αὐθύνεται μέ εἰλικρίνεια, συντριβή καί ταπείνωση στόν Κυριό μας κι ὄχι στόν ἑαυτό μας, ὅπως συμβαίνει ὅταν ὁ νοῦς μας δέν ἔχει ἀποκολληθεῖ ἀπό τήν αὐτοβέβαιότητά μας, ἀπό τήν αὐτάρκειά μας καί τήν φαρισαϊκή μας συμπεριφορά. Γιατί τότε ἡ προσευχή εἶναι μονόλογος, ἐπειδή δέν τόν ἀπασχολεῖ τόν προσευχόμενο νά καταφύγει στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στά μάτια καί στήν προσοχή τῶν ἀνθρώνων "διά τό θεαθῆναι", γιά τήν εἴσπραξη τῶν ἐπαίνων: ὅτι τάχα ἐπιτελεῖ ἐπιμελῶς τά "θρησκευτικά του καθήκοντα" καί δέν εἶναι "ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων" (Λκ.) Τό δυσάρεστο εἶναι πώς οἱ φαρισαϊκοί θρησκευτικοί ἐμπαιγμοί, τόσον ἀπό μερίδα, ὄχι καί εύκαταφρόνητη, τοῦ χτριστεπωνύμου πληρώματος, ὅσο καί ἀπό κάποιους λειτουργούς Του συνεχίζονται.... Καί ταῦτα πρός νουθεσίαν μας.

3. Ὁ ὅσιος Νεῖλος ἀναφέρει ὅτι "οἱ δαίμονες ἐχθρεύονται πολύ τήν προσευχή καί τούς εἶναι πολύ δυσάρεστη" (Λόγος περί προσευχῆς, μετ. π. Εύσέβιος Βίττης). Ὅμως αὐτό δέν τό πολυκαταλαβαίνουμε, γιατί μέσα στίς καθημερινές μας τίς μέριμνες μπερδεύεται κι ὀ σατανάς, σέ σημεῖο πού νά μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τήν προσευχή καί γενικότερα τήν ἐνασχόλησή μας μέ τά πνευματικά, βάζοντας τό λογισμό μας νά μᾶς καθησυχάζει μέ τήν ἀναβολή. Γι᾿ αὐτό καί ἡ ἀναβολή γεννᾶ τήν ἀπειθαρχία καί κατά συνέπεια τούς περισπασμούς. Αὐτό, μάλιστα, μᾶς προτρέπει καί ὁ ὅσιος Νεῖλος ὅταν λέγει: "Στῆθι ἐμπόνως καί προσεύχου εὐτόνωςκαί ἀποστρέφου τάς τῶν φροντίδων καί διαλογισμῶν ἐπιτεύξεις"δηλ. "Στάσου καί προσευχήσου ἔντονα καί σιχάσου τίς συνομιλίες τῶν φροντίδων τῶν λογισμῶν" (μετ. π. Εὐσέβιος)

4. Συνακόλουθη μέ τήν προσευχή εἶναι καί ἡ ἀγρυπνία, ἡ διαρκής δηλαδή ἐνθύμηση τῆς ἐγρηγόρσεως, ἤ ὅπως λέγει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: "Γρηγορεῖτε, ἤτοι εὑρίσκεσθε πάντοτε ἔξυπνοι (δηλ. ἄγρυπνοι) κί ἑτοιμασμένοι, ἐπειδή δέν ἠξεύρετε εἰς ποίαν ὥραν θέλει ἔλθει Κύριος διά νά ἀποδώσῃ εἰς τόν κάθε ἕνα κατά τά ἔργα του". Αὐτό παράλληλα ἀνακαλεῖ στή μνήμη μας τόν Κυριακό λόγο τῆς ἀγωνιώδους ἐκείνης καί φρικτῆς ὥρας στόν κῆπο τῆς Γεσθημανῆς. "Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾿ ἐμοῦ;"(Μτθ.26,40) Γιά νὰ ἐξηγήσει ὁ ἱ.Εὐαγγελιστής, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή τοῦ Κυρίου δέν ἦταν ὅπως οἱ προηγούμενες πού συναντοῦμε στά ἱ. Εὐαγγέλια (λ.χ. Μρκ. 1. 9 έξ. Μτθ 14, 22-23 κ.ἀ) Ἀλλά ἦταν ἒναγώνιος εὐχή, σύμφωνα μέ τό εὐαγγελικό λόγιο: "Καί γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο"(Λκ. 22, 44), γιά νά συνεχίσει ὁ χριστιανός φιλόσοφος Βλ. Πασκάλ καί νά πεῖ: "Ὁ Ἰησοῦς βρίσκεται σέ ἀγωνία, ὡστόσο ἄς μή μᾶς καταλάβει ὁ ὕπνος. Ἀφοῦ ὀ Ἰησοῦς βρίσκεται σέ ἀγωνία καί βάσανα ἄς προσευχηθοῦμε ἀκόμα πιό πολύ". Ἀλλά καί νά τονίσει ὀ π. Μιχ. Καρδαμάκης "Ἡ ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ περιμένει καί τή δική μας ἀγωνία, ὅταν μᾶς ζητᾶ νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά τά ἐπερχόμενα γεγονότα.."

5. Μοναξιά καί προσευχή· εἴσοδος στό "ταμιεῖον", κλείσιμο ἐρμητικό τῆς θύρας καί προσευχή "ἐν τῶ κρυπτῷ"(Μτθ. 6, 6). Γιατί τότε θά καθαιρεθεῖ καί τό παραμικρό ἴχνος φαρισαϊσμοῦ καί προσποιήσεως, ἐπάρσεως καί αὐτοβεβαιώσεως. Τότε ἡ συντριβή, τά δάκρυα, οἱ στεναγμοί καί γενικότερα ἡ γύμνωση τῆς ψυχῆς ἀπό τά προσωπεῖα θά ἔχει μεγαλύτερα καί οὐσιαστικότερα ἀποτελέσματα. Γιατί τὸ βαθύτερο πρόβλημα καί τό πλέον οὐσιαστικό εἶναι τό π ῶ ς εἰσέρχεσαι καί πόσο συχνά τό ἐπιχειρεῖς αὐτό. Ἐπειδὴ μέσα στὶς μέρες ποὺ ἔρχονται, εἶναι προτιμότερη ἡ εἴσοδος στὸ «ταμιεῖον» καὶ λιγότερο ὅπου ἀλλοῦ…….

* Στὴν ἱερὴ Μνήμη τοῦ σεβαστοῦ μου Μαρκέλλου μοναχοῦ Καρακαλλινοῦ

Ο άνθρωπος του Θεού όλα τα κάνει προσευχή



Υπάρχουν ωστόσο μερικοί, που ύστερα από τόσα και τόσα και τέτοια παραγγέλματα, συμπεριφέρονται τόσο άσχημα την ώρα της προσευχής , ώστε και αν ακόμη κρύψουν το σώμα τους, φανερώνονται με τις φωνές τους, κραυγάζοντας σαν να βρίσκονται στους δρόμους και γελοιοποιούν τον εαυτό τους και με τη στάσι τους και με την φωνή τους. Δεν βλέπεις ότι και στην αγορά, αν κάποιος ζητιάνος πλησιάσει κάποιον με τέτοιον τρόπο και παρακαλεί με φωνές, θα κάνη αυτόν που παρακαλείται να απομακρυνθήκατε; Ενώ αν πλησιάσει ήσυχα και με τον τρόπο που πρέπει, τότε συγκινεί περισσότερο αυτόν που μπορεί να του κάνη την χάρη.

Όχι λοιπόν με την κλίση του σώματος , ούτε με την οξύτητα της φωνής, αλλά με την πρόθυμη διάθεση ας κάνουμε την προσευχή μας. Ούτε με θόρυβο και φασαρία και για επίδειξη, ώστε να διώξουμε και τους γύρω μας, αλλά με κάθε καλοσύνη, με την συντριβή της ψυχής και με δάκρυα που προέρχονται από τα βάθη της ψυχής μας.
Αλλά υποφέρεις ψυχικά και δεν μπορείς να μη φωνάζεις; Αλλά, όπως ακριβώς είπα, έτσι προσεύχεται και παρακαλεί αυτός που υποφέρει πάρα πολύ ψυχικά. Και ο Μωυσής υπέφερε και έτσι προσευχόταν και εισακούετο. Γι’ αυτό και του έλεγε ο Θεός: «Γιατί φωνάζεις σε μένα;» ( Εξ. 14,15 ) . Και η Άννα πάλι που δεν ακουόταν η φωνή της, πέτυχε όλα όσα θέλησε , επειδή φώναζε η καρδιά της. Και ο Άβελ πάλι όχι με τη σιωπή του, αλλά με τον θάνατό του προσευχόταν και με το αίμα του έβγαζε φωνές πιο δυνατές και από σάλπιγγες.

Κάνε την προσευχή σου μυστήριο. Ψάλλεις μαζί με τους Αρχαγγέλους.

Όπως λοιπόν ο άγιος εκείνος, στέναξε και συ˙ δεν σε εμποδίζω. Σχίσε, όπως συμβουλεύει ο Προφήτης, την καρδιά σου και όχι τα ρούχα σου ( Ιωήλ 2,13 ) . Κάλεσε από τα βάθη της ψυχής σου τον Θεό. «Από τα βάθη της ψυχής μου», λέγει «φώναξα σε σένα Κύριε» ( Ψαλμ. 129, 1 ) . Από κάτω, από τα βάθη της καρδιάς σου βγάλε την φωνή σου˙ κάνε την προσευχή σου μυστήριο. Δεν βλέπεις ότι και μέσα στα ανάκτορα δεν ακούγεται κανένας θόρυβος και επικρατεί μεγάλη ησυχία; Και συ λοιπόν, όταν μπαίνεις στα ανάκτορα, όχι στα γήινα, αλλά στα πολύ πιο φρικτά από αυτά, τα ουράνια, δείξε πολλή σεμνότητα. Διότι παίρνεις μέρος στο χορό των αγγέλων, κάνεις συντροφιά με αρχαγγέλους ,ψάλλεις μαζί με τα Σεραφείμ. Όλα αυτά τα τάγματα παρουσιάζουν πολλή τάξη και με πολλή φρίκη ψάλλουν εκείνη τη μυστική μελωδία, σαν μυστική υμνωδία στο βασιλιά των όλων Θεό.

Γίνε λοιπόν και συ ένας από αυτούς όταν προσεύχεσαι και ζήλεψε τη μυστική τους τάξι. Διότι δεν προσεύχεσαι σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό, τον πανταχού παρόντα, που ακούει προτού να μιλήσουμε και γνωρίζει τα απόρρητα της ψυχής μας.
Αν προσεύχεσαι έτσι, θα πάρεις πολύ μισθό. «Ο Πατέρας σου», λέγει, «που βλέπει στα κρυφά, θα σε ανταμείψει στα φανερά» ( Ματθ. 6,6 ) . Δεν είπε «θα σου χαρίσει», αλλά «θα σε ανταμείψει». Έγινε χρεώστης σου και με αυτό σε τίμησε πάρα πολύ. Και επειδή είναι αόρατος, τέτοια επιθυμεί να είναι και η προσευχή σου.

Από το βιβλίο: «ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρυσοστομικός Άμβων
Ε΄
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Τα νεύρα της ψυχής»
Έκδοσις
Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους

Λοιπόν μόνη η νοερά προσευχή ελευθερώνει τον άνθρωπον από τους πονηρούς λογισμούς, από τα πάθη και από τας αμαρτίας

    

Περί προσευχής

ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Αντίγραφον επιστολής. μέρος αυτής.

Περί δε της προσευχής που απαιτείτε να σας απα­ντήσω, θα σας γράψω και θα σας εξηγήσω λεπτομερώς, διότι σας χρεωστώ πολλά. Λοιπόν, πρόσεχε αδελφέ με πολλήν προθυμίαν δια να εννοήσης καλώς, διότι αυτά που θα σας γράψω είναι η τέχνη των τεχνών και η επι­στήμη των επιστημών, καθώς λέγουν οι άγιοι Πατέρες.

Ο άνθρωπος είναι διπλούς, από ψυχήν και από σώ­μα, και εργάζεται τας αρετάς, άλλας με το σώμα και άλ­λας με την ψυχήν, και άλλας με την ψυχήν και με το σώ­μα μαζί. Λοιπόν ο Θεός είναι Πνεύμα άυλον και αόρατον, και η ψυχή είναι άυλος και αόρατος, το σώμα είναι αισθητόν και ορατόν και ως τοιούτον κάμνει και την προσευχήν αισθητήν και ορατήν. «αΰλως τω αΰλω προσέρχου και προσεύχου». Η προσευχή είναι εξ λογιών. και αι μεν τρεις πρώται ανάγονται εις το πρακτικόν μέρος, επειδή φαίνονται, ακούονται και διακρίνο­νται. αι δε λοιπαί τρεις, ανάγονται εις το πνευματικόν και θεωρητικόν μέρος, επειδή ούτε φαίνονται ούτε α­κούονται ούτε διακρίνονται αισθητώ τω τρόπω. η ψυχή ως αόρατος που είναι, κάμνει και την προσευχήν άυλον και αόρατον. Και επειδή ο Θεός είναι Πνεύμα, και η ψυχή πάλιν πνεύμα, δια τούτο όταν κάνωμεν προσευχήν πνευματικήν, νοεράν και αόρατον, ενούται η ψυχή με τον Θεόν τον αόρατον, καθώς λέγει και ένας Άγιος Λέγει ο Κύριος, «η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστί» (Λκ. 17, 21), δηλαδή εις την καρδίαν. Βασιλείαν ουρανών εξηγούν οι άγιοι Πατέρες την πιο τελειοτέραν και τρανωτέραν έλαμψιν και δόξαν, επειδή εις τους ουρανούς, η απόλαυσις είναι το θείον κάλλος, η θεία δόξα, η οποία τόσον πολύ ευφραίνει τας ψυχάς, ού­τως ώστε δεν υπάρχει τίποτε, ούτε δια φαγητόν, ούτε δια ποτόν, ούτε δια ύπνον, ούτε κανέν άλλο υλικόν τίποτε. Εις τους ουρανούς υπάρχει μία ακροτάτη ευφροσύνη, αγαλλίασις, ειρήνη άνευ τινός μεταβολής αιωνίως, η ο­ποία θα αναβρύη από το πρόσωπον του Χριστού, και θεωρείται και απολαμβάνεται από όλας τας σεσωσμένας ψυχάς. Η θεία δόξα, το θείον κάλλος, ο θείος εκείνος φωτισμός, θα είναι το παν δια τον σεσωσμένον άνθρωπον. Εκεί οι άνθρωποι όλοι θα είναι ως ήλιοι, καθώς το λέγει ο Κύριος, «οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος» (Μτ. 13, 43). Έκαστος θα είναι όλος φωτεινός, θα λάμπη ως ο ήλιος, και ακόμη περισσότερον, θα έχη σώμα άφθαρτον, κούφον, άνευ βάρους, άνθρωπος πνευματικός, όλος φως, το σχήμα το ίδιον, αλλά όλα τα μέλη φωτει­νά, κεφαλήν, χείρας, πόδας δάκτυλα, όλα φωτεινά, όλο φως, και έκαστος θα λάμπη ωσάν τον ήλιον. εκεί φωναί αισθηταί δεν υπάρχουν, όλα νοερά, δοξολογίαι, ευχαριστίαι κ.λ.π. Νοερώς θα ακούωμεν, νοερώς θα ψάλλωμεν, νοερώς θα εννοούμεν. Με ολίγα λόγια άγγελοι μετά σώ­ματος, και όλοι υιοί Θεού και θεοί κατά χάριν. Τότε ο άνθρωπος αυτός ο τώρα ταπεινός και τόσον ευτελής, τό­τε θα είναι ανώτερος και από τους αγγέλους, διότι θα εί­ναι άγγελος εν σώματι και οι άγγελοι θα τον τιμούν πε­ρισσότερον από τον εαυτόν τους, καθότι θα βλέπουν τον ουράνιον Βασιλέα μετά σώματος, πράγμα το οποίον αυ­τοί υστερούνται. Ω δόξα, ω χάρις, ω πλούτος δόξης! ω θεία μεγαλεία που έχει να αξιωθή, ο σήμερον ευτελής και ταπεινός άνθρωπος. και έπειτα εις τους ουρανούς έκλαμπρος και ένδοξος.

Αν οι άνθρωποι μελετούσαν κάθε ημέραν τα ανωτέ­ρω, ποτέ δεν θα τολμούσαν να λυπήσουν τον Θεόν και να παροργίσουν τον Χριστόν με παράνομα έργα, και τότε θα έζων επί γης ως εις τον επίγειον Παράδεισον και πάντοτε ειρήνη, πάντοτε γαλήνη θα εβασίλευεν εις την γην.

Λοιπόν αι τρεις πρώται προσευχαί είναι αυταί, η πρώτη, είναι εκείνη όπου ψάλλει ο ψάλτης εις το αναλόγιον και το πλήθος του λαού προσηλώνει την ακοήν του εκεί εις την φωνήν του ψάλτου. καλή είναι και αυτή, ό­ταν ο νους του ανθρώπου προσέχη εις τα θεία λόγια της προσευχής και της ψαλμωδίας του ψάλτου. αλλ' όμως αδύνατη προσευχή είναι όπως και το αδύνατον φαγητόν του σώματος. Καλόν είναι αυτό από το καθόλου, αλλά ολίγην ωφέλειαν δίδει εις το σώμα και εις την ψυχήν. Έ­τσι και αυτή η προσευχή καλή είναι αλλά ολίγην ωφέ­λειαν προξενεί, διότι ο νους είναι πολύ μακράν από την καρδίαν, όσον είναι ο ψάλτης από τον ακούοντα.

Η δευτέρα προσευχή είναι εκείνη, που προσφέρει έ­καστος εκφώνως. Παραδείγματος χάριν, λέγει ο άνθρω­πος ψαλμούς με το στόμα και προσηλώνει τον νουν του εις το στόμα που εβγαίνουν τα θεία λόγια. αυτή είναι κα­λυτέρα από την πρώτην, διότι προξενεί περισσοτέραν ω­φέλειαν, διότι ο νους εις την πρώτην προσευχήν προση­λώνει την προσοχήν του πολύ μακράν, ενώ εδώ η προσήλωσις γίνεται πιο πλησιέστερα, και με τον τρόπον αυ­τόν ο νους επλησίασε πιο περισσότερον εις την καρδίαν που είναι ο Θεός και η θεία χάρις.

Η τρίτη πάλιν είναι εκείνη, η οποία γίνεται μυστικά εις το στόμα και εις την γλώσσαν, η οποία προσευχή εί­ναι καλυτέρα και ωφελιμωτέρα και της πρώτης και της δευτέρας, διότι με τον τρόπον αυτόν ο νους επλησίασε πιο περισσότερον εις την καρδίαν. Αυταί αι τρεις πρώ­ται προσευχαί λέγονται πρακτικαί, διότι ενεργούνται εις το φανερόν, και με τα αυτιά ακούεις την φωνήν και με το στόμα ομιλείς και προφέρεις επίσης με την γλώσσαν. δηλαδή ενεργούνται με τα μέλη του σώματος.

Αι δε άλλαι τρεις προσευχαί, αι οποίαι λέγονται πνευ­ματικαί και θεωρητικαί, διότι γίνονται με τον νουν και την ψυχήν, καθότι δεν ακούονται με τα αυτιά ούτε προφέ­ρονται με το στόμα και με την γλώσσαν, είναι αυταί: Η πρώτη πνευματική και θεωρητική προσευχή είναι εκείνη η οποία ενεργείται βαθύτερα εις τον λάρυγγα και κάτω, η οποία είναι πιο μυστική από ταις προηγούμενες, διότι δεν σαλεύει η γλώσσα καθόλου, ούτε το στόμα, ε­πίσης ούτε το αυτί, διότι ο νους επισπά όλην την προσοχήν του εις τον λάρυγγα, όπου ενεργούν τα λόγια της ευ­χής. Αυτή η προσευχή είναι τελειοτέρα και ωφελιμωτέρα από ταις τρεις άλλαις προηγούμενες, ταις πρακτικές, διότι δεν ακούεται καθόλου αισθητώς, ακούεται μόνον νοερώς και προφέρεται νοερώς, και αυτή λέγεται νοερά προσευχή πρώτη, επειδή με τον νουν λέγεται, με τον νουν οράται και με τον νουν προφέρεται. Αυτή είναι από τας τρεις προηγουμένας πρακτικάς τελειοτέρα και ωφελιμωτέρα. από δε τας άλλας δύο προσευχάς, που θα γράψωμεν ακολούθως, κατωτέρα και αυτή είναι η τετάρτη προσευχή.

Η δε πέμπτη προσευχή, η οποία είναι η δευτέρα θε­ωρητική και πνευματική, είναι η προσευχή του στήθους. διότι η προσευχή αυτή ενεργείται βαθύτερα εις το στή­θος και ο νους πλησιάζει εις την καρδίαν περισσότερον από την προσευχήν του λάρυγγος, της γλώσσης, του στόματος και του ψάλτου. και αυτή είναι η τελειοτέρα των προηγουμένων τεσσάρων. Διότι η προσευχή αυτή α­παιτεί πιο περισσοτέραν προσοχήν από τας προηγουμέ­νας, και όταν μελετά κανείς την πρώτην εις το στήθος, κρατείται ο νους πιο εύκολα από τας προηγουμένας, και δια τούτο είναι πιο ωφελιμωτέρα από τας άλλας, διότι συμμαζώνει τον νουν από τον διασκορπισμόν και απ' ε­κεί που ήτον μακράν όταν ψάλλει ο ψάλτης, κατόπιν εις το στόμα, εις την γλώσσαν, εις τον λάρυγγα και τέλος εις το στήθος, πλησιάζει εις την καρδίαν περισσότερον, και έτσι κρατείται ο ακράτητος νους περισσότερον από τας άλλας τέσσαρας προηγουμένας.


Τώρα έχομεν την έκτην προσευχήν

 Η έκτη προσευχή είναι η προσευχή της καρδίας, η ο­ποία είναι τελειοτέρα από τας άλλας πέντε προσευχάς. διότι ο νους προσηλώνεται εις την καρδίαν και εκεί α­κούει τα λόγια της ευχής, τα οποία προφέρει η καρδία και ο νους, ακούει νοερώς τα λόγια της ευχής και τα βλέ­πει νοερώς λαλούμενα εις το στόμα της καρδίας. η καρ­δία προφέρει τα λόγια της ευχής και ο νους προσηλώνει όλην την δύναμιν της οράσεως δια να βλέπη νοερώς τα λόγια της ευχής, επίσης και όλην την δύναμιν της ακοής δια να ακούη τα λόγια της ευχής, τα οποία προσεύχεται νοερώς η ψυχή και η καρδία. Τούτον τον τρόπον τον μεθοδεύθησαν οι άγιοι Πατέρες φωτισθέντες από το Άγιον Πνεύμα δια να ημπορέσουν να εμβάσουν τον νουν μέσα εις την καρδίαν, και εκεί κλεισμένος ωσάν εις ένα κάστρον, να μένη απρόσβλητος από τας προσβολάς των δαιμόνων, διότι ο νους όσον περισσότερον μακρύνει από το φρούριον της καρδίας, τόσον περισσότερον προσβάλλεται από τας ενεργείας των δαιμόνων. Και όσον περισ­σότερον διάστημα κάθεται εκεί κλεισμένος εις την καρ­δίαν και προσέχει εις τα λόγια της ευχής, τόσον περισσό­τερον μένει απρόσβλητος. Όταν πάλιν πολυκαιρίση εις την καρδίαν εμβαίνοντας εκεί και προσευχόμενος και προσέχων, τόσον περισσότερον αποκτά ο νους ειρήνην και γαλήνην, και εκεί παραμένοντας και γλυκαινόμενος δεν θέλει να φύγη απ' εκεί ποτέ, διότι η καρδία είναι το σπίτι του νοός. Και καθώς ένας άνθρωπος μακράν από το σπίτι και την οικογένειάν του ευρισκόμενος λυπείται και ανησυχεί, έτσι και ο νους άμα μακρύνη από την καρδίαν λυπείται και ανησυχεί. Όταν όμως εις την καρδίαν ευρί­σκεται, όλα τα τάγματα των δαιμόνων δεν δύνανται να τον ενοχλήσουν. έξω δε της καρδίας ευρισκόμενος, και εις μερίμνας βιοτικάς εμπλεκόμενος, πνίγεται από τους ε­μπαθείς πονηρούς και αισχρούς λογισμούς και κατόπιν συγκατατίθεται εις λογισμούς και αμαρτήματα.

Αυτή είναι η μεγαλύτερα θυσία και προσφορά που ημπορεί να κάμη ο άνθρωπος προς τον Θεόν. όποιος έ­χει αυτήν την εργασίαν δεν του χρειάζεται άλλο τίποτε περισσότερον. Διότι με το μέσον αυτό φθάνει εις μεγάλην καθαρότητα ψυχής και σώματος, με την βοήθειαν του Χριστού και της Παναγίας, ακολούθως λαμπρύνεται η ψυχή του με θείον φωτισμόν, δηλαδή διανοίγονται οι οφθαλμοί της ψυχής του και βλέπει το φως εκείνο το θείον, το νοερόν, το άγιον, το οποίον έλαμψεν εις το Θαβώρειον όρος και το οποίον θα τον φωτίζη και θα λάμπη εις τους ουρανούς και το οποίον πολλοί άγιοι, δια την καθαρότητά των, το έβλεπον κάθε ημέραν εδώ εις αρρα­βώνα και ηρπάζοντο εις θεωρίας και έβλεπον ουράνια πράγματα. Άλλοι πάλιν το έβλεπον αραιότερον και άλλοι μίαν φοράν και άλλοι δύο φοράς και άλλοι περισσο­τέρας και άλλοι ολιγωτέρας, αναλόγως της καθαρότητάς των, και τούτο κατώρθωσαν με το μέσον της νοεράς και καρδιακής προσευχής, η οποία και πληρούται μόνον με την ευχήν το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέη­σόν με». Αι τρεις πρώται προσευχαί είναι δια τους κο­σμικούς, αι δε δεύτεραι τρεις είναι δια τους μοναχούς. Οι τοιούτοι όταν αξιωθούν να φωτισθούν και λαμπρυνθούν θείαν δόξαν και θείον φωτισμόν, οι τοιούτοι είναι άγιοι. Αλλά δια να εργάζεται κανείς τοιαύτην εργασίαν πνευματικήν συνεχώς, χρειάζεται να έχη κάτι πόρους δια τα ολίγα έξοδά του και να μη εργάζεται εργόχειρα. διότι η εργασία εις τα εργόχειρα είναι μεγάλον εμπό­διον, διότι σκορπίζει τον νουν, και δια αυτό σας έγραφον εις την προηγουμένην μου ότι θέλω να θρέψω την ψυχήν μου με τελειοτέραν τροφήν και πτώχεια και η ση­μερινή περίστασις με εμποδίζει.

Είπαμεν προηγουμένως ότι λέγει ο Κύριος «η βασι­λεία των ουρανών εντός υμών εστί» (Λκ. 17, 21) και ο ά­γιος Αυγουστίνος λέγει, «ζητούσα να εύρω τον Θεόν και τον ζητούσα εις τον ουρανόν και ο Θεός είναι εις την καρδίαν μου». επειδή λοιπόν ο Κύριος λέγει ότι η βασι­λεία των ουρανών εντός υμών εστί, και ο άγιος Αυγου­στίνος, ζητούσα τον Θεόν εις τον ουρανόν και αυτός εί­ναι εις την καρδίαν μου, δια αυτό πρέπει να εκδημούμεν του σώματος και των γηίνων και να ενδημούμεν εις την καρδίαν, όπου είναι ο Θεός δια να ενωθώμεν με Αυτόν. Διότι «πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιω. 4, 24).

Δηλαδή να εισερχώμεθα με τον νουν εις την καρ­δίαν, και να συνομιλώμεν με τον Θεόν, με τον Χριστόν μυστικά, σιγά σιγά, γλυκά γλυκά, ταπεινά ταπεινά, δια να ενωθώμεν πνευματικώς. διότι πάλιν λέγει ο Κύριος «είσελθε εις το ταμείον σου (δηλαδή εις την καρδίαν σου) και κλείσας την θύραν σου πρόσευξε τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυ­πτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Μτ. 6, 6).

Λοιπόν μόνη η νοερά προσευχή ελευθερώνει τον άνθρωπον από τους πονηρούς λογισμούς, από τα πάθη και από τας αμαρτίας. όποιος δεν εργάζεται την νοεράν και καρδιακήν προσευχήν, κάμνει χρεία εξ ανάγκης να προ­σβάλλεται από τους πονηρούς και αισχρούς λογισμούς, να πολεμήται από τα πάθη, ψυχικά και σωματικά, και να μολύνεται από διάφορα αμαρτήματα κατά καιρούς. Τον παλαιόν καιρόν ηργάζοντο και οι κοσμικοί αυτήν την πνευματικήν επιστήμην της νοεράς και καρδιακής προ­σευχής, την σήμερον δε ημέραν ούτε οι μοναχοί, εκτός πολύ ολίγων εξαιρέσεων. Αυτά τα ανωτέρω, ήτοι τας τρεις τελευταίας προσευχάς, σας έγραψα μόνον δια να ηξεύρετε, όχι δε και να επιμεληθήτε, διότι αι προσευχαί αυταί χρειάζονται απλανή οδηγόν. Εσείς να καταγίνεσθε εις τας τρεις πρώτας προσευχάς, εις την ψαλμωδίαν, εις την προφορικήν και την εις το στόμα δια της γλώσ­σης, μυστικά, και να βάλετε όλην την προσοχήν εις τα λόγια που προσεύχεσθε.

Αν θέλετε να συγκρατήται ο νους, να κάμετε πρώτα ολίγην προσευχήν αυτοσχέδιον, να προσεύχεσθε με λό­για δικά σας, ό,τι γεννήση ο νους εκείνην την στιγμήν, αλλά με πολλήν ταπείνωσιν και κατάνυξιν δια να επιτευ­χθούν ολίγα δάκρυα, έπειτα αρχίσατε ευχάς από τα βι­βλία τας συνήθεις, και φεύγετε την παρρησίαν και τα πολλά γέλοια και τα πολλά αστεία, διότι αυτά διώχνουν το πένθος και τα δάκρυα, και κατόπιν σκορπίζει ο νους εδώ και εκεί. Όταν σας φέρει ακηδίαν και είναι ημέρα, αν δεν έχετε πίεσιν πίνετε ένα καφέ αδύνατον, και ευθύς προθυμοποιήται η καρδία και κάμνει προσευχήν με προθυμίαν. Όταν όμως είναι νύκτα και έχης ακηδίαν, δηλα­δή τεμπελιά, μόλις σηκώνεσαι, ή κάμε 50 μετάνοιες, ή κάμε τίποτε εργασίες δια να κινηθή το σώμα και φύγει η τεμπελιά και τότε έρχεται η προθυμία, και πάλιν δύνασαι να προσεύχεσαι, πότε όρθιος, πότε γονατιστός και πότε καθιστός, σε καρέκλα ή πολυθρόνα ή στασίδιο. και πάλιν όταν δεν προθυμοποιείσαι, κάθου, βιάσου με επιμονήν και υπομονήν και ας είσαι ζαλισμένος, η επιμονή και η υπομονή θα διώξη την αμέλειαν. και ή εις την αρ­χήν ή εις το μέσον, ή εις το τέλος, θα νικήσης την αμέ­λειαν και κατόπιν κάμνεις τας σωματικάς σου εργασίας.

«ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ»
ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»