Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Η ΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥτοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου Άγιος Γρηγόριος ΠαλαμάςΤῇ Β΄ Κυριακή τῶν νηστειῶν γιορτάζουμε τόν Ἅγιο Γρηγόριο

τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου
Άγιος Γρηγόριος ΠαλαμάςΤῇ Β΄ Κυριακή τῶν νηστειῶν γιορτάζουμε τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Ἔζησε σέ μία ἐποχή μέ πολλές ἰδεολογικές συγχύσεις. Ξεκίνησε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στά ἀνάκτορα κοντά στόν αὐτοκράτορα, σπούδασε φιλοσοφία καί ἔμαθε καλά τήν ἔξωθεν σοφία, ἀλλά ἐπειδή ἦταν παιδί εὐλαβοῦς οἰκογένειας καί ἐπειδή ἀγαποῦσε τόν Θεό δέν ἤθελε νά παραμείνει μέσα στά ἀνάκτορα, παρά τίς πολλές πιέσεις, καί ἀσπάσθηκε τόν ἀσκητικό βίο καί τή μοναχική ὁδό.
Πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος ὅπου ἔζησε σέ πολλά μέρη του. Στή μονή Βατοπαιδίου πῆρε τό μέγα σχῆμα τῶν μοναχῶν καί ἐν συνεχείᾳ λόγῳ τῶν περιπετειῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Τότε φάνηκε μιά αἵρεση πού ἔλεγε ὅτι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, δέν εἶναι μετοχή στή Θεία Χάρη ἀλλά μία πρόοδος φιλοσοφική καί ἀνθρωποκεντρική. Οἱ ἄνθρωποι πού ἦταν ἐναντίον τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἦταν κοσμικοί φιλόσοφοι οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν τήν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου σάν ἕνα ἁπλό ἠθικό γεγονός μέσα ἀπό τή λογική καί τόν στοχασμό, δοσμένο ἀπό τόν Θεό χωρίς νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος κάποια οὐσιαστική μετοχή μέσα σέ αὐτή τήν κατάσταση.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μαζί μέ ὅλους τούς σύγχρονούς του ὀρθοδόξους Πατέρες ἀγωνίστηκε ἐναντίον αὐτῆς τῆς αἵρεσης. Εἶπε ὅτι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μετοχή στίς ἄκτιστφες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος κατ’ ἀλήθεια θεώνεται καί ἁγιάζεται. Αὐτό δέν εἶναι ἕνα ἠθικό γεγονός πού ἐξαρτᾶται ἀπό τίς ἰδέες καί τή φιλοσοφία, ἀλλά ἕνα ὀντολογικό γεγονός πού ἀγκαλιάζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔβαλαν νά ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ τή Β΄ Κυριακή τῶν νηστειῶν ὄχι τόσο γιά νά τιμήσουμε τόν Ἅγιο, ἀλλά γιά νά δοῦμε τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου, γιατί ἡ διδασκαλία του εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας καί εἶναι βασική προϋπόθεση νά γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θεώνεται. Δίδασκε λοιπόν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ἔχει ἕνα συγκεκριμένο ἀποτέλεσμα, ὅτι φτάνει ὁ ἄνθρωπος διά τῆς Θείας Χάριτος νά γίνει ἕνα μέ τόν Θεό. Ὄχι μέ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ βέβαια ἀλλά μέ τίς ἐνέργειές Του καί γίνεται πραγματικά φίλος τοῦ Θεοῦ καί τέκνο του καί ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔδινε λοιπόν ξεκάθαρο στόχο στόν πνευματικό ἀγώνα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Ἐπίσης, ἔλεγε ὅτι αὐτό τό τέρμα ἐξαρτᾶται ἀπό δυό παράγοντες: ἀπό τόν ἀνθρώπινο καί τόν Θεῖο παράγοντα. Δηλαδή, γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στή Θέωση , τόν ἁγιασμό καί νά γίνει πραγματικά μέλος Χριστοῦ πρέπει ὁπωσδήποτε νά τό θελήσει ὁ ἄνθρωπος. Ἄν δέν θελήσει δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτα. Πρέπει νά καταβάλει τό ἀνθρώπινο καί αὐτή τή θέληση νά τή θέσει σέ πρακτική ἐφαρμογή ἀγωνιζόμενος διά τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων καί μεθόδων πού μᾶς παρέδωσε ἡ Ἐκκλησία μας. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο σκέλος.
Τό ἄλλο βασικό εἶναι ὅτι ἔστω κι ἄν ὁ ἄνθρωπος θέλει καί κάνει ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτόν εἶναι ἀπαραίτητο νά συνυπάρχει ἡ Θεία Χάρις. Ἀνθρώπινη προαίρεση καί ἐργασία μαζί μέ τή Θεία Χάρη ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στή θέωση. Τό πρόβλημα ἦταν, ὅπως ἴσως εἶναι καί σήμερα, τό νά ἐμφανίζεται ἡ Ἐκκλησία σάν ἕνας χῶρος ἰδεολογικός καί φιλοσοφικός καί νά παρουσιάζεται ἡ ἐν Χριστῷ ζωή σάν μία ἠθική τελείωση τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, νά γίνει ὁ ἄνθρωπος καλός ἄνθρωπος, νά μήν κάνει ἁμαρτίες, νά μήν εἶναι κακός καί νά εἶναι ἁπλά πάρα πολύ καλός. Αὐτό πολλές φορές ἀκουγόταν καί τό ἀκοῦμε καί μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Διδάσκονταν τά παιδιά στό κατηχητικό καί στήν Ἐκκλησία ὅτι μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας βρίσκονταν γιά νά γίνουν καλοί ἄνθρωποι, ὅπως τούς θέλει ἡ κοινωνία. Δέν γινόταν ποτέ λόγος γιά τόν ἁγιασμό καί τή θέωσή του. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἔβγαλαν ἀπό τό Εὐαγγέλιο τή Θεία Χάρη καί τό ἔκαναν ἕνα ἀνθρώπινο σύστημα καθαρά ἰδεολογικό, σάν νά εἶναι ἡ Θεία Χάρις κάτι τό ἀόριστο πού δέν ὑπάρχει καί ὑπάρχει μόνο ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί ὅποιος τηρεῖ τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί τίς ἀρχές του αὐτός μπορεῖ νά γίνει ἕνας καλός χριστιανός, ἕνας «καθώς πρέπει» ἄνθρωπος. Δέν κατανοοῦν τήν ὀρθόδοξο ἀσκητική μεθοδολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, δέν κατανοοῦν γιά ποιό λόγο νηστεύουμε. Θεωροῦν ὅτι ἔτσι ἀποκτοῦμε χαλύβδινο χαρακτήρα ἤ κόβουμε μερικά κακά ἐλαττώματα. Δέν κατανοοῦν γιατί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει μεγάλες ἀκολουθίες, ἀγρυπνίες. Ἀρκοῦνται στό νά γίνει μία συνάντηση, νά πεῖ ὁ καθένας τίς ἰδέες του καί τίς ἀπόψεις του γύρω ἀπό ἕνα θέμα ἀλλά πουθενά λόγος περί ἀσκητικῆς ζωῆς. Ὑπάρχει ὅλη αὐτή ἡ νοοτροπία πού ἐμφανίζει τήν Ἐκκλησία σάν ἕνα σύστημα ἰδεῶν πού πρέπει νά εἶναι τό καλύτερο γιατί πρέπει νά ἀντιμετωπίσει τίς ἰδεολογίες τοῦ ἀθεϊσμοῦ, τοῦ ὑλισμοῦ κ.ἄ καί νά κάνει πολεμική καί ἀπολογητική ἐναντίον τῶν ἄλλων συστημάτων καί ἰδεολογιῶν. Ἔτσι πέσαμε σέ μία περιπέτεια πνευματική, γιατί δέν γνωρίζαμε τή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς ἐκκλησίας μας. Εὐτυχῶς ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παρέμεινε στή διδασκαλία τῶν Ἁγίων παρά τίς δοκιμασίες καί τά ἐρωτηματικά.
Λέγονταν πολλά τότε περί ἐκσυγχρονισμοῦ καί ἀνανέωσης τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ δέν ἀντιλαμβάνονταν ὅτι ὁ κόσμος πρέπει νά γίνει ἐκκλησία καί ὄχι τό ἀντίστροφο. Ἡ Ἐκκλησία προσλαμβάνει τόν κόσμο καί τόν μεταμορφώνει, τόν κάνει Ἐκκλησία. Δέν εἶναι ἕνα σύστημα κοσμικό πού καλεῖται νά ἐκσυγχρονιστεῖ, γιά νά ἀπαντήσει στό ὅ,τι ἀπασχολεῖ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾶ μέσα στούς αἰῶνες στό καίριο πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, πρόβλημα τό ὁποῖο ἔζησε καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Καί στήν Ἐκκλησία μέ τή διδασκαλία του μποροῦμε νά ἀπαντήσουμε στόν σύγχρονο ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ζητᾶ ἀπό τήν Ἐκκλησία κάτι τό οὐσιαστικό.
Ὁ Ἅγιος εἶπε πώς ἄν δέν ὑπάρχει ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ὁ ἄνθρωπος δέν σώζεται ἀφ’ ἑαυτοῦ του, δέν σώζεται μέ τίς ἰδέες, τά ἰδανικά καί τίς ἀξίες καί τά ἠθικά πρότυπα. Σώζεται ὅταν ἀγωνιστεῖ πνευματικά καί ἔχει γνώση ὅτι αὐτός ὁ ἀγώνας πού κάνει εἶναι ἕνα μέσο, μία μέθοδος ἡ ὁποία τόν ὁδηγεῖ στό νά ἔρθει σέ ἄμεση ἐπαφή μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτή ἡ Χάρις δέν εἶναι κάτι τό ἄπιαστο καί ἀόριστο ἀλλά εἶναι συγκεκριμένη ἐνέργεια. Ὅπως π.χ ἕνα φωτιστικό ἄν καί ἔχει ὅλα ὅσα χρειάζεται γιά νά λειτουργήσει, λάμπες, σύρματα, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος δέν παράγει φῶς. Τά μέν ὑλικά στοιχεῖα εἶναι ὅσα κάνει ὁ ἄνθρωπος: οἱ νηστεῖες, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ προσευχές, οἱ γονυκλισίες καί γενικά ὅλα ὅσα περιλαμβάνει ἡ ἀσκητική πολιτεία, ἀλλά ἡ ἐνέργεια πού παράγει φῶς εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί εἶναι συγκεκριμένη μέσα στήν Ἐκκλησία. Εἴμαστε πολύ εὐτυχεῖς γιατί παρέμεινε ἡ ἐμπειρία τῆς ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἄν δέν εἴχαμε αὐτή τή γνώση καί ἐμπειρία, τί θά λέγαμε σήμερα στούς νέους, νά γίνονται ἠθικοί ἄνθρωποι καί καλά παιδιά; Σήμερα ὑπάρχει πλῆθος δυνατῶν ἐμπειριῶν πού ἀλλοιώνουν ὅλο τό εἶναι τους.
Γιά νά μπορέσει νά σταθεῖ ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται μία ἐμπειρία πιό δυνατή ἀπ’ ὅλες τίς ἄλλες, ἕνα φῶς ἰσχυρότερο ἀπό τά ἄλλα φῶτα. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία σήμερα εἶναι στήν πλεονεκτική θέση νά παρουσιάζει σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους μία φοβερή ἐμπειρία, τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καί ὅταν λέμε θέωση δέν ἐννοοῦμε νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος στό σημεῖο νά ἐπιτελεῖ θαύματα ἤ νά φτάσει ὅπως ἐμεῖς φανταζόμαστε, στήν κατάσταση τῶν Ἁγίων.
Στόν ἄνθρωπο ἀρχίζει νά ἐνεργεῖ μέσα του τό μυστήριο τῆς θεώσεώς του ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ἀρχίζει νά στρέφεται ἐν μετανοίᾳ στόν Θεό. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος θά σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί θά πεῖ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό», ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα ἀρχίζει νά ἐνεργεῖται μέσα του τό μυστήριο τῆς σωτηρίας του. Δέν εἶναι δυνατό ὁ ἄνθρωπος νά ἐπικαλεστεῖ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν ἐπιτελεστεῖ μέσα του μία ἀλλοίωση, μία ἐνέργεια. Μπορεῖ πολλές φορές ἡ καρδιά μας νά μήν αἰσθάνεται τίποτα, νά’ ναι σκληρή. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν ἐνεργεῖ τό μυστήριο τῆς προσευχῆς.
Ὁ Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς βίωσε αὐτό τό σκότος τῆς ὕπαρξής του, μπῆκε σ’ αὐτόν τόν ἀγώνα καί ἔζησε γιά ἕνα διάστημα τῆς ζωῆς του τό τί σημαίνει νά εἶσαι μακράν τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδία σου νά κινεῖται σ’ ἕνα σκότος καί νά εἶναι σκληρή σάν πέτρα. Γι’ αὐτό τόν λόγο γράφει στόν βίο του ὅτι γιά μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του θρηνοῦσε ἀπαρηγόρητα καί ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισον μου τό σκότος». Αὐτή ἦταν ἡ ἀδιάλειπτος προσευχή του μέσα ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του, γιατί ἦταν τό βίωμα καί ἡ ἐμπειρία του.
Οἱ Ἅγιοι πρῶτα βίωσαν τό σκότος σ’ ὅλη τήν ἔντασή του καί ζώντας αὐτό τό σκότος ἐβίωσαν τή νοσταλγία τοῦ φωτός. Καί αὐτό τό φῶς δέν εἶναι κάτι τό ἠθικό πού βγαίνει μέσα ἀπό τίς διδασκαλίες, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. «Ἐγώ εἰμί τό Φῶς τοῦ κόσμου». Ἔτσι ὅταν αὐτός ἔλεγε «φώτισόν μου τό σκότος»ζητοῦσε τόν ἴδιο τόν Χριστό. Ὁ Δαβίδ χιλιάδες χρόνια πρίν ἔλεγε: «Πότε Θεέ μου, θά ρθεῖς νά δῶ τό φῶς τοῦ προσώπου Σου; Δέν μέ ἐνδιαφέρουν οἱ ἰδέες σου καί ὅ,τι εἶπες, ἐμένα μέ ἐνδιαφέρεις πρωτίστως Ἐσύ ὁ ἴδιος». Πρέπει νά καταλάβουμε τό πόσο σημαντικό εἶναι ὄχι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά αὐτός πού εἶπε τή διδασκαλία, αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Αὐτό ἔζησαν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι πῆραν τή διδασκαλία γιά νά τούς βοηθήσει νά φτάσουν στόν Χριστό. Ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ ὑπερβήθηκαν οἱ ἐντολές καί οἱ διδασκαλίες καί ἔμεινε μόνο ἕνα πράγμα μές στόν ἄνθρωπο. Μένει ἡ ἀγάπη, αὐτή ἡ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο σέ μία ἀπόλυτη ἀγαπητική σχέση.
Ὁ Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μᾶς ἔδειξε αὐτό τό τέρμα καί αὐτή τή μέθοδο καί μᾶς εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπαίνει καί ἀρχίζει ἀπό τήν πρώτη στιγμή νά ἐφαρμόζει στή ζωή του τήν ἀσκητική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού σημαίνει τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἀγωνίζεται νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ταυτόχρονα ἔχει καί μία ἄλλη κίνηση, τήν κίνηση τῆς προσευχῆς τήν ὁποία οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μέσα ἀπό τήν πείρα τους μᾶς δίδαξαν. Μία τέτοια προσευχή εἶναι ἡ μονολόγιστος εὐχή, ἡ ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ. Τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Μέ αὐτή τήν ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος καταλαβαίνει ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπό Αὐτόν καί αἰσθάνεται ὅτι δέν μπορεῖ χωρίς Αὐτόν νά ζήσει καί τοῦ εἶναι ἀνάγκη νά τόν συναντήσει. Καταλαβαίνει ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Βάση τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ βαθιά ταπείνωση, ἀφοῦ αἰσθάνεται πώς χωρίς τόν Χριστό δέν μπορεῖ νά ζήσει.
Ἔτσι μέ ἐπιμονή ἀρχίζει νά ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὅπου κι’ ἄν βρίσκεται. Γιά νά ἔχει καρπό αὐτή ἡ κίνηση, πρέπει νά ὑπάρχει ἡ Θεία Χάρις. Καί ὁ χῶρος τῆς Χάριτος εἶναι ἡ Ἁγία Ἐκκλησία. Ἐκτός Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά ἐνεργήσει αὐτό τό μυστήριο τῆς Θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καί ὅταν λέμε ἐντός Ἐκκλησίας ἐννοοῦμε ὅλη αὐτή τήν μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Τα τρία είδη του φωτός κατά τη διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά. (14 Νοεμβρίου)



Χωρίς αμφιβολία κεντρικό θέμα στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου) του Παλαμά είναι το φως, το θείο φως, γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα τα άλλα βασικά θέματα, όπως η διάκριση ουσίας και ενεργειών στη θεότητα, η γνώση του Θεού όχι διά της κοσμικής σοφίας αλλά διά του θείου φωτισμού, η νοερά προσευχή, ή άκτιστη θεία χάρη, το μεθεκτόν και αμεθεκτον του Θεού, η συμμετοχή του σώματος στη θέωση, η από του παρόντος κόσμου πρόγευση των εσχάτων και άλλα. Το περί θείου φωτός θέμα είναι κατά κάποιο τρόπο η πηγή από την οποία απορρέουν όλα τα άλλα. Και τούτο, γιατί η συζήτηση για τη φύση του φωτός, που βλέπουν οι άγιοι στις διάφορες θεοφάνειες και οράσεις, του φωτός της Μεταμορφώσεως του Χριστού επί του όρους Θαβώρ, ως και του φωτός που θα καταυγάσει τους αγίους κατά την μέλλουσα ζωή, κατά την οποία θα εκλάμψουν οι δίκαιοι ως ο ήλιος, παρήγαγε σχεδόν όλα τα άλλα βασικά όντως για την Ορθόδοξη Θεολογία θέματα.
Τί αντιπροσωπεύει άραγε αύτη η έννοια του φωτός, που συναντάμε τόσο συχνά μέσα στην Αγία Γραφή, στην υμνολογία της λατρείας και στην λοιπή πατερική γραμματεία, όπου εμφανίζεται ό ίδιος ο Θεός να είναι φως, κατά την Ιωάννεια ρήση “Ο Θεός φως εστίν και εκ του φωτός αυτού να φωτίζονται όλα τα πνευματικά όντα, οι άγγελοι ως “δεύτερα φώτα” και κατόπιν οι άνθρωποι; Είναι απλώς μία μεταφορική, συμβολική έννοια, που δεν έχει κάποιο πραγματικό αντίκρυσμα στη θεότητα; Μία πρόσκαιρη και παροδική εμφάνιση του Θεού με την μορφή του αισθητού φωτός, που γίνεται και απογίνεται, και διαρκεί μόνο όσο διαρκεί η θεοφάνεια με τη μορφή της φωτοφανείας; Μήπως εκφράζει ακόμη την διανοητική, την νοητή γνώση, που με τους συλλογισμούς αποκτά ο άνθρωπος για την θεότητα μέσω της κτίσεως;
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά παράγει όλα τα άλλα βασικά θέματα που αναφέραμε και διασαφεί τελικά αν το φως αποτελεί στοιχείο, μέρος, εκδήλωση, ενέργεια του Θεού, οπότε η ενασχόληση με αυτό ανήκει στη Θεολογία, με την κυρία έννοια της λέξεως, ως λόγου περί του Θεού καθ’ εαυτόν, ή αντίθετα αποτελεί στοιχείο, αισθητό και κτιστό, του κόσμου και του ανθρώπου, οπότε ο λόγος γι’ αυτό ανήκει στην κοσμολογία και στην ανθρωπολογία Πέρα όμως από αυτές τις θεωρητικές διαπιστώσεις δείχνει αν ο άνθρωπος, ελλαμπόμενος και φωτιζόμενος από αυτό το φως μετέχει πραγματικά του Θεού, θεώνεται, αν το φως είναι θεϊκό και άκτιστο, ή αντίθετα παραμένει στα δικά του μέτρα, στον χώρο του κτιστού και αισθητού κόσμου, χωρίς να αποκτά και να γεύεται κάτι από την θεότητα, αν το φως είναι κτιστό και αισθητό και διανοητικό.
Η συζήτηση δηλαδή για τη φύση του φωτός, αν είναι άκτιστο ή κτιστό, συνδέεται με το αίτημα της θεώσεως και της σωτηρίας του ανθρώπου, της πραγματικής κοινωνίας και μετοχής του Θεού, έχει σωτηριολογικές επιπτώσεις. Οι αγώνες και η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά απέβλεπαν στο να διασφαλίσουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να μετέχει του Θεού, να δείξουν ότι ο Θεός δεν είναι μόνον αμέθεκτος και υπερβατικός, μία απρόσιτη και ανενέργητη ουσία, αλλά είναι συγχρόνως ενδοκοσμικός και μεθεκτός, γιατί είναι αδύνατον να υπάρχει φύση και ουσία χωρίς ενέργειες, γιατί ο Θεός είναι ουσία ενεργητική, έχει ενέργειες, που είναι και αυτές θείες και άκτιστες. Και οι ενέργειες αυτές του Θεού δεν είναι θεωρητικές συλλήψεις του νου και διακρίσεις θεολογικές, αλλά απτή πραγματικότητα, την οποία παραδειγματικά και εκφαντορικά εκφράζει το θείο φως: “Φως ο Θεός ον κατ’ ουσίαν, αλλά κατ’ ενέργειαν λέγεται”. Το άκτιστο, αιώνιο, θείο και θεοποιό φως είναι η Χάρις του Θεού, γιατί το όνομα της Χάριτος αρμόζει στις θεϊκές ενέργειες, που μας δίδονται δωρεάν και απεργάζονται το έργο της θεώσεως και της σωτηρίας. Ενέργειες και Χάρις και θείον φως εκφράζουν το άνοιγμα του Θεού προς τον άνθρωπο, τη θεϊκή συγκατάβαση, για να μπορέσει ο άνθρωπος να γνωρίσει εμπειρικά το Θεό, να αποκτήσει αίσθηση, όραση και γνώση πνευματική, που είναι πολύ ανώτερες από την αισθητή γνώση, που αποκτούμε μέσω των αισθήσεων, αλλά και από την διανοητική γνώση, που αποκτούμε μέσω του νου, των συλλογισμών και της μαθήσεως. Είναι αδύνατον μέσω των αισθήσεων και του νου, μέσω δηλαδή κτιστών μέσων, να προσεγγίσει κανείς την άκτιστη θεότητα, η οποία γνωρίζεται μόνον μέσω των ιδικών της ενεργειών, διά του θείου και θεϊκού φωτός, το οποίο φωτίζει και καταλάμπει τους αξίους και κεκαθαρμενους.
Στον “Αγιορείτικο Τόμο”, που είναι έργο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, διακρίνει ο μύστης αυτός του φωτός και της Χάριτος με πολλή σαφήνεια και λεπτότητα τρία είδη φωτός, τα οποία οι αμύητοι και ατέλεστοι δεν ημπορούν να διακρίνουν και τα συγχέουν. Είναι εν πρώτοις το αισθητό φως, που αντιλαμβανόμαστε με την αίσθηση της οράσεως· είναι έπειτα το νοητό, το διανοητικό φως, τα διάφορα νοήματα, “η εν νοήμασι κείμενη γνώσις” που αντιλαμβανόμαστε με τον νου. Και τα δύο είναι κτιστά φώτα, που περιορίζονται και κινούνται το καθένα στο χώρο του ανάλογα με τη φύση του. Υπάρχει όμως και τρίτο φως, το θείο φως, η έλλαμψη του θεϊκού φωτός, το οποίο δεν είναι ούτε αισθητό, ούτε διανοητικό, είναι άκτιστο και θεϊκό, είναι ο ορατός χαρακτήρ της θεότητος. Το φως αυτό, μολονότι είναι υπερβατικό, υπεραισθητό και υπερνοητό ενεργεί μέσω της οράσεως και του νου, ώστε δι’ αυτών, εκπνευματισμένων και αλλοιωμένων, να βλέπουν οι άξιοι αυτά που είναι υπέρ νουν και υπέρ αίσθηαιν, πέρα δηλαδή από τον φυσικό χώρο των αισθήσεων και του νου. Είναι βασικό αυτό το κείμενο για την κατανόηση της περί φωτός διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου και αξίζει να παρατεθεί: «Άλλο φως αντιλαμβάνεται ο νους, άλλο η αίσθηση. Η αίσθηση αντιλαμβάνεται το αισθητό φως που δείχνει τα αισθητά ως αισθητά. Φως του νου είναι η γνώση που υπάρχει στα νοήματα. Δεν αντιλαμβάνονται λοιπόν το ίδιο φως η όραση και ο νους, αλλά έως ότου καθένα από αυτά ενεργεί κατά τη δική του φύση και μέσα στις κατά φύση συνθήκες. Όταν όμως οι άξιοι ευτυχήσουν να λάβουν πνευματική και υπέρλογη χάρη και δύναμη, τότε και με την αίσθηση και με το νου βλέπουν αυτά που είναι πάνω από κάθε αίσθηση και κάθε νου, με τρόπο που «γνωρίζει μόνο ο Θεός κι εκείνοι που δέχονται αυτές τις θείες ενέργειες» για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου».
(Πρωτ. Θεοδ. Ζήση, Καθηγ. Παν/μίου, «Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης», εκδ. Βρυέννιος, σ.153-146)
πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Ομιλία πρώτη στη σεπτή Μεταμόρφωση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς




Ο κυβερνήτης του κόσμου βρίσκεται παντού και η βασιλεία του απλώνεται πέρα ως πέρα γιαυτό ο ερχομός της βασιλείας του δεν εννοείται ως κίνηση από μια κατεύθυνση προς άλλη, αλλά ως φανέρωση της με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ο λόγος που έλεγε ότι θα έρθει δυναμικά αλλά η δύναμη αυτή δε συναντά αδιάκριτα τον καθένα, παρά μόνο προορίζεται για όσους μένουν στο πλευρό του Κυρίου, δηλαδή για όσους παραμένουν σταθεροί στην πίστη του, για όσους μοιάζουν με τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους ανεβάζει κι αυτούς ο Λόγος του Θεού προηγουμένως στο ψηλό βουνό, δηλαδή στο ξεπέρασμα των ορίων της φυσικής μας μηδαμινότητας. Και τούτο είν’ η αιτία πού, καθώς κάποιος είπε, ο Θεός δημιουργεί την εντύπωση ότι βρίσκεται πάνω στο βουνό και ότι αφενός κατεβαίνει από τη δική του ψηλή θέση, και αφετέρου μας ανεβάζει από τη δική μας χαμηλότατη: για να χωρέσει εξάπαντος στα όρια της φύσης πού χαρακτηρίζεται από τη γέννηση, αυτός που είναι αχώρητος οπουδήποτε. Και αυτή η εντύπωση δεν είναι καθόλου υποδεέστερη της λογικής απόδειξης, αλλά, αντίθετα, πολύ ικανοποιητικότερη και σπουδαιότερη, αφού πηγάζει από τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Λοιπόν, ούτε δημιουργείται ούτε χάνεται, ούτε περιγράφεται ούτε υποπίπτει στις αισθήσεις το φως της μεταμόρφωσης του Κυρίου, παρόλο που γίνεται ορατό με τα σωματικά μάτια, για μερικές στιγμές του χρόνου μόνο, πάνω στη χαμηλή βουνοκορφή, αλλά μεταβαίνει αμέσως από τη σάρκα στο πνεύμα, σύμφωνα με τα λόγια “μετέβησαν οι του Κυρίου μύσται τη εναλλαγή των αισθήσεων, ην αυτοίς το Πνεύμα ενήργησε” και έτσι είδαν, όπου και για όσο χρόνο τους το πρόσφερε η δύναμη του Αγίου Πνεύματος, το φως εκείνο το αφανέρωτο, οι μαθητές. Αυτή τήν πραγματικότητα αγνοώντας οι σύγχρονοί μας υβριστές του Αγίου Πνεύματος, νόμισαν ότι οι επίλεκτοι απόστολοι είδαν το φώς της μεταμόρφωσης του Κυρίου με την κτιστή δύναμη των αισθήσεών τους. Αύτη τους η αντίληψη υποβιβάζει σε κτίσμα όχι μόνο εκείνο το φως που είναι η δόξα και η βασιλεία του Θεού, αλλά και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος με την οποία αποκαλύπτονται τα σχετικά με το Θεό στους άξιους για κάτι τέτοιο. Αυτοί οι βλάσφημοι ή δεν άκουσαν ή δεν εμπιστεύτηκαν τον Παύλο πού λέει· «Α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν, ημίν δε απεκάλυψεν ο Θεός διά του Πνεύματος αυτού· το γαρ Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού» (Β’ Κορ. 2,9 έξ.).
Όταν, λοιπόν, έφτασε η όγδοη μέρα, καθώς έχει λε¬χθεί από τον ευαγγελιστή, πήρε μαζί του ο Κύριος τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί. Πάντα, προκειμένου να προσευχηθεί ο Χριστός χρησιμοποιούσε μια από τις δυό λύσεις. Ή έφευγε μακριά από τους αποστόλους κι έμενε ολομόναχος· αυτή την τακτική την χρησιμοποίησε τότε που έθρεψε πέντε χιλιάδες άνδρες με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους με τα πέντε ψωμιά και τα δυό ψάρια, οπότε, αφού τους έδιωξε όλους και φόρτωσε τους μαθητές του στο καΐκι, αυτός ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί ολομόναχος. Ή, αφού έπαιρνε μαζί του λίγους από τους μαθητές, αυτούς που διακρίνονταν ανάμεσα στους υπόλοιπους, προχωρούσε να προσευχηθεί· αυτή την τακτική εφάρμοσε τότε που πλησίαζε το σωτήριο πάθος του, οπότε, λέγοντας στους άλλους μαθητές “καθίσατε ώδε έως προσεύξομαι” (Μαρκ. 14, 32), πήρε μαζί του μόνο τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Αυτούς, λοιπόν, μόνο πήρε μαζί του και σ’ αυτή την περίπτωση και τους ανέβασε στη βουνοκορφή ιδιαιτέρως και μεταμορφώθηκε μπροστά στα μάτια τους. Αλλά τί εννοεί ο ευαγγελιστής με τον όρο “μετεμορφώθη”; Λέει ο θεολόγος Χρυσόστομος: Ακράνοιξε λιγάκι τη θεότητα κι έδειξε στους ήδη μυημένους το Θεό που ενυπάρχει σ’ αυτή. Γιατί, καθώς αναφέρει ο Λουκάς, όση ώρα προσευχόταν ο Χριστός άλλαξε η μορφή του· κι άστραψε σαν τον ήλιο, όπως επεξηγεί ο Ματθαίος. Και παρομοίασε τη λάμψη ο ευαγγελιστής με τον ήλιο όχι για να υπαγορεύσει την αντίληψη εκείνου του φωτός ως κτίσματος υποκείμενου στις αισθήσεις —κρατήσου μακριά από την ανικανότητα του νου όσων αδυνατούν να κατανοήσουν οτιδήποτε βρίσκεται σε σφαίρα ψηλότερη από την αισθητική αντίληψη!—, μα για να μάθουμε πώς ό,τι είναι για τους ψυχικούς ανθρώπους, αυτούς που βλέπουν μόνο με τα μάτια του σώματος, ο ήλιος, τέτοιο είναι και για τους πνευματικούς ανθρώπους, αυτούς που βλέπουν με τα μάτια της καρδιάς, ο Χριστός επειδή είναι Θεός. Και ακόμα, έδωσε αυτή την παρομοίωση ο ευαγγελιστής για να μάθουμε πως όσοι εξοικειώνονται με το θείο, δεν έχουν ανάγκη από άλλο φως· γιατί για όσους κληρονομούν την αιωνιότητα αυτός μόνο είναι το φως, κανένα άλλο· άλλωστε τί θα χρησίμευε ένα δεύτερο φως σ’ αυτούς που διαθέτουν το πιο φωτεινό απ’ όλα τα φώτα;
Λοιπόν, καθώς προσευχόταν, κι ενώ ήσαν παρόντες οι πιο σπουδαίοι προφήτες, έλαμψε ο Κύριος με τρόπο που άφησε να διακρίνουν οι διαλεχτοί μαθητές του εκείνο το μυστικό φως. Ο σκοπός του ήταν να δείξει ότι η προσευχή ήταν που πρόσφερε το θαυμάσιο εκείνο θέαμα, και να μας βοηθήσει να μάθουμε ότι με την προσέγγιση του Θεού, που πετυχαίνεται με την αρετή, και με τη νοητή ένωση μαζί του, πλησιάζει και φανερώνεται και διανέμεται εκείνη η λαμπρότητα σ’ όλους όσοι απευθύνονται ασταμάτητα στο Θεό με την εύστοχη επιτέλεση των αγαθών έργων και την ειλικρινή προσευχή. Γιατί, καθώς έχει λεχθεί, το αληθινό και θελκτικότατο κάλλος που χαρακτηρίζει τη θεία φύση μπορεί να διακριθεί μόνο από όποιον έχει καθαρισμένο το νου του. Όποιος όμως αντικρύσει την ακτινοβολία και την ομορφιά του, μετέχει σ’ ένα μέρος του, αποκτά κάτι σαν λαχταριστή γυαλάδα, ζωντανεύει το χρώμα της όψης του. Αυτός είναι ο λόγος που και του Μωυσή άστραψε το πρόσωπο ενώ μιλούσε με το Θεό στο Σινά. Βλέπετε ότι και ο Μωυσής μεταμορφώθηκε όταν ανέβηκε στο όρος Σινά, και έτσι μεταμορφωμένος είδε τη δόξα του Κυρίου; Ο Μωυσής, όμως, τη μεταμόρφωση την υπέστη, δεν την ενέργησε· σύμφωνα με το χωρίο που λέει· “Εκεί με οδηγεί το απαλό φεγγοβόλημα της αλήθειας, να δω και να υποστώ τη λαμπρότητα του Θεού”. Αντίθετα ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός τη λαμπρότητα τη διέθετε ο ίδιος· γιαυτό και δεν του χρειαζόταν η προσευχή που φωτίζει το σώμα με το θείο φως· προσευχήθηκε μονάχα για να υποδείξει πως μπορεί να προσελκυστεί από τους αγίους η λαμπρότητα του Θεού, και πως μπορεί να τους φανερωθεί. Γιατί “οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του Πατρός αυτών” (Ματθ. 13,43), και έτσι, καθώς όλοι θα έχουν μεταβληθεί σε θείο φως, μια και θα ‘ναι γεννήματα του θείου φωτός, θα αντικρύσουν το Χριστό που θα αστράφτει με το υπέρλαμπρο μυστικό φως· το Χριστό που η προερχόμενη από τη θεία του φύση δόξα φανερώθηκε στο Θαβώρ εξίσου και στο ανθρώπινο σώμα του για να φανεί η ενιαία θεανθρώπινή του υπόσταση. Έτσι και με τέτοιο φως έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο.
Υπάρχουν, όμως, και κείνοι που μας κατατυραννούν με την αρχαιοελληνική λογική και την εγκόσμια σοφία, όσοι δεν δείχνουν την απαραίτητη υπακοή στους εκφραστές των προσταγμάτων του Αγίου Πνεύματος, αλλά προτιμούν να διαφωνούν. Αυτοί, λοιπόν, επειδή είναι πεσμένοι κάτω και δεν μπορούν να αντιληφθούν τίποτε πέρα από τα γήινα, όταν ακούουν να γίνεται λόγος για το φως που είδαν οι μαθητές με τα μάτια τους πάνω στο βουνό της μεταμόρφωσης του Κυρίου, το εκλαμβάνουν αμέσως ως αισθητό και κτιστό, και υποβιβάζουν σ’ αυτό το επίπεδο το άυλο και ανέσπερο και αΐδιο εκείνο φως που υπερβαίνει όχι μόνο την αισθητική αντίληψη, άλλα και τη νόηση. Παρόλο που ο ίδιος ο Κύριος που έλαμψε μ’ αυτό το είχε από πρωτύτερα χαρακτηρίσει άκτιστο ονομάζοντάς το βασιλεία του Θεού· και η βασιλεία του Θεού δεν είναι δούλη και κτιστή· αντίθετα είναι η μόνη που δεν υπακούει σε άλλον κυβερνήτη, η μόνη αήττητη, η μόνη που δεν υπόκειται στα δεσμά του χρόνου και του γυρίσματος των καιρών και δεν είναι δίκαιο, λένε, να υποταχθεί ή να καταλειφθεί από το κύλισμα και την εναλλαγή των εποχών η βασιλεία του Θεού. Πιστεύουμε, άλλωστε, ότι αυτήν ακριβώς είναι που θα κληρονομήσουν όσοι μετέχουν στη σωτηρία.
Αλλά μήπως επειδή ο Κύριος έλαμψε στη μεταμόρφωσή του και εμφάνισε τη δόξα και τη λαμπρότητα και το φως εκείνο που θα έχει και όταν θα ξανάρθει με τη μορφή που τον είδαν οι μαθητές του στο βουνό επάνω, σημαίνει ότι απόκτησε και θα έχει πια για πάντα κάτι που προηγουμένως δεν είχε; Φύγετε μακριά από μια τέτοια βλασφημία· όποιος διατυπώνει ένα τέτοιο ισχυρισμό, θα υποχρεωθεί να παραδεχτεί ότι ο Χριστός έχει τρεις φύσεις, τη θεία, την ανθρώπινη και εκείνη που εκδηλώθηκε με το φως. Όμως δεν φανέρωσε κάποια άλλη διαφορετική φύση, παρά μόνο εμφάνισε τη λαμπρότητα που πάντα διέθετε. Και είχε τη λαμπρότητα της θείας φύσης σκεπασμένη κάτω από την ανθρώπινη σάρκα· κατά συνέπεια το φως της μεταμόρφωσης είναι ιδίωμα της θεότητας, δηλαδή άκτιστο. Σύμφωνα, άλλωστε, με τους θεολόγους, ο Χριστός μεταμορφώθηκε όχι με το να αποκτήσει κάτι καινούργιο που δεν διέθετε προηγουμένως, ούτε με το να μεταβληθεί σε κάτι που δεν ήταν, αλλά με το να παρουσιαστεί στους μαθητές του όπως πραγματικά ήταν, ανοίγοντας τους τα μάτια να τον δουν και καθιστώντας την αμβλυωπία τους οξυδέρκεια.
Το καταλαβαίνετε ότι τα φυσικά μάτια είναι τυφλά για το φως εκείνο; Λοιπόν, και το φως δεν είναι αισθητό, και όσοι το είδαν δεν το είδαν απλώς με τα μάτια του σώματος, αλλά με τα μάτια που προετοιμάστηκαν κατάλληλα από το Άγιο Πνεύμα. Δηλαδή μεταλλάχτηκαν και έτσι μόνο είδαν τη μεταλλαγή που υπέστη η μεικτή φύση μας, όχι βέβαια τη μεταλλαγή εκείνης της στιγμής, αλλά αυτή που έπαθε από τότε που την προσέλαβε ο Χριστός, οπότε και θεώθηκε καθώς ενώθηκε με το Λόγο του Θεού. Την ίδια διαδικασία ακολούθησε και η επίγνωση της θεότητας του υιού της από τη Θεοτόκο που τον συνέλαβε μες στην παρθενία και τον γέννησε με τρόπο υπερφυσικό, σαρκοφόρο Θεό· αυτή τη διαδικασία και η επίγνωση από το Συμεών όταν τον κράτησε ως βρέφος στα χέρια του, και από τη γερόντισσα Άννα όταν τον συνάντησε στο Ναό· φαινόταν, σ’ όσους είχαν καθαρά τα μάτια της καρδίας, σαν μέσα από γυάλινο περικάλυμμα, η θεία δύναμη να φεγγοβολά.
Και γιατί ο Κύριος ξεχωρίζει από τους μαθητές του τους κορυφαίους και τους ανεβάζει στη βουνοκορφή, ιδιαίτερα αυτούς μόνο; Προφανώς για να τους δείξει κάτι σπουδαίο και μυστικό. Πώς λοιπόν, θα ‘ταν σπουδαίο και μυστικό το θέαμα του φωτός που υποπίπτει στις αισθήσεις, θέαμα του οποίου και αυτοί οι διαλεγμένοι και όσοι έμειναν κάτω εξίσου είχαν εμπειρία; Και σε τί θα τους χρειαζόταν η δύναμη του Αγίου Πνεύματος και η αύξηση ή μεταλλαγή της δράσης τους προκειμένου να δουν εκείνο το φως, αν ήταν αισθητό και κτιστό; Και πώς θα μπορούσε να ‘ναι δόξα και βασιλεία του Πατρός και του Πνεύματος το αισθητό φως; Και πώς μες σε τέτοια δόξα και βασιλεία θα έρθει στη μέλλουσα κρίση ο Χριστός, όταν δε θα υπάρχει λόγος ύπαρξης αέρα ή φωτός ή χώρου και των ομοίων, αλλά αντί όλων αυτών, σύμφωνα με τον Απόστολο, θα ‘ναι για μας τα πάντα ο Θεός; Και προπάντων θα ‘ναι για μας ο Θεός φως; Λοιπόν, είναι φανερό ότι το φως της μεταμόρφωσης είναι το φως της θεότητας. Άλλωστε, και ο πιο θεολογικός από τους ευαγγελιστές, ο Ιωάννης, αποφαίνεται στην Αποκάλυψη ότι η μελλοντική και μόνιμη εκείνη πόλη “ου χρείαν έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης, ίνα φαίνωσιν εν αυτή· η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν, και ο λύχνος αυτής το αρνίον” (Αποκ. 21,23). Επομένως, και σ’ αυτή την περίπτωση, δε μας έχει υποδείξει ολοφάνερα το μεταμορφωμένο με θεία δύναμη στο Θαβώρ Χριστό, ο οποίος έχει για λυχνάρι το σώμα του και για φως τη δόξα της θεότητας που παρουσιάστηκε πάνω στη βουνοκορφή σ’ όσους τον ακολούθησαν; Αλλά και για τους ένοικους εκείνης της πόλης ο ίδιος ευαγγελιστής λέει ότι “ουχ έξουσι χρείαν φωτός λύχνου, και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτίσει επ’ αυτούς, και νυξ ουκ έσται έτι” (Αποκ. 22,5). Τί, λοιπόν, είναι αυτό το φως που ποτέ και με καμιά δύναμη δε μεταβάλλεται ούτε αυξομειώνεται; Τί είναι αυτό το αναλλοίωτο, το άσβηστο φως; Δεν είναι άραγε το φως της θεότητας;
Αλλά και ο Μωυσής και ο Ηλίας, και ιδίως ο Μωυσής που ήταν πεθαμένος, ψυχή χωρίς σώμα, πώς φάνηκαν και δοξάστηκαν με αισθητό φως; γιατί και αυτοί παρουσιάστηκαν μέσα στη δόξα και μιλούσαν εκείνη την ώρα για την ολοκλήρωση του έργου του Χριστού, που θα συνετελείτο στην Ιερουσαλήμ. Και τέλος, πώς κατάλαβαν οι Απόστολοι το Μωυσή και τον Ηλία. που βέβαια δεν τους είχαν ξανασυναντήσει, αν όχι με την αποκαλυπτική δύναμη εκείνου του φωτός;
Όμως, για να μη συνεχίσω να καταπονώ τη σκέψη σας για πολύ ακόμη, θα αφήσω τα υπόλοιπα από τα λόγια του ευαγγελικού χωρίου να τα ακούσουμε και να τα αφομοιώσουμε την ώρα της ιερής και θείας λειτουργίας· σημασία έχει να το κάνουμε με πίστη, όπως διδαχθήκα¬με από κείνους που φώτισε ο Χριστός, γιατί μόνο αυτοί κατανόησαν επαρκώς την ευαγγελική αλήθεια. “Τα γάρ μυστήριά μου εμοί και τοις εμοίς” (Ησαΐας 24, 16), λέει με το στόμα του Προφήτη ο Θεός.
Λοιπόν, πιστεύοντας σωστά, όπως διδαχθήκαμε, και εννοώντας το μυστήριο της μεταμόρφωσης του Κυρίου, ας προχωρήσουμε προς τη λάμψη εκείνου του φωτός· και επιζητώντας την ομορφιά της αναλλοίωτης δόξας, ας καθαρίσουμε τα μάτια της ψυχής μας από τους γήινους μολυσμούς με την περιφρόνηση κάθε ηδονικού και φαντασμαγορικού, που όμως δεν είναι σταθερό και που κι αν μας φαίνεται ευχάριστο, όμως προξενεί οδύνη αιώνια· κάθε ηδονικού που κι αν τέρπει το σώμα, όμως ντύνει τη ψυχή με κείνο το βρώμικο φόρεμα της αμαρτίας, εξαιτίας του οποίου, αφού δεθεί χέρια και πόδια όποιος δεν είναι ντυμένος με το ένδυμα της αφθαρσίας, ξαποστέλλεται στο σκοτάδι το τόσο απομακρυσμένο από τη χάρη του Θεού. Απ’ αυτό το σκοτάδι μακάρι όλοι ανεξαίρετα να γλιτώνουμε με την έλλαμψη και την επίγνωση του άυλου και αΐδιου φωτός της μεταμόρφωσης του Κυρίου. Κι ας είναι δοξασμένο τ’ όνομα του και του άναρχου Πατρός του και του ζωοποιού Πνεύματος που η αίγλη τους είναι μοναδική και η θεότητα και η δόξα και η βασιλεία και η δύναμη, τώρα και πάντα και στο ατέλειωτο κλωθογύρισμα των καιρών. Αμήν.

Εξήγηση του μυστηρίου του Σαββάτου



Σε έξι μέρες ο Θεός κατασκεύασε και διακόσμησε όλο το αισθητό τούτο σύμπαν, επίσης έπλασε και ζωοποίησε το μόνο ζώο με αίσθηση και νου, τον άνθρωπο. Κατά την έβδομη μέρα κατέπαυσε από όλα τα έργα Του, όπως μας δίδαξε το άγιο Πνεύμα με τη γλώσσα του Μωυσή.
<<Και ευλόγησε ο Θεός την εβδόμη μέρα και την αγίασε>>
Πως λοιπόν ευλόγησε κι’ αγίασε αυτή την ημέρα, στην οποία δεν έπραξε τίποτα. Πως δεν ευλόγησε την <<μία>> την πρώτη που είναι υπερεξαίρετη κατά την οποία παρήγαγε το σύμπαν από το μη όν.
Πως δεν ευλόγησε κάποια άλλη επόμενη μέρα είτε αυτή που στερέωσε τον ουρανό είτε αυτή που συστάθηκε η γη. Γιατί δεν ευλόγησε μάλλον την έκτη που ανέδειξε τον άνθρωπο γνωστικό ζώο κατ’ εικόνα και ομοίωση Του;
Και όμως ευλόγησε την έβδομη μέρα, που είναι μέρα απραξίας.
Μερικοί εκθειάζουν τον αριθμό επτά (Ιώσηπος, Φίλων) γιατί λέγουν ότι είναι αγέννητος, αλλά και παρθένος αφού δεν γεννά. Όμως και η μονάδα είναι εντελώς αγέννητη, αλλά και γεννητική κάθε αριθμού. Μιλάνε για τις επτά μέρες της εβδομάδας, επτά πλανήτες, σ’ επτά μέρες διχοτομείται η σελήνη και σε άλλες επτά γίνεται πανσέληνος κ.ο.κ.
Κάθε αριθμό αν τον εξετάσουμε θα βρούμε κάτι καλό και θαυμαστά ταιριαστό. Λόγου χάρη ο αριθμός έξη είναι πρώτος μεταξύ των τελείων αφού εξισώνεται πριν από τους άλλους στα μέρη του, γι’ αυτό και το σύμπαν ολοκληρώθηκε σ’ αυτόν.
Όμως ο Μωυσής κατά κανένα τρόπο δεν εμφάνισε το Θεό ως επαινέτη του αριθμού. Λαμβάνοντας αφορμή από τα ίδια τα λόγια του Μωυσή λέμε για πιό λόγο ευλόγησε την εβδόμη μέρα. Λέγει ότι: <<κατέπαυσε ο Θεός την έβδομη μέρα από όλα τα έργα του τα οποία άρχισε να εκτελεί>>. Επομένως υπάρχουν έργα του Θεού που ούτε άρχισε να εκτελεί, ούτε έπαυσε να εκτελεί.
Ευλόγησε λοιπόν και αγίασε την έβδομη μέρα κατά την οποία έπαυσε να πράττει τα αισθητά, σαν είδος επανόδου στο ύψος του θεοπρεπώς, που βέβαια ποτέ δεν εγκατέλειψε, διδάσκοντας εμάς να βρεθούμε κατά δύναμη σ’ εκείνη τη κατάπαυση που είναι η κατά το νου μας θεωρία και ανύψωση πρός το Θεό. Αυτό είναι το ένα αίτιο της ευλογίας της έβδομης ημέρας και παρήγγειλε ο Μωυσής να τηρήται αργία, αλλά μόνο από τα έργα που βοηθούν το σώμα, ενώ για τη ψυχή παρήγγειλε ενέργεια.
Άλλο αίτιο είναι η πρόβλεψη του δημιουργού της εκτροπής του ανθρώπου προς το χειρότερο μέχρι καταστροφής και φυλακής στον Άδη, την αχρήστευση όλου του κόσμου, αλλά και το μελλοντικό ανακαινισμό του ανθρώπου. Αυτή η ανακαίνηση ενεργήθηκε με την ενανθρώπηση του Θεού, τη κατάβαση στον Άδη του Χριστού δια του θανάτου και την ανάκληση των ψυχών από αυτόν το Σάββατο.
Τελείωση της εβδόμης μέρας είναι η όγδοη μέρα, η Κυριακή κατά την οποία έγινε η ανάσταση του Κυρίου. Δεν είναι μόνο όγδοη μέρα, αλλά και η πρώτη των έπειτα από αυτή, γι’ αυτό και ο Μωυσής την ονόμασε όχι »πρώτη», αλλά »μια» ως ανώτερη από τις άλλες και ως προοίμιο της μιας και ανέσπερης μέρας του μέλλοντος αιώνος.

(Απόσπασμα ομιλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.)

Πηγή: xristianoss.blogspot.gr

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως συνεχιστής της Πατερικής Παραδόσεως


6782260842_77a29f9c6e_z
Βασιλείου Σκιάδα, θεολόγου
Η ορθόδοξος Εκκλησία έχει αφιερώσει την Β’ Κυριακή των νηστειών στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον οποίο είδε ως συνεχιστή της πατερικής παραδόσεως και του θριάμβου της Ορθοδοξίας. Είναι πάρα πολύ βασικό για τον σύγχρονο άνθρωπο, που ταλανίζεται από την ποικιλώνυμη κρίση, ότι μπορεί να γνωρίσει τον Θεό όχι διανοητικά η συναισθηματικά μέσα από προτεσταντικά η δυτικά σχήματα, αλλά, μέσα από την αγιοπνευματική εμπειρία, καθώς την έζησαν και τη δίδαξαν οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας και μάλιστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Στοιχεία από τη ζωή του
Το αδαμάντινο αυτό στήριγμα της Ορθοδοξίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος βυζαντινός Θεολόγος του ΙΔ’ αιώνα και ένας από τους σπουδαιότερους όλων των αιώνων. Συνδύαζε, κατά τον καθηγητή Γ. Μαντζαρίδη, κατά τον καλύτερο τρόπο το θεόπνευστο διδάσκαλο των δογμάτων με τον έμπειρο απολογητή της μυστικής και νηπτικής Θεολογίας της εποχής του.
Σύμφωνα με όσα αυθεντικά μας διέσωσε ο βιογράφος του, Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, τον ΙΔ’ αιώνα λάμπρυνε την Κωνσταντινούπολη η ονομαστή και πολύτεκνη οικογένεια του Κωνσταντίνου Παλαμά και της συζύγου του Καλής, πρώτο παιδί των οποίων υπήρξε ο Γρηγόριος.
Απ’ αυτούς τους θαυμαστούς γονείς ο Γρηγόριος πήρε την καλύτερη ανατροφή  και
παιδεία για ν’ αναδειχθεί «ταμείον ακένωτο της κατά Θεόν και θύραθεν σοφίας». Παρακάμπτοντας ο ίδιος επιφανείς κοσμικές θέσεις φρόντισε να στραφεί στους ασκητές και διδασκάλους της αρετής του Άθω, τους οποίους θέλησε να μιμηθεί στην κατά Θεόν άσκηση και χριστιανική τελειότητα.
Στη μεγάλη αυτή προσωπικότητα συνδυάστηκαν κατά τον καλύτερο τρόπο σπάνια φυσική καταβολή, άριστο οικογενειακό περιβάλλον, υψηλή παιδεία, θεολογική κατάρτιση, ασκητική αγωγή και ολοκληρωτική θέληση.
Γι’ αυτό αναδείχθηκε ισοστάσιος των μεγάλων Πατέρων, στύλος της Εκκλησίας και αδαμάντινο στήριγμα της Ορθοδοξίας.
Η Θεία Πρόνοια έστειλε τον Άγιο Γρηγόριο σ’ εκείνη την κρίσιμη για την Εκκλησία περίοδο της ησυχαστικής αναγέννησης, για ν’ αναλάβει την υπεράσπιση των κατασυκοφαντημένων ησυχαστών μοναχών του Αγίου Όρους.
Γνώστης της πατερικής εμπειρικής παραδόσεως συνέβαλε τα μέγιστα στη δικαίωση  των Ησυχαστών από τις τρεις μεγάλες τοπικές Συνόδους, που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη τον ΙΔ΄ αιώνα και την καταδίκη του αιρετικού Βαρλαάμ Καλαβρού.
Ψήγματα από τη Θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά
Η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν υπήρξε «θεολογία της επανάληψης», καθώς ισχυρίζονται oι δυτικόφρονες εχθροί του. Αντίθετα υπήρξε δημιουργική προέκταση της αρχαίας παράδοσης της Εκκλησίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ανακεφαλαιώνει όλη την εν Αγίω Πνεύματι παράδοση της Εκκλησίας. Διακρίνει την απρόσιτη ουσία του Θεού απ’ τις προσιτές ενέργειές Του. Αυτό αποτελεί κατά κάποιον τρόπον το κέντρο της διδασκαλίας του. Η διάκριση αυτή ουσίας και ενεργειών του τρισυπόστατου Θεού αποτελεί πολύ παλαιά διδασκαλία της Εκκλησίας. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει χαρακτηριστικά: «Ημείς εκ μέν των ενεργειών γνωρίζειν λέγομεν τον Θεόν ημών, τη δε ουσία Αυτού προσεγγίζειν ουχ υπισχνούμεθα. Αι μεν γαρ ενέργειαι Αυτού προς ημάς καταβαίνουσιν, η δε ουσία Αυτού απρόσιτος μένει».
Πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας δίδασκαν πως για την προσέγγιση του Θεού ο άνθρωπος διαθέτει δύο διαφορετικούς νοερούς οφθαλμούς. Με τον έναν ανυψώνεται στον Δημιουργό μέσω της φύσεως και των έργων της Δημιουργίας και με τον άλλον μέσω των ακτίστων θείων ενεργειών.
Αυτό δείχνει πως ο Θεός κινείται προς τον άνθρωπο με τη Χάρη και τα έργα Του, δηλαδή τις Θείες ενέργειές Του, χωρίς να εγκαταλείπει το απρόσιτο Θείο φως, στο οποίο εντρυφά αιώνια, όπως γράφει ο σύγχρονος μας π. Γεώργιος Florofsky.
Φυσικά η δυνατότητα γνώσεως του Θεού, και μέσα από τις μεθεκτές σε μας θείες ενέργειές Του, είναι περιορισμένη, συγκριτικά με την άλλη ζωή. Συνισταμένη της θεολογίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά -το ιερό λείψανό του φυλάσσεται στον ομώνυμο μητροπολιτικό Ναό της Θεσσαλονίκης- αποτελεί η διδασκαλία του για την ανθρώπινη τελείωση. Ο άνθρωπος, διδάσκει χαρακτηριστικά, κάτω από τις συνθήκες της αδιάλειπτης προσευχής, της κάθαρσης και του θείου φωτισμού οδηγείται στην κατά Θεόν θέωση.
Σύγχρονες προεκτάσεις
Η υπέρβαση της φύσεως του ανθρώπου και του κόσμου και η κατ’ επέκταση μέθεξη του Θεού διά του θείου και ακτίστου φωτός αποτελεί -θα λέγαμε- το ζητούμενο για την εποχή μας. Πολύ σωστά λέγεται πως η Θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθώς τη διατύπωσε ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14° αιώνα αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα για τον άνθρωπο του ΙΚΑ’ αιώνα. Και τούτο γιατί ο ταλαιπωρημένος και απογοητευμένος από τον υλόφρονα τρόπο ζωής άνθρωπος των καιρών μας εννοεί καλύτερα το μήνυμα του Αγίου μας «ότι μόνο μέσα από την εμπειρία της Εκκλησίας θα μπορέσει να πλησιάσει τον Θεό».
Συχνά πυκνά ακούγεται στις ημέρες μας το υποκινούμενο ξενόφερτο σλόγκαν για «αποκοπή της πατερικής παραδόσεως και αποδοχή μόνο της κοινωνικότητας του Χριστιανισμού». Ακόμη και για τη θρησκευτική παιδεία γίνεται λόγος να περιορισθεί στο κοινωνικό και θρησκευτικό πλαίσιο και ν’ απαλλαγεί από τον ομολογιακό χαρακτήρα.
Έτσι όμως ελάχιστα απέχουμε από τον κίνδυνο να αναμείξουμε τον έξ αποκαλύψεως Χριστιανισμό με τα ανθρώπινα κοινωνικά συστήματα και τις εξ Ανατολής θρησκείες και φιλοσοφίες.
Η ορθόδοξη όμως πνευματικότητα, καθώς εκφράστηκε χαρακτηριστικά από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, μας δηλώνει εμφαντικά ότι ο Θεός δεν είναι ο μεγάλος απών από τον κόσμο μας, αλλά με τις άκτιστες Θείες ενέργειές Του εισέρχεται στον κόσμο, τον συντηρεί και τον κατευθύνει.
Πηγή: Περιοδικό «Ερώ», Κέντρο Ενότητος και Μελέτης-Προβολής των Αξιών μας, τεύχος 9ο, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, Θεσσαλονίκη.

Θαύμα Αγίου Γρηγορίου Παλαμά στη Σαντορίνη! «Αν είναι Άγιος ας μας πνίξει»


sfantul-grigorie-palama-14
Επειδή η Λατίνοι κατηγορούν την Αγία Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία μας, λέγοντες, ότι από τότε πού χωρίσθηκε από την Δυτική, δηλαδή την Φράγκικη Εκκλησία, δεν ανέδειξε πλέον κανένα νέο Άγιο, ούτε θαύματα πλέον έχει, γι αυτό θέλοντας ο ιερός Νεκτάριος, ο οποίος ήτο Πατριάρχης Ιεροσολύμων το έτος 1660, αυτός ο ένθερμος ζηλωτής της αληθείας, να φράξει τα στόματα των Λατίνων και να τους αποδείξει ψεύτες και συκοφάντες, απαριθμεί πολλούς νέους Αγίους της Ανατολικής Εκκλησίας, οι οποίοι έλαμψαν μετά το σχίσμα και διηγείται πολλά και παράδοξα νέα θαύματα. Λέγει λοιπόν και για τον Άγιο Γρηγόριο, το έξης φοβερό θαύμα.
Στην νήσο Θήρα την κοινώς λεγομένη Σαντορίνη, κατά την ημέρα της μνήμης του Αγίου, δηλαδή κατά την δεύτερη Κυριακή των Νηστειών, μερικοί Φράγκοι έπλεαν με καΐκι χάριν αναψυχής, ή μάλλον όπως γράφει ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων, οι Φράγκοι έβαλαν επί τούτου μερικά παιδιά μέσα σε μια βάρκα και ενώ έπλεαν, κτυπούσαν τα χέρια τους και έλεγαν.
«Ανάθεμα τον Παλαμά».
«Αν είναι ο Παλαμάς Άγιος, ας κάνη να πνιγούμε».
Αυτά βλασφημούσαν τα φραγκόπουλα, και ώ του παραδόξου θαύματος, αδελφοί!
Ω της Αγιότητος και της παρρησίας του θείου Γρηγορίου στον Θεό!
Την ίδια ώρα πού βλαστημούσαν, χωρίς καμία ταραχή της θαλάσσης, μάλιστα σε καιρό γαλήνης, βούλιαξε το πλοιάριο μαζί με όλους εκείνους, πού ήσαν μέσα σε αυτό, σύμφωνα με την βλασφημία πού έλεγαν. «Αν είναι Άγιος, ας μας πνίξει». Και τα μεν σώματα των βλάσφημων βυθίστηκαν στην θάλασσα, οι δε ψυχές τους βυθίστηκαν στο αιώνιο πυρ της κολάσεως. Και με αυτό το θαύμα βεβαιώθηκε η αγιότητα του Αγίου Γρηγορίου και δοξάσθηκε ο Θεός.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Προς εκείνους που δυσανασχετούν για τις παντός είδους δυσκολίες που συμβαίνουν (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


Προς εκείνους που δυσανασχετούν για τις παντός είδους δυσκολίες που συμβαίνουν
(Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)
Τονίζει ότι, αν μας βρίσκουν κακά, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες μας. Η αμαρτία είναι το φυσικό κακό, και αυτό έχει σημασία, ενώ το αισθητικό κακό είναι δευτερεύον.
1. Το από τη φύση του κακό, δηλαδή η αμαρ­τία, έχει από εμάς τους ίδιους την αρχή, το σχετικό όμως με την αίσθησή μας κακό, δηλαδή το οδυνηρό και επίπονο, θα μπορούσε να γίνει και από τον Θεό που σαν ιατρός συγκρατεί μέσω αυτού και θεραπεύει το αληθινά κακό, και όταν αυτοί που αμάρτησαν είναι θεραπεύσιμοι προσφέρει τις παντός είδους φροντίδες, ενώ όταν είναι αθεράπευτοι, τους παίρνει και από τη ζωή ακόμη για τη σωτηρία των άλλων. Για τις υπόλοιπες όμως συμφορές εμείς είμαστε αίτιοι, καθιστώντας τους εαυτούς μας άξιους για καυτήρες, ενώ εκείνος και έτσι είναι ευεργέτης και σωτήρας ως καθαιρέτης του πραγματικά κακού. Πολλές φορές μάλιστα προσθέτει στους ανδρείους και αγώνισμα, τις προσβολές των μη από τη φύση τους κακών. Όπως δηλαδή η νόσος δεν έχει δημιουργηθεί από τον Θεό, έστω και αν αυτό που νοσεί είναι το από εκείνον δημιουργημένο ζώο, έτσι ούτε η αμαρτία δεν έχει γίνει από αυτόν, έστω και αν αυτή που εκτρέπεται προς αυτήν είναι η δημιουργημένη από αυτόν λογική ψυχή. Γιατί αυτή, αφού τιμή­θηκε με αυτεξουσιότητα και ελεύθερη ζωή, γιατί αν δεν είχε αυ­τή την τιμή θα ήταν μάταια λογική, αφού έλαβε τη γνώμη ελεύ­θερη από κάθε ανάγκη, αν παραμένει δίπλα στον Θεό και συνά­πτεται με αυτόν με την αγάπη, τηρεί για τον εαυτό της το αγαθό και την κατά φύση ζωή, αν όμως, χορταίνοντας κατά κάποιο τρόπο εκείνη την ιερή προσήλωση στο αγαθό, κλίνει προς τις κάτω σαρκικές ηδονές, εκτρεπόμενη από το από τη φύση του καλό, νοσεί ως προς το από τη φύση του κακό, δηλαδή την αμαρτία, δημιουργώντας για τον εαυτό της τον θάνατο με την έκπτωσή της από τη ζωή με τη θέλησή της.
2. Επειδή λοιπόν τέτοιοι είμαστε σχεδόν όλοι και χρειαζόμαστε κοινωφελή διδασκαλία και συμβουλή, θα εκθέσομε τώρα τους λόγους προς σας κυρίως από τους λόγους του Θεού, ώστε, αφού αντιληφθείτε ότι αίτιο της παγκόσμιας επιβολής των κακών εί­ναι η αμαρτία, ας εγκαταλείψομε τη γνώμη μας που αγαπά την αμαρτία, και ας μετατρέψομε τους εαυτούς μας προς κάθε τι θεάρεστο, και έτσι, εξιλεώνοντας και λατρεύοντας το Θείο με έργα αρετής, ας μετατρέψομε σε έλεος την εναντίον μας οργή του Κυ­ρίου. Γιατί αυτός είναι που μέσω του Μωϋσή μας διαβεβαίωσε και μας είπε, «εάν ακούσεις με προσοχή τη φωνή του Κυρίου του Θεού σου και πράξεις τα αρεστά σ’ αυτόν και υπακούσεις στις εντολές του, καμμιά νόσο δεν θα σου επιφέρω· γιατί εγώ είμαι ο Κύριος που σε θεραπεύει» (Εξ. 15, 26).
3. «Εάν λοιπόν βαδίζετε σύμφωνα με τα προστάγματά μου (Λευίτ. 26, 3-38 με παραλείψεις) και φυλάξετε τις εντολές μου και τις εφαρμόσετε, θα σας έρθει κάθε αγαθό και θα κατοικήσετε με ασφάλεια και δεν θα έρθει πόλεμος στον τόπο σας· και θα δώσω ειρήνη στον τόπο σας, και θα κοι­μηθείτε και δεν θα υπάρχει κανείς να σας φοβίζει· και θα διώξετε τους εχθρούς σας και θα πέσουν ενώπιόν σας φονευμένοι. Και πε­νήντα από σας θα καταδιώξουν εκατό και εκατό από σας θα κα­ταδιώξουν μυριάδες· και θα πέσουν με μάχαιρα οι εχθροί σας μπροστά σας· και θα είμαι Θεός σας και σεις θα είσθε λαός μου. Και θα φάγετε τα αγαθά της γης παλαιά και νέα, και εγώ δεν θα σας θεωρήσω βδελυρούς, αλλά θα περπατήσω μαζί σας, και θα είμαι Θεός σας εγώ που σας υποσχέθηκα αυτά τα πράγματα.
Εάν όμως δεν με υπακούσετε και δεν εφαρμόσετε όλα τα προ­στάγματά μου, αλλ’ απειθήσετε σ’ αυτά και η ψυχή σας δυσανα­σχετήσει για τις αποφάσεις μου, ώστε να μη εκτελείτε όλες τις εντολές μου, τότε εγώ θα σας συμπεριφερθώ έτσι· θα προκαλέσω σε σας κάθε νόσο και φτώχεια που θα λειώνει την ψυχή σας και τα αγαθά σας θα τα φάγουν οι αντίπαλοί σας. Γιατί θα στρέψω το πρόσωπό μου επάνωσας και θα πέσετε μπροστά στους εχθρούς σας, και θα σας υποδουλώσουν αυτοί που σας μισούν, και θα τραπείτε σε φυγή χωρίς να σας καταδιώκει κανείς· και αν ούτε και μετά από αυτά δεν με υπακούσετε» (δηλαδή το να επιστρέψετε), «θα συνεχίσω να σας παιδεύω», λέγει, «επτά φορές. Θα συντρίψω την υπερβολική υπερηφάνεια σας, και η δύναμή σας θα αποδειχθεί ανώφελη, αχρηστευόμενη από την ξηρασία και την αφορία της γης και από την ακαρπία των δένδρων των αγρών. Και αν μετά από αυτά δεν θέλετε να με υπακούσετε, θα σας προσθέσω άλλες επτά πληγές· θα αποστείλω εναντίον σας τα άγρια θηρία και θα σας καταβροχθίσουν και θα σας καταστή­σουν λίγους, και οι δρόμοι σας θα γίνουν έρημοι. Και έπειτα από αυτά, αν δεν διορθωθείτε, θα σας πατάξω ακόμη επτά φορές, και θα επιφέρω επάνω σας μάχαιρα που θα τιμωρήσει την καταπά­τηση της διαθήκης μου, και θα καταφύγετε στις πόλεις σας· και θα σας αποστείλω θάνατο και θα παραδοθείτε στα χέρια των εχθρών σας, όταν θα σας θλίψω με την έλλειψη άρτων. Εάν και με όλα αυτά δεν πειθαρχήσετε σ’ έμενα, αλλά βαδίζετε πλάγια από μένα, και εγώ θα πορευθώ προς εσάς πλάγια, και θα σας τιμωρήσω σύμφωνα με τις αμαρτίες σας, και θα φάγετε τις σάρ­κες των υιών και των θυγατέρων σας. Και θα καταστήσω έρημες τις πόλεις σας, θα κατερημώσω τα ιερά σας και δεν θα οσφραίνομαι την οσμή των θυσιών σας. Θα κατερημώσω επίσης τη γη σας και θα μείνουν έκπληκτοι γι’ αυτήν οι εχθροί σας που κα­τοικούν σ’ αυτήν. Και θα σας διασπείρω στα έθνη, και θα σας καταφάγει η επερχόμενη μάχαιρα. Και σε όσους απομείνουν από σας θα προκαλέσω δειλία και θα τους διώξει ο ήχος φύλλου που πέφτει, και θα φύγουν σαν από πόλεμο και θα αφανισθούν μέσα στα έθνη, και θα τους καταφάγει η γη των εχθρών τους».
4. Βλέπεις μέχρι που φθάνει η οργή του Κυρίου; Αν και βέβαια «είναι σπλαχνικός και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος, και παραβλέπει τις κακίες των ανθρώπων», αλλ’ οπωσδήπο­τε εκείνων που μετανοούν και επιστρέφουν από τις κακίες τους. Γιατί «λέγει ο Κύριος· επιστρέψατε, και θα επιστρέψω σε σας». «Και θα επιστρέψεις προς τον Κύριο τον Θεό σου, και θα ακού­σεις τη φωνή του. Γιατί ο Κύριος ο Θεός σου είναι Θεός σπλα­χνικός, και δεν θα σε εγκαταλείψει και δεν θα σε αφανίσει, αλλά θα βρεις βοηθό τον Κύριο τον Θεό σου, και θα τον ζητήσεις με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου στη θλίψη σου». Θα θλιβείς όμως, αν πεισθείς στις γνώμες μου, όχι μόνο γιατί πάσχεις, αλλά και γιατί παρέβλεψες τις εντολές του Κυρίου και δεν φύλαξες τα προστάγματά του, γι’ αυτό και παραδόθηκες στις αθεράπευτες συμφορές· και μέσα στις θλίψεις σου θα ζητή­σεις την απαλλαγή από τα κακά και θα υποσχεθείς τη φύλαξη των εντολών, και θ’ αποδείξεις με έργα πραγματοποιημένη την υπόσχεση, για να επιτύχεις αποτελεσματικά τη θεία βοήθεια. Αλλά ποιές είναι οι εντολές του Κυρίου; Ο σωστός σεβασμός προς αυτόν και η αγάπη προς αυτόν, η αγνεία και σωφροσύνη του σώματός μας, η φιλαλληλία και το να μη επιθυμεί κανείς τίποτε από τα αγαθά του πλησίον του, ούτε να τον κακοποιεί σε τίποτε, αλλά να τον αγαθοποιεί με όλη τη δύναμή του, και γε­νικά ο καθένας να πράττει προς τον πλησίον εκείνα τα οποία επιθυμεί και ο ίδιος να επιτύχει από τον καθένα.
5. Αλλά πρόσεχε και κατά λέξη, αν θέλεις, την απόφαση ενα­ντίον εκείνων που παραβαίνουν κάτι από τα όσα λέχθηκαν «με εξόργισαν», λέγει, «με ανύπαρκτο θεό, και εγώ θα τους κάνω να ζηλοτυπήσουν για μη έθνος»· και πάλι· «είμαι Θεός ζηλωτής, που ανταποδίδω αμαρτίες πατέρων επάνω στα τέκνα και επάνω στα τέκνα τωντέκνων μέχρι την τρίτη και τέταρτη γενεά για εκείνους που με μισούν», και, «επικατάρατος είναι αυτός που δεν τιμά τον πατέρα του ή τη μητέρα του· και θα πει όλος ο λαός, γένοιτο, γένοιτο»· και, «αυτός που κακολογεί πατέρα ή μητέρα, να τιμωρείται με θάνατο, καθώς και υιός που αντιλέγει στον πατέρα για το δίκαιο», και «εάν έχει κανείς ανυπάκουο υιό που δεν υπακούει στα λόγια του πατέρα ή της μητέρας, αφού τον συλλάβουν, να τον οδηγήσουν στη γερουσία και να πουν, ο υιός μας αυτός είναι ανυπάκουος και ερεστικός, και μη υπακούοντας στα λεγόμενά μας γλεντοκοπά και μεθοκοπά. Και θα τον λιθοβολήσουν οι άνδρες της πόλεως με λίθους και θα βγάλετε από ανά­μεσά σας τον κακό».
6. Και ποιές είναι οι τιμωρίες αυτών που παραβαίνουν τα παραγγέλματα της αγνείας; δεν είναι ο θάνατος το επιτίμιο γι’ αυτά; Γιατί λέγει, «δεν θα υπάρξει πόρνη ανάμεσα στις θυγατέ­ρες του Ισραήλ, και δεν θα υπάρξει πόρνος από τους υιούς του Ισραήλ»· και, «βεβηλώθηκε», λέγει, «ο λαός με την εκπόρνευση» και «πέθαναν με την πληγή εικοσιτέσσερις χιλιάδες»· και αν δεν σηκωνόταν ο Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, από ζήλο να θα­νατώσει επ’ αυτοφώρω εκείνον που διέπραττε την πορνεία μαζί με την πορνευόμενη διαπερνώντας τους με το δόρυ με ένα κτύπη­μα, όλοι θα αφανίζονταν, και θα τιμωρούνταν και οι αθώοι ως ένοχοι, γιατί δεν τιμωρούσαν την παρανομία. Γι’ αυτό και έλεγε προς τον Μωϋση ο Θεός· «ο Φινεές κατέπαυσε τον θυμό μου και δεν αφάνισα από το ζήλο μου τους υιούς Ισραήλ». Εάν η πορ­νεία είναι τόσο πολύ απαγορευμένη και έτσι τιμωρείται, τί θα πάθει αυτός που μοιχεύει; Πραγματικά δεν θα αθωωθεί. Γι’ αυτό και ο θείος νόμος λέγει, «αν βρεθεί άνθρωπος να κοιμάται με γυναίκα συζευμένη με άλλον άνδρα, να θανατώνετε και τους δυο και να βγάζετε από ανάμεσα σας τον κακό».
7. Αλλ’ αυτά, λέγει, είναι του παλαιού νόμου· τί σχέση έχουν με εμάς, τον λαό της Καινής Διαθήκης; Δεν άκουσες όμως τον νομοθέτη και Δεσπότη Χριστό που λέγει, «δεν ήρθα να καταλύ­σω τον νόμο, αλλά να τον συμπληρώσω», και «γιώτα ένα ή μια στιγμή δεν θα καταργηθεί από το νόμο, μέχρι που να γίνουν όλα»; Αν έτσι είναι αυτό, θα θανατωθεί οπωσδήποτε και θα παραδοθεί στους εχθρούς με τρόπο αισχρό νικημένος και θα υποστεί όλα τα δεινά ο υπόδικος σε απόφαση του θανάτου και των άλλων ποινών που έχουν απειληθεί λόγω της αμαρτίας. Ένα φάρμακο υπάρχει που έχει βρεθεί από τη σοφία και χάρη του μόνου Θεού και Σωτήρα Χριστού, το να θανατώσομε τους εαυτούς μας ως προς την αμαρτία με τη μετάνοια, και έτσι, αφού αποδώσομε μόνοι μας το χρέος στις αποφάσεις βάσει του νόμου, να ντυθούμε με την αρετή τον στο όνομα του Χριστού νέον άνθρωπο, και με αυτόν τον τρόπο να ελευθερωθούμε από το νόμο, ζώντας σύμφωνα με τον Χριστό που πρόσφερε τον εαυτό του λύτρο για χάρη μας. Αλλωστε, αν δεν απαγόρευε την αμαρτία η Καινή Διαθήκη, καλώς θα την υπολόγιζες θέλοντας να δικαιώ­σεις τον εαυτό σου εσύ που ενέχεσαι σε θανατηφόρα απόφαση, τώρα όμως όχι μόνο το τέλος της αμαρτίας απαγόρευσε, αλλά και αυτό που είναι πολύ ελαφρότερο απ’ αυτήν, τις πρώτες δηλαδή αρχές της αμαρτίας, και καταδικάζει σ’ αιώνιο θάνατο αυτούς που υπέπεσαν σ’ αυτές σα να διέπραξαν ολόκληρη την αμαρτία. Γιατί λέγει· «λέχθηκε στους παλαιούς, να μη φονεύσεις, και όποιος φονεύσει, θα είναι ένοχος κατά την κρίση. Εγώ όμως σας λέγω, ότι όποιος οργίζεται χωρίς λόγο εναντίον του αδελ­φού του, θα είναι ένοχος κατά την κρίση».
8. Βλέπεις; Την άδικη οργή έκρινε ίση με το φόνο, τοποθετώντας και τα δύο κάτω από όμοια καταδίκη. Όποιος όμως προ­χωρήσει μέχρι του σημείου, ώστε λοιδορώντας τον αδελφό του να τον αποκαλέσει μωρό, «θα είναι ένοχος», λέγει, «στη γέεννα του πυρός»· και πάλι· «ακούσατε ότι λέχθηκε, να μη μοιχεύσεις· εγώ όμως σας λέγω ότι, οποιοσδήποτε βλέπει γυναίκα με διάθε­ση να την επιθυμήσει, ήδη εμοίχευσε αυτήν μέσα στην καρδιά του». Βλέπεις; Και εδώ εξίσωσε την πορνεία με τη μοιχεία· γιατί δεν είναι κάθε γυναίκα συζευγμένη με άνδρα. Μάλλον ούτε την πορνεία, αλλ’ εκείνον που θέλησε να πορνεύσει, και μάλιστα που κίνησε το πάθος μόνο με το λογισμό και με την εμπαθή θέαση, τον ανεκήρυξε ολοκληρωμένο μοιχό· γιατί είναι κριτής σκέψεως και εννοιών της καρδιάς και γνωρίζει τον νου μέσα μας, τον οποίο κατασκεύασε οικειότατο προς τον εαυτό του, σαν κάποια νοητή σελήνη και έσχατο φως, δεκτική της νοερής ακτίνας του θείου και ανώτατου φωτός.
9. Εκείνοι λοιπόν που καθιστούν το δοχείο του θείου φωτός δοχείο αισχρής και πραγματικά σκοτεινής ηδονής και με την εμπαθή συγκατάθεση αποδεικνύουν τον θεόκτιστο ναό του Θε­ού διαμονή δαιμόνων και πραγματικό ειδωλείο, ποιά υπερβολή ατοπημάτων παρέλειψαν, ώστε να επονομασθούν από το αι­σχρότερο των αμαρτημάτων, τη μοιχεία; Αν είμαστε όλοι συζευμένοι μ’ ένα άνδρα, με τον μόνο νυμφίο Χριστό, όπως βροντοφω­νάζει ο Παύλος, και γίναμε μαζί του ένα πνεύμα, προσκολλημέ­νοι στη θεότητα εκείνου με το νοερό της ψυχής, και είμαστε μέλη του αόρατα συμφυτρωμένοι με αυτόν, αυτός που την ένωση αυ­τή την μίανε με τη συγκατάθεση της πορνείας, άραγε δεν σου φαίνεται ότι έχει καταντήσει να είναι και να καλείται ολοκληρω­μένος μοιχός, ή καλύτερα είναι και κάτι περισσότερο και πολύ χειρότερο από μοιχό, επειδή διέλυσε θεία απαθή συνύπαρξη με τον Θεό; Τί πάλι μας διέταξε για τους όρκους; δεν τον απαγό­ρευσε ως επιορκία και δεν τον είπε με σαφήνεια έργο του πονηρού;
10. Αλλά γιατί τα λέγω αυτά με λεπτομέρειες, ενώ είναι δυνατό να συμπεριλάβω το παν σ’ ένα λόγο; Γιατί λέγει· «αν δεν ξεπερά­σει η δικαιοσύνη σας τη δικαιοσύνη των Γραμματέων και Φαρισαίων» (δηλαδή των εκπληρωτών του παλαιού νόμου), «δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 20). Εμείς όμως, από τους οποίους ζητείται κάτι περισσότερο από εκείνους, με τα έργα μας δεν είμαστε ούτε σαν εκείνους ή λίγο κάτω από εκεί­νους, αλλά εμείς που έχομε διδαχθεί να εγκρατευόμαστε και από τους συζύγους (γιατί λέγει, «ο καιρός από τώρα και στο εξής είναι περιορισμένος, ώστε και όσοι έχουν γυναίκες, να είναι σαν να μη έχουν γιατί έρχεται και φεύγει το σχήμα του κόσμου αυτού»)· εμείς λοιπόν που ακούσαμε και πιστέψαμε αυτά, όχι μόνο δεν εγκρατευόμαστε από τις δικές μας συζύγους, αλλά και ποθούμε τις ξένες· εμείς που έχομε προσταχθεί να μη ορκιζόμα­στε ούτε σε τρίχα (γιατί λέγει, «να μη ορκισθείς ούτε στην κεφα­λή σου, γιατί δεν είσαι σε θέση να κατασκευάσεις μια τρίχα λευ­κή ή μαύρη»)· εμείς λοιπόν δεν φρίττομε που συχνά επικαλού­μαστε την ανώτατη κεφαλή του παντός, τον ίδιο τον Θεό και τα άγια του Θεού, αλλά τόσο πολύ, αλλοίμονο!, προχώρησε η φο­βερή τόλμη, ώστε και τα ίδια τα απόρρητα σύμβολα του σωτήρι­ου πάθους, το θείο αίμα του Θεού των θεών (Δευτ. 10, 17), που μια φορά στους αιώνες χύθηκε για χάρη της ζωής του κόσμου (αλλοίμονο! πώς δεν μας εγκαταλείπεις, ήλιε, όπως και τότε τους θεοκτόνους;), να τα τοποθετούμε επάνω σε χαρτί σαν μελάνι, επιβεβαι­ώνοντας τους όρκους, τους οποίους ο αληθινός Δεσπότης χαρα­κτήρισε όλους έργο του πονηρού, και έτσι, αλλοίμονο!, καθι­στούμε συνεργό του πονηρού αυτόν που κατέλυσε το κράτος εκείνου.
11. Αλλά ως προς το Θείο τέτοιοι είμαστε, τους συνανθρώπους μας όμως πώς τους μεταχειριζόμαστε; Όχι σχεδόν σαν αλλόφυ­λους και πολέμιους; Αλλοίμονο, τι να κάνω! Πώς να εκτραγωδήσω τη δημόσια και κοινή συμφορά; Σχεδόν σε τίποτε άλλο δεν ευδοκιμούμε, παρά στη φθορά ο ένας εναντίον του άλλου και στην κακομεταχείριση των κατωτέρων· σχεδόν όλος ο κόσμος έγινε, αλλοίμονο!, παρανάλωμα της μεταξύ μας μάχης, και αν για λίγο υποκριθούμε την φαινομενική αναμεταξύ μας ειρήνη, οι δυνάστες αυξάνομε περισσότερο την βία εναντίον των φτω­χών, επιβάλλοντας βαρύτερη φορολογία στους χειρωνακτικά εργαζόμενους. Ποιός στρατιώτης αρκείται τώρα στο μισθό του; Ποιός άρχοντας δεν καμαρώνει για τις αρπαγές; Οι σκυλοτρόφοι και οι χοιροβοσκοί, σαν άγριοι χοίροι και αιμοβόροι σκύλοι, διασπαράσσουν την περιουσία των απροστάτευτων. Γι’ αυτό κραυγάζουν εναντίον όλων σας οι φτωχοί, εναντίον των ηγετών, των έπειτα από αυτούς, των στρατιωτικών, των υπηρετών τους, μη υποφέροντας την ανηλεή και μισάνθρωπη συμπεριφορά των φορολόγων και την συνεχή βία και αδικία από όσους από σας είσθε δυνατώτεροι πάνω στη γη· ήδη έφθασε και μέχρι τους μο­ναχούς το ρεύμα της ξεχυνόμενης ορμητικά αδικίας.
12. Έπειτα θαυμάζομε πως μας εγκατέλειψε ο Θεός, πως γίναμε περίγελως των αντιθέτων, πως κατέστη ισχυρότερο από μας κάθε έθνος και κατατρέχει τη χώρα λεηλατώντας την αλύπητα· ενώ πρέπει να θαυμάζομε την υπερβολή της ανοχής του Θεού, πώς δεν έρριξε από τον ουρανό φωτιά εναντίον μας, όπως στην περί­πτωση του Κορέ και των γύρω από αυτόν, πώς δεν μας έστειλε στον άδη ζωντανούς, σχίζοντας για μας τη γη και ανοίγοντας χάσμα και βάραθρο, όπως στην περίπτωση του Δαθάν και Αβειρών και όλων των υπαρχόντων τους, πώς δεν μας παρέδωσε αμέσως σε πανωλεθρία, όπως πολλά έθνη πολλές φορές, που είχαν διαπράξει ανεπανόρθωτα πράγματα. Πραγματικά λίγα μαστιγώ­ματα δεχθήκαμε για τις όσες αμαρτίες διαπράξαμε.
13. Αρα λοιπόν, επειδή τιμωρεί με ευσπλαγχνία, οπωσδήποτε αναμένοντας την επιστροφή μας, τώρα λοιπόν και εμείς, νουθετούμενοι μετά το πάθημά μας, ας επιστρέψομε προς αυτόν και απορρίπτοντας τα έργα του σκότους όλοι ας γίνομε του φωτός· ας αγαπήσομε ο ένας τον άλλο και με τα έργα ας δείξομε την απαλλαγμένη από υποκρισία αγάπη μας, ώστε και η αγάπη του Θεού να παραμείνει σε μας δοξαζόμενη έμπρακτα απέναντι σε όλα τα έθνη που μας πολεμούν. Ας παύσομε να επιθυμεί ο κα­θένας τα του πλησίον, ώστε έτσι, απέχοντας από κάθε αδικία, να βρούμε βοηθό τη δικαιοσύνη του Θεού, που θα θέσει κάτω από τα πόδια μας τους ασεβείς και θα κάνει δικά μας τα κτήμα­τα εκείνων. Ας σταματήσομε τους φρικωδέστατους όρκους, με τους οποίους, ενώ νομίζομε ότι επιβεβαιώνομε τις πράξεις μας, αθετούμε τον θείο όρο, γι’ αυτό και συνεχώς αποτυγχάνομε, γιατί διώχνομε την από τον Θεό ασφάλειά μας. Ας μετατρέψο­με τον βίο προς το θεοφιλέστερο και σωφρονέστερο, ώστε ο πα­τέρας της αγνείας Θεός να μας αγαπά σαν παιδιά του και να μας φέρει επάνω από κάθε λέπρα και φθορά συμπράττοντας σε όλα με μας και πολεμώντας μαζί μας εκείνους που μας πολε­μούν. Ας ρυθμίσομε κάθε έργο και λόγο και διανόημά μας σύμ­φωνο προς τη θεία αρέσκεια, και αφού έτσι επιστρέψομε ως προς όλα καθαροί, ας πέσομε γονατιστοί και ας κλάψομε μπρο­στά στον Κύριο τον Θεό μας ζητώντας τη συγχώρηση των αμαρ­τημάτων μας.
14. Έτσι και αυτός, αφού επιστρέψει, θα μας καθαρίσει από κά­θε αμαρτία, και, αφού μας λευκάνει σαν το χιόνι και μας κατα­στήσει λαμπρότερους από το χρυσάφι, θα μας δοξάσει μαζί με τον εαυτό του στους ατελείωτους αιώνες. Μας έδειξε με πολλούς τρόπους τη φιλανθρωπία του, με την παραβολή του ασώτου, με τη συμπάθεια προς τον ταπεινωθέντα τελώνη, με τη φροντίδα προς το πλανημένο όπως εμείς πρόβατο. Μας έδειξε έμπρακτα το απερίγραπτο της συμπάθειας με τον ληστή που σταυρώθηκε και βασίλευσε μαζί του, με τον Μανασσή που έζησε παρανομώτατα ανάμεσα στους βασιλείς και έπειτα μετανόησε και έγινε δεκτός· με την ευσπλαγχνία που έδειξε στους Νινευίτες συγχωρώ­ντας πολλών ετών πλήθος αμαρτημάτων για τριήμερη μετά­νοια. Αυτός (πω, πω, τι απερίγραπτο μέγεθος αγαθότητας!), αφού έκλινε τους ουρανούς, κατέβηκε για μας και έκανε τον εαυτό του για μας κήρυκα της μετανοίας, δείχνοντάς μας με έργα και λόγια, πώς να την αποκτήσομε, και υποσχέθηκε σ’ αυ­τούς που αποφασίζουν να τον ακολουθήσουν με υπακοή όχι μόνο απαλλαγή από παντός είδους κακά, αλλά και την ουράνια και αιώνια βασιλεία του.
15. Αυτή τη βασιλεία είθε να επιτύχομε όλοι εμείς, αφού πράξομε έργα μετάνοιας, με τη χάρη αυτού του χορηγού της μετάνοιας Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
(Πηγή: Ε.Π.Ε., Γρηγορίου Παλαμά Έργα, τόμος 11)  tokandylaki.blogspot.gr

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Ι. ΝΑΟΣ ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

π. Θεοδωρος Ζήσης. Κυριακή Τυρινής.



Ἡ ἀνόητος καύχησις. Πρωτοπρ. Διονυσίου Τάτση Ἡ ἀνόητος καύχησις


Ἡ ἀνόητος καύχησις

 Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση 

Συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νά μιλοῦν γιά τόν ἑαυτό τους καί γιά ὅσα ἔχουν ἀποκτήσει. Βρίσκουν εὐχαρίστηση νά διηγοῦνται τά κατορθώματά τους καί τίς ἐπιτυχίες τους καί νά ἀποσποῦν τό θαυμασμό καί τόν ἔπαινο ὅλων ἐκείνων πού τούς προσέχουν καί τούς ἀκοῦν.
Ἡ καύχησή τους αὐτή δείχνει ὅτι δέν ἔχουν πνευματικότητα καί προπαντός δέν μποροῦν νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τά μάταια καί ἀνωφελῆ καί νά δοῦν τή ζωή διαφορετικά, κάτω ἀπό τό φῶς καί τήν ἐλπίδα τοῦ Εὐαγγελίου.
Πολλοί καυχῶνται χωρίς νά τούς προκαλέσει κάποιος. Θέλουν νά δείξουν ποιοί εἶναι, νά ἀποκαλύψουν τά χαρίσματά τους καί τόν πλοῦτο τους. Ἡ προσπάθειά τους δέν ἔχει ἴχνος ταπείνωσης. Μιλοῦν χωρίς νά κουράζονται καί γιά ἀσήμαντα ἀκόμα πράγματα.
Γιά παράδειγμα, ἐάν ἔχουν χτίσει καινούριο σπίτι, μιλοῦν γιά τήν πέτρα, πού ἔχουν χρησιμοποιήσει, γιά τά ἄλλα ὑλικά, γιά τό οἰκόπεδο, γιά τή θέα καί τίς ἀνέσεις, γιά τά πανάκριβα ἔπιπλα καί γενικά γιά τίς σπουδαῖες ἐπιλογές τους καί τά πολλά χρήματα, πού ξόδεψαν.
Καυχῶνται ἀκόμα γιά τήν τεχνολογία, πού ἔχει, ἀλλά καί γιά τό πολυτελές αὐτοκίνητό τους. Εἶναι «εὐτυχεῖς», γιατί τά ἔχουν ὅλα.
Μέχρι ἐκεῖ φτάνει τό μυαλό τους. Δέν ἀσχολοῦνται μέ τούς ἄλλους οὔτε εἶναι πρόθυμοι νά βοηθήσουν σέ κάτι πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν αὐλή τους.
Τούς ἄλλους τούς θέλουν ὡς θαυμαστές τους, γιά νά τούς ἐπαινοῦν καί νά τούς ἀποδέχονται ὡς ἐπιτυχημένους στή ζωή τους. Ἡ καύχηση σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι ἀνοησία καί πρέπει νά τήν καταπολεμεῖ ὁ χριστιανός.
Ἐδῶ πρέπει νά διευκρινίσω ὅτι δέν καυχᾶται μόνο ὁ πλούσιος καί χαρισματικός, ἀλλά καί ὁ φτωχός καί συνηθισμένος ἄνθρωπος. Παράδειγμα ἕνας κτηνοτρόφος μπορεῖ νά ἔχει μεγάλη ἰδέα γιά τά πρόβατά του, τίς ἀποδόσεις τους, τή μεγάλη φροντίδα, πού δείχνει σ᾽ αὐτά, ἀλλά καί γιά τήν γκλίτσα του, πού φιλοτέχνησε μέ τά ἴδια του τά χέρια καί δέν εἶναι εὔκολο νά τή μιμηθεῖ κάποιος ἄλλος.
Ἔχει ἰδέες, πού περιστρέφονται γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του καί εἶναι σχεδόν ἀδύνατο νά ταπεινωθεῖ. Γιά νά καταπολεμήσει κανείς τήν ἀνόητη καύχηση χρειάζεται πολλή δουλειά.
Πρέπει νά πεισθεῖ ὅτι τό νά μιλάει γιά τόν ἑαυτό του καί νά αὐτοπροβάλλεται δέν εἶναι κάτι σπουδαῖο οὔτε καί τό δέχονται εὐχαρίστως οἱ ἄλλοι. Κανένας δέν δέχεται τίς περιαυτολογίες τῶν συνανθρώπων τους καί ὅταν ἀκόμα ἀνταποκρίνονται στήν πραγματικότητα καί δέν εἶναι φανταστικές καί κατασκευασμένες.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, γιά νά πείσει τόν καυχηματία νά ἀποβάλει τή μεγάλη του ἀδυναμία καί νά δεῖ τή ματαιότητα τῆς καύχησης καί τήν ψυχοφθόρα ἐπίδρασή της, διατυπώνει μερικά ἐρωτήματα καί συμπεραίνει σχετικά. «Μέ τί καυχιέσαι; Μέ τόν χρυσό; Τοῦτο τόν ἴδιο τό χρυσό κρατοῦσε τό βουνό μέσα του καί δέν καυχόταν. Μέ τό ροῦχο; Τοῦτο τό ἴδιο τό μετάξι ἔφερε ὁ μεταξοσκώληκας μέσα του καί δέν καυχόταν. Μέ τήν ὑγεία; Ἀκόμα καλύτερη ὑγεία ἔχει ὁ λύκος στό βουνό, ὅμως δέν καυχιέται. Μέ τήν ὄρεξη; Ὁ μυρμηγκοφάγος μέ ὄρεξη τρώει τά μυρμήγκια ἕως θανάτου, ἀλλά τά μυρμήγκια ὕστερα τόν τρῶνε… Μέ τά ἄλογα; Πῶς μπορεῖς νά σκέφτεσαι μεγαλειωδῶς γιά τά ἄλογά σου, ὅταν αὐτά δέν σκέφτονται μεγαλειωδῶς οὔτε γιά τόν ἑαυτό τους, οὔτε γιά σένα;».
Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού ἐπαινεῖ μόνο τούς ἀδελφούς του, ἐνῶ τόν ἑαυτό του τόν θεωρεῖ ἀνάξιο καί καλλιεργεῖ σέ βάθος τήν ταπείνωση. Αὐτός εἶναι ἐπίγειος ἄγγελος.

Ἡρωισμός. Κυριακή τῆς Τυρινῆς. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας


Κυριακή τῆς Τυρινῆς
(Ματθ. στ΄ 14-21)

Ἡρωισμός
«Ἐάν αφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν...»

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἔχει μίαν ξεχωριστὴν σημασίαν. Μᾶς δίδει ἕνα σύνθημα σωτήριο. Μᾶς ἀνοίγει τὸν δρόμον διὰ τὴν ἁρμονικὴν συνεργασίαν τῶν ἀνθρώπων μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν. Μᾶς ὑποδεικνύει καὶ τὸ μέσον διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν συγγνώμην ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ διὰ τὰ καθημερινά μας λάθη. Εἶναι ἁπλοῦν καὶ σύντομον τὸ σύνθημα αὐτό. Εἶναι ὅμως καταπληκτικῆς δυνάμεως. Ἀξίζει νὰ τὸ μελετήσωμεν μὲ προσοχήν.

1.Λάθη καὶ συγκρούσεις.

Μέσα εἰς τήν κοινωνία ζοῦν διάφοροι ἄνθρωποι, μέ ποικιλίαν χαρακτήρων, μέ ἰδιαίτερα γνωρίσματα. Ὅλοι ἀγωνίζονται εἰς τὴν ζωήν. Ὅλοι προσπαθοῦν νὰ ἐξοικονομήσουν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των. Ὁ ἕνας κατευθύνεται πρὸς τὴν ἐπιστήμην. Ὁ ἄλλος πρὸς τὸ ἐμπόριον. Ὁ τρίτος πρὸς ἄλλην ἐργασίαν.
Φυσικὸν εἶναι, λοιπόν, στὸ δρόμο τῆς ζωῆς νὰ εὑρεθοῦν οἱ ἄνθρωποι κοντὰ-κοντά, γείτονες, συνεργάται, ἀντίθετοι, συναγωνιζόμενοι.
Ὁ καθένας πάλιν ἔχει τὸν χαρακτήρα του. Ἐσύ ἠμπορεῖ νὰ εἶσαι ἐκ φύσεως πρᾷος. Ὁ ἄλλος ὅμως δυνατὸν νὰ εἶναι ὀξύθυμος.
Θὰ πῇ μιὰ μέρα κάτι ὁ ἕνας. Θά κάμῃ τὴν ἄλλην κάτι ὁ ἄλλος. Ἄθρωποι εἴμεθα. Ἐλαττώματα ἔχομεν.
Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ πέσωμεν σὲ λάθη.
Πολλὲς φορὲς χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κακὴ διάθεσις, γίνεται τοῦτο ἤ ἐκεῖνο ποὺ πικραίνει τὸν γείτονα, τὸν γνωστόν, τὸν σύντροφον. Ἄλλοτε πάλιν διαδίδονται πράγματα, ποὺ δὲν ἔγιναν, ποὺ δὲν ἐλέχθησαν ἔτσι. Κάτι εἶπεν ὁ α, ἀλλοιῶς τὸ ἀντιλήφθη ὁ β, διαφορετικὰ τό ἔμαθεν ὁ δ.

Εἶναι ἐνδεχόμενον, βέβαια, νὰ μὴ ἔγινεν ἡ διάδοσις ἀπὸ κακὴ πρόθεσι. Πιθανὸν ὅμως νὰ εἶναι καὶ δάκτυλος κακῶν ἀνθρώπων, ποὺ θέλουν νὰ χωρίσουν φίλους, νὰ ἀνάψουν φωτιές, νὰ σωρεύσουν ἐρείπια.... Δὲν λείπουν, δυστυχῶς, καὶ τέτοια παραδείγματα. Ἔτσι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἔρχονται καὶ στὰ αὐτιὰ μας. Καὶ πικρανόμεθα. Καὶ ἐξειγειρόμεθα. Καὶ ταρασσόμεθα ἐσωτερικά. Καὶ διακόπτονται δεσμοί ἐτῶν. Καὶ ἀρχίζει ὁ διάβολος τὸ ἔργον τῆς φθορᾶς... Βέβαια ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις, ποὺ ὁ ἄλλος μᾶς κάμει συγκεκριμένον κακόν, ποὺ μᾶς συγκλονίζει, ποὺ μᾶς πληγώνει κατάβαθα. Εἶναι αἰ περιπτώσεις τῆς φανερῆς ἐχθρότητος, ποὺ ἔχουν ὡς ἐλατήριον τὴν κακίαν, τὴν μοχθηρίαν τοῦ ἄλλου..

2. Ἡ ἀντιμετώπισις.

Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς δυὸ τρόποι ἀντιμετωπίσεως ὑπάρχουν: α) «Ὀφθαλμὸς ἀντὶ ὀφθαλμοῦ...» Εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀνταποδόσεως. Μοῦ κάνει κακό; Θὰ σου τὸ πληρώσω μὲ τὸ ἴδιο νόμισμα. Θὰ σὲ κυνηγησω ἀμείλικτα. Θὰ σὲ χτυπήσω ὅπου μπορῶ. Μὲ ὅποιον τρόπον μπορῶ. Θὰ φθείρω τὴν ὑπόληψι τῆς οἰκογενείας σου.
Θὰ προσπαθήσω νὰ σὲ βλάψω εἰς τὴν ἐργασία σου. Θὰ χαίρω στὶς περιπτώσεις ἀτυχημάτων σου. Θὰ ἔχω διαρκῶς στὸ νοῦ μου πῶς νὰ βάζω φωτιὰ στὴν εὐτυχία σου. Χαρά μου θὰ εἶναι ἡ ἰδική σου συντριβή. Τρομερή ἡ ἐκδίκησις, ἀγαπητοί μου.
Καὶ αὐτὰ ποὺ ἐσημειώθηκαν, δυστυχῶς, συμβαίνουν πολὺ συχνὰ στὴν κοινωνία μας.  Καὶ γράφονται δράματα συγκλονιστικὰ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν τῶν αἰσθημάων. Καὶ τὸ σοβαρώτερον εἶναι, ὅτι πολλὲς φορὲς κάνομε κακὸ σὲ ἀνθρώπους, ποὺ δὲν φταῖνε, ποὺ δὲν μᾶς ἔκαναν κανένα κακό. Στηριζόμεθα σὲ διαδόσεις ψευδεῖς καὶ ἀρχίζομεν ἕνα ἀγῶνα ἄδικον, ἀδικαιολόγητον, ἀντιχριστιανικόν...
Καῖ πικραίνονται ψυχές.  Καὶ ἀνοίγονται πληγές. Καὶ δημιουργοῦνται ψυχικὰ χάσματα... Κρῖμα! Ἄς ποῦμε ὅτι ὅλα ὅσα λέγεις εἶναι ἀληθινά. Ἐσὺ ἆρά γε ποτέ σου δὲν ἡμάρτησες; Εἰς τὸν Θεὸν ποτέ σου δὲν ἐνεφανίσθης χρεώστης;
Καὶ πῶς θὰ ζητήσῃς αὔριον ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔλεος καὶ συγγνώμην, ὅταν σήμερα ἀρνῆσαι νὰ δώσῃς τὴν συγγνώμην εἰς τοὺς συναθρώπους σου; Δὲν ἄκουσες τὶ λέγει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιον; «Ἐὰν μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ΄ 15). Δὲν μᾶς τρομάζει αὐτὴ ἡ ἀπειλή;
Καὶ πῶς τότε τολμῶμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν κάθε ἡμέραν τὴν φράσιν: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὠς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν;» Δὲν ψευδόμεθα κατὰ τοῦ Θεοῦ;  Ἤ νομίζομεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀγνοεῖ τὰ πραγματικὰ μας αἰσθήματα; Θεὲ μου!  Γιατί εἴμεθα τόσον κακοί!

β) «....Ἐὰν ἀφῆτε...»
Ὅπως ὑπάρχει εὐτυχῶς,καὶ ἡ ἄλλη τακτική: Ἡ συγγνώμη.  Μοῦ ἔκαμες κακὸ εἶτε μὲ τὰ λόγια σου, εἶτε μὲ τὰς ἐνεργείας σου; Ἔστω. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ μοῦ τὸ ἔκαμνες. Ἔπρεπε καὶ σύ, ἀδελφέ, νὰ εἶσαι καλύτερος, προσεκτικώτερος.
Ἔπρεπε καὶ σύ νὰ ἔχῃς περισσοτέραν ἀγάπην στὴν καρδιά σου. Νὰ μὴ κρατᾷς  στὸ χέρι σου στιλέττο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἔγινε τώρα. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὴν ἰδίαν τακτικὴν μὲ σένα. Ἐγὼ θὰ σὲ συγχωρήσω. Ἐγὼ θὰ τὰ λησμονήσω ὅλα. Ἠμπορεῖ ἡ καρδιά μου νὰ πονῇ ἀκόμη ἀπὸ τὴν πληγήν, ποὺ τῆς ἐπροξένησεν ἡ ἄδικος καὶ κακὴ συμπεριφορά σου.
Ὅμως ὁ Θεὸς μοῦ λέγει ὅτι ἀπένταντι στὸ μῖσος, πρέπει νὰ προσφέρω ἀγάπην. Ἀπέναντι στὴ χολή, νεράκι δροσερό. «Ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου ψώμιζε αὐτὸν, ἐὰν διψᾷ πότιζε αὐτόν... Μὴ νικῷ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμ. ιβ΄, 20,21).
Ναί!  Θὰ νικήσω μὲ τὴν ἀγάπην, ὄχι μὲ τὸ μῖσος. «Μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες» (Ρωμ. ιβ΄17). Ὄχι, δὲν θὰ σου κάμω κακόν. Θὰ σὲ συγχωρήσω. Ὅπως συμεχώρησε ὁ Κύριος τοὺς σταυρωτάς του. Ὅπως συνεχώρησεν ὁ Στέφανος τοὺς δημίους του. Ὅπως συνεχώρησαν ὅλοι οἱ ἅγιοι τοὺς διώκτας των.
Ἔτσι θὰ διατηρῶ τὴν γαλήνην στὴν καρδιά μου Δὲν θὰ μὲ κατατρώγῃ ἡ κακία, ἡ ἐκδίκητικὴ διάθεσις.  Δὲν θὰ μὲ συνταράσσῃ καὶ στὸν ὕπνο μου ἡ ὁρμή μου νὰ ἀνταποδώσω μαχαιριὰ στὴ μαχαιριά σου. Ἐγώ, ἀδελφέ, θὰ κρατάω βαμβάκι· ὄχι στιλέττο... Βαμβάκι... Καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν τακτικήν μου αὐτὴν νὰ σὲ κερδίσω καλύτερα.
Δὲν μπορεῖ. Ἄν εἶσαι ἄνθρωπος καὶ μὲ ὁλίγην συνείδησιν, θὰ σὲ συγκινήσῃ ἡ ἀγάπη μου. Θὰ λυγίσῃς. Θὰ ἔλθῃς κοντά μου.  Νικημένος ἀπὸ τὴν ἀγάπην μου αὐτήν.... Ἔπειτα, ἀδελφέ, ἔχω καὶ ἐγὼ τὰ λάθη μου πρὸς τὸν Θεόν. Μόνον ἔτσι ἐλπίζω νὰ μοῦ συγχωρηθοῦν. Μόνον ἔτσι θὰ τολμήσω νὰ σηκώσω τὰ μάτια μου πρὸς τὸν οὐρανὸν νὰ πῶ ἱκετευτικά: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν....» . Ἔτσι, χριστιανοί μου, ὁμιλοῦν καὶ σκέπτονται οἱ πραγματικοὶ πιστοί.

3. Σάλπισμα! 

Σάλπισμα  εἶναι τὸ σημερινὸν Εὐαγγελικὸν ἀνάγνωσμα. Σάλπισμα εἰρήνης καὶ ὁμονοίας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος ζητεῖ νὰ δεικνύωμεν συγκατάβασιν καὶ συγχωρητικότητα, ὥστε νὰ ἀποφεύγωνται αἱ συγκρούσεις ἀναμεταξύ μας εἰς τὴν κοινωνίαν. Πολλαὶ ἀφορμαὶ δίδονται, διὰ νὰ δημιουργηθοῦν μεταξύ μας ἀντιπάθεσι. Διατί νὰ μαλώνωμεν, νὰ ζημιωνώμεθα, νὰ κρατᾶμε κακίαν, νὰ ἐκδικούμεθα, νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ χωριζώμεθα ψυχικά;
Πρέπει νὰ μάθωμεν νὰ συγχωροῦμε ὁ ἕνας  τὸν ἄλλον, ὅσον καὶ ἄν μᾶς ἔπταισε. Εἶναι δύσκολον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, ἀλλ’ εἶναι ὡραῖον ἔργον, ὑψηλόν καὶ θεῖον. Εἶναι πραγματικὸς ἡρωϊσμός.  Ἔτσι ὅμως μόνον θεμελιώνονται ἁρμονιακαὶ κοινωνίαι. Ἔτσι δημιουργοῦνται εὐτυχισμένοι πολῖται. Ὅταν σκορπᾶμε τὴν συγγνώμην γύρω μας. Σπάταλα.  Χωρὶς κρατούμενα.  Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.
Ἀγαπητοί,
Ὅταν ἔθρονίστηκε ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Ἀλέξιος Κομνηνός, ἐζήτησε νὰ τοὺ φέρουν τὸν κατάλογο τῶν αὐλικῶν, ποὺ εἶχαν ὑπηρετήσει ἐπὶ τοῦ προκατόχου του. Πλάϊ δὲ στὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ εἶχαν σταθῆ ἐχθροί του, ἐσημείωσεν ἕνα σταυρόν. Ὅταν αὐτοὶ τὸ ἔμαθαν, ἐφοβήθηκαν καὶ ἑτοιμάσθηκαν νὰ φύγουν σὲ ἄλλες χῶρες. Ἀλλ’ ὁ αὐτοκράτωρ τοὺς ἐκάλεσε καὶ τοὺς εἶπε: -Κάνετε λάθος. Ὁ σταυρός, ποὺ ἔβαλα δίπλα στὸ ὄνομα τοῦ καθενός σας, ἔχει τὸ ἴδιο νόημα ποὺ ἔχει καὶ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.  Σημαίνει ὅτι σᾶς συγχωρῶ.
Ἀδελφοί, Ἄς μάθωμεν νὰ συγχωροῦμεν. Εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἡρωϊσμός. Ἡ λαμπροτέρα νίκη στὴ ζωή μας.....


Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.232-237)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 
 
Άναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com

Οι Τέσσερες προϋποθέσεις της Μ. Σαρακοστής α) Η διπλή νηστεια β) η μετάνοια γ) η πνευματική προσευχή δ) η αγάπη πρός τον πλησίον. Κυριακή Τυρινής, π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου




Κυριακή Τυρινής 18.2.2007

Η περίοδος χριστιανοί μου της Μεγάλης Σαρακοστής, που αρχίζει από αύριο είναι περίοδος νηστείας σωματικής και πνευματικής.
Περίοδος αληθινής μετανοίας, περίοδος αδιαλείπτου προσευχής, περίοδος έμπρακτης αγάπης, συγχωρώντας τον πλησίον που μας πλήγωσε.
Η νηστεία στις ημέρες μας είναι αλήθεια ότι έγινε πολύ δύσκολη, οι περισσότεροι από μας έχουν πολλές σωματικές αδυναμίες όπως και πολλές αρρώστιες.
Η ατμόσφαιρά μας είναι μολυσμένη, το περιβάλλον βρώμικο, οι τροφές χαλασμένες και επικίνδυνες από τα αντιβιοτικά και τις μεταλλάξεις, τα λαχανικά και τα φρούτα όλα ποτισμένα από επικίνδυνα φυτοφάρμακα.
Έτσι καταναλώνοντας τοιούτου είδους τροφές και ζώντας σε αυτήν την ατμόσφαιρα, έπεσαν και εφθάρησαν οι σωματικές αντιστάσεις και δυνάμεις του ανθρώπου, και οι χριστιανοί μας δεν μπορούν να τηρήσουν με ακρίβεια την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όπως και τις άλλες νηστείες.

Όποιος όμως έχει καλή υγεία, και καλή σωματική δύναμη, αυτός επιβάλλεται να νηστέψει.
Νηστεύομε Τετάρτες και Παρασκευές, και ασφαλώς την παραμονή που πρόκειται να κοινωνήσομε, εκτός και πάλι αν έχομε σοβαρούς λόγους κλονισμένης υγείας, όπως συμβαίνει και με τους ετοιμοθανάτους.
Εκείνο που πολλές φορές έχουμε τονίσει, ότι όλοι μας μπορούμε να νηστέψουμε πνευματικά, και η πνευματική νηστεία είναι πολύτιμη για την πνευματική μας πρόοδο και τη σωτηρία της ψυχής μας.
Τη σωματική νηστεία πιθανόν να μη μπορούμε να την τηρήσομε με ακρίβεια, επειδή ο ένας έχει έλκος στομάχου, ο άλλος ζαχαροδιαβήτη, πολλοί κακοήθης όγκον εις το κεφάλι ή στο συκώτι ή κάπου αλλού, χαμηλό αιματοκρίτη, καρδιοπάθειες, πνευμονοπάθειες, και πολλές άλλες παθήσεις.
Μπορούμε όμως οπωσδήποτε το δεύτερο.
Και αν το δεύτερο δεν το κρατήσομε θα δώσουμε λόγο.
Γιατί όλοι μας μπορούμε.
Μπορούμε παραδείγματος χάρη να νηστεύει η γλώσσα μας, στο να μη κατακρίνει, να μη κουτσομπολεύει, να μη λέγει ψέματα, να μη χυδαιολογεί, να μη συκοφαντεί, να μην αναθεματίζει, να μη βλαστημά, και προπαντός να μην βρίζει τα Θεία.
Να μη διαβάλλει τον άλλον, και τόσα άλλα.
Να νηστεύουν κατόπιν τα μάτια μας, στο να μη κοιτάζουν πονηρά γύρω γύρω, και ιδιαιτέρως να μη βλέπουν πονηρά, αισχρά και βρώμικα θεάματα, ξέρετε εσείς που.
Να νηστεύουν όλες οι κακές και πονηρές επιθυμίες μας, και τέλος να νηστεύουν σκληρά οι σκέψεις μας, οι λογισμοί μας και η φαντασία.
Νηστεία στο θυμό και στα νεύρα.
Τελεία και παύλα σε κάθε διάθεση αρπακτικότητος.
Αν τηρήσουμε αυτού του είδους την πνευματική νηστεία, να είμεθα βέβαιοι ότι έχουμε πετύχει τον στοχον της νηστείας, που είναι ο θάνατος των παθών.
Είναι αυτό που έχουμε επανειλημμένως τονίσει, ότι νηστεία είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος. Σκοτώνει τα πάθη και όχι το σώμα.
Το τι νηστείες βέβαια διαβάζουμε στα γεροντικά, που κάνουν οι ασκητές, οι σκελιώτες, οι ερημίτες, αυτά δεν είναι για τα μέτρα μας.
Υπάρχουν όμως και μέσα στον κόσμο, κάποιες εξαιρέσεις, εδώ, στην εποχή μας, στα μέρη μας, στο λεκανοπέδιο της Αττικής, με καλή υγεία που κάνουν αυστηρή νηστεία, όπως Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή παξιμάδι και νερό, και το Σαββατοκύριακο λαδερό μόνο το μεσημέρι. Αυτοί βέβαια θα πάρουν μεγάλο μισθό, με τη βασική όμως προϋπόθεση ότι θα τηρούν και την πνευματική νηστεία, διότι χωρίς τη δεύτερη, αυτή την πνευματική, όσο και να νηστέψουμε, όχι μόνον με ξηροφαγία και αλάδωτα, και με ασιτία, όλες αυτές οι νηστείες θα γίνουν άχρηστες και κατακριτέες από τον Θεόν, εφόσον δε νηστεύουν εκείνα τα οποία είπαμε προηγουμένως.
Έτσι είμεθα ως Εκκλησία, επιεικείς στη σωματική νηστεία, αυστηροί όμως, στην νηστεία των αισθήσεων, της γλώσσης και των λογισμών, διότι αν δεν αναφέρουν αυτού του είδους την κατάλυση, την βλέπει ο Θεός και είναι κατάλυση ως αμαρτία, και θα δώσουμε λόγο γι’ αυτήν.
Τη νηστεία όμως τη συνοδεύει πάντοτε η προσευχή. Νηστεία και προσευχή βγάζει δαιμόνια.
Νηστεία και προσευχή βγάζει πάθη. Νηστεία και προσευχή μετακινεί όρη.

Θα βάλουμε όμως εμείς δεύτερη τη μετάνοια, Τρίτη την προσευχή και Τετάρτη την αγάπη.
Πάντοτε χριστιανοί μου, μου έκανε ιδιαιτέρα εντύπωση η μετάνοια του Πέτρου, ο οποίος αφού αρνήθηκε τον Χριστόν τρείς φορές, με αναθεματισμούς και όρκους κατέληγε στο «ουκ οίδα τον άνθρωπον».
Με το λάλημα όμως του πετεινού, και ενθυμούμενος τα λόγια του Κυρίου, ότι «πρίν αλέκτορα φωνήσαι, τρις απαρνήσει με», ευθύς αμέσως εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.
Αυτό το «έκλαυσε πικρώς», πάντοτε με επροβλημάτιζε, και εξακολουθεί να με βάζει σε σκέψεις.
Είτε πρόκειται για την προσωπική μου μετάνοια ως πατρός Στεφάνου, είτε πρόκειται για την μετάνοια όλων εκείνων των χριστιανών που εξομολογούνται στο πετραχήλι μου, αναρωτιέμαι αν με πόνο οδύνη και συντριβή, έχομε κλαύσει πικρώς και μείς για τις αμαρτίες μας, όπως ο Πέτρος.
Έχομε άραγε συναίσθηση το τι είναι αμαρτία;
Έχομε γνώση για την αληθινή φύση της αμαρτίας, για τον όλεθρο που προκαλεί μέσα στον άνθρωπο; Θα ’λεγα μάλλον όχι.
Οι περισσότεροι από μας που εξομολογούνται, τι έχουν εξομολογηθεί σ’ αυτά τα σαράντα χρόνια πού είμαι πνευματικός;
Στέκονται στο επίπεδο μιας φθηνής ηθικολογίας, ή σε μια ξηρή απαρίθμηση μερικών αμαρτημάτων χωρίς δάκρυα. Είπα ψέματα, έβρισα, θύμωσα, κοίταξα πονηρά στο δρόμο, είδα άσχημα θεάματα στην τηλεόραση, έχω νεύρα πολλά, ξεσπάω στα παιδιά μου, δεν μπορώ να συνεννοηθώ με τον άνδρα μου, δεν με καταλαβαίνει η γυναίκα μου, και ένα σωρό άλλα…Έχομε στο σπίτι μας αρρώστιες, βάσανα πολλά, πώ πώ πώ… τώρα τελευταία τίποτα δεν μας πάει καλά.
Ρωτήσαμε όμως τον εαυτό μας ποιος φταίει;
Αναρωτηθήκαμε μήπως φταίει ο δικός μας εγωισμός, μήπως οι δικές μας αδυναμίες και τα δικά μας πάθη είναι η βασική τραγωδία όλων αυτών των κακών που μας βρήκαν;
Είμεθα όλοι μας αμαρτωλοί και πρώτος εγώ.
Αυτό το έχομε συνειδητοποιήσει;
Όταν κάνομε τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μας, γρήγορα βρίσκομε λάθη και παραλείψεις, και έτσι σιγά σιγά καλλιεργείται η μετάνοια.
Και μαζί με τη μετάνοια έρχεται η συντριβή και η ταπείνωση.
Και από δω αρχίζει και η διόρθωσις.
Και η ζωή μας μπαίνει σε ένα καινούργιο δρόμο, στον δρόμο που χάραξε ο Θεός με την ενανθρώπισή Του στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Για τη μετάνοια που είναι τρόπος χριστιανικής ζωής, και την αποστροφή προς την αμαρτία, έχομε κάνει πάρα πολλές φορές λόγο, στα κηρύγματά μας εδώ και εικοσιπέντε χρόνια.

Και τώρα ας έρθουμε στο τρίτο στοιχείο της Μεγάλης Σαρακοστής που είναι η προσευχή.
Όλοι εμείς σήμερα αυτή τη στιγμή, βρισκόμαστε ως προσευχόμενοι μέσα στο Ναό, εμείς οι ιερείς ως λειτουργοί του Υψίστου και σεις όλοι ως λαός του Θεού.
Βρισκόμαστε λοιπόν μέσα σ’ αυτόν τον Ιερό Ναό της Αγίας Βαρβάρας.
Ο Ναός όμως ολόκληρος αυτός, με μας και σας, βρίσκεται μέσα μας;
Αισθανόμεθα εμείς ότι είμαστε ναός του Θεού, είτε κοινωνήσαμε των Αχράντων μυστηρίων είτε όχι; «Ουκ οίδατε ότι ναός του εστέ», ερωτάει ο Απόστολος Παύλος, «δεν το ξέρετε ότι είστε Ναός του Θεού», ή το άλλο που λέει ότι «τα σώματα ημών, Ναός του Παναγίου Πνεύματος εστίν».
Μπήκαμε στο Ναό και δια των ιεροψαλτών και των ιερέων, συμμετείχαμε, όπως βέβαια ασφαλώς και συμμετέχουμε, στους ύμνους και στις ωδές τις πνευματικές, στον όρθρο και στη Θεία Λειτουργία, πάντοτε όμως ως προσευχόμενοι.
Αυτή η προσευχή μας, ήταν προσευχή της καρδιάς;
Έχουμε μέσα μας την προσευχή του Ιησού;
Και πιο απλά. Ήρθαμε στην εκκλησία, ακούσαμε τους ύμνους των ιεροψαλτών και είδαμε τα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας.
Έτσι λειτούργησαν η γλώσσα μας που σιγοέψαλε, οι αισθήσεις μας, και ο νους μας. Και πιο απλά. Με τα μάτια μας είδαμε τα τελούμενα, με τα αυτιά μας ακούσαμε τις ψαλμωδίες, και τις εκφωνήσεις και αιτήσεις και επικλήσεις του ιερέως.
Με τη μύτη μας, την όσφρησή μας, μυρίσαμε την ευωδία του θυμιάματος, ή κάτι άλλο που μας έδωσε ο Θεός.
Με τη γεύση αισθανθήκαμε τη Θεία Κοινωνία και σε λίγο το αντίδωρο.
Και με την αφή ασπασθήκαμε τις άγιες εικόνες, και το χέρι του ιερέως.
Πιάσαμε και τα κεράκια, κάναμε και το Σταυρό.
Ο νους μας όμως, το μυαλό, πού ήταν; Μέσα στο ναό ή έξω απ’ αυτόν;
Προσηύχετο ο νους μας ή όχι;
Από την απάντηση που θα δώσουμε στον εαυτόν μας, θα καταλάβουμε αν και ψυχικά ήμασταν μέσα στον ναό. Γιατί σωματικά οπωσδήποτε ήμασταν. Ψυχικά όμως ήμασταν;
Αν νοιώθουμε βαθειά μέσα μας, ότι ήμασταν και ψυχικά παρόντες, μέσα στην εκκλησία, αυτό φανερώνει ότι κάναμε αληθινή προσευχή στον Χριστό και Σωτήρα μας.
Προσευχή με αιτήματα, προσευχή δοξολογίας, προσευχή ευχαριστίας, ή ακόμα και προσευχή στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Και πάλι το ίδιο ερώτημα.
Όλος αυτός ο ναός, ο δικός μας ναός, μαζί με τον επουράνιον ναό της Βασιλείας του Θεού, σήμερα που όλοι μας εκκλησιαστήκαμε, αυτός ο ναός, με τον άλλον ναό, ως ένας ναός, μία εκκλησία, ένας Ποιμήν, ήταν μέσα μας;
Και βεβαίως ήταν και είναι, όσοι κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων.
Και βεβαίως ήταν και είναι γιατί όλοι μας, είτε κοινωνήσαμε είτε όχι πήραμε την Χάριν και την ευλογίαν του Ιησού Χριστού, εφόσον εκκλησιαστήκαμε.
Και όπου ο Χριστός εκεί και η Βασιλεία Του, όπου ο Χριστός εκεί και το ουράνιο θυσιαστήριο. Όπου ο Χριστός εκεί και ο θρόνος της Θείας Δόξης Του. Όπου ο Χριστός εκεί και ο ουράνιος ναός της Άνω Ιερουσαλήμ, του Αγίου Θεού. Όπου ο Χριστός εκεί και η Παναγία Μητέρα Του, η Υπεραγία Θεοτόκος, η πάντων Προστασία των χριστιανών. Όπου ο Χριστός εκεί και οι ουράνιες Δυνάμεις των Αγγέλων και των Αρχαγγέλων, των Χερουβείμ και των Σεραφείμ. Όπου ο Χριστός εκεί και η χορεία όλων των Αγίων, Αποστόλων, Ιεραρχών, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ομολογητών και Οσίων. Όπου ο Χριστός και εκεί το ουράνιο λαμπρό πανηγύρι της θείας ευφροσύνης.

Ναι χριστιανοί μου, όλα αυτά είναι μία ζωντανή και βιώσιμη πραγματικότητα και χαρά ανέκφραστη για όσες ψυχές έζησαν αυτήν την πραγματικότητα. Όλος ο Χριστός, όλος ο ναός μαζί με τους ιερείς και τους χριστιανούς που είναι γύρω μας και γύρω σας υπήρξαν μέσα μας ως μία ενιαία αδιαίρετη ενότητα με την ψυχή μας;
Λογική λατρεία και συμμετοχή είχαμε, πνευματική όμως είχαμε; Νοιώσαμε την καρδιά μας να μεταβάλλεται πότε σε ψάλτη και πότε σε παπά χωρίς τη συμμετοχή του μυαλού μας; Αν ναι, τότε όντως ο ναός και ο εδώ και ο επάνω εισήλθε μέσα μας.
Ναι ο Χριστός έκαμε, μετέβαλλε την καρδιά μας σε ναόν Του, όπου μέσα σ’ αυτόν ψάλλει το Άγιον Πνεύμα και κράζει «Αβά ο Πατήρ». Το Άγιον Πνεύμα μεταβάλλει την καρδιά μας σε ψάλτη και παπά. Και τότε η προσευχή μας είναι ουράνια και τότε όλος ο ναός και αυτός και πάνω χωράνε μέσα μας. Όλος ο ναός και όλος ο κόσμος και όλη η κτίσις ορατή και αόρατη και αυτός και πάνω χωράνε μέσα μας και όλος ο ουρανός μαζί με τον Χριστό και όλη η θριαμβεύουσα εκκλησία, και όλη η Δόξα του Θεού και όλο το φως το άυλον, το ειρηνόδωρον, το παμφαηνόν, το άκτιστον, όλο το φώς του Θεού ήρθε μέσα μας.
Και έτσι εποίησε την καρδιά μας φώς, φώς και η ψυχή μας, φώς ο νους μας, φώς οι αισθήσεις μας, φώς και το σώμα μας, ως ναός του Θεού. «Φώς Χριστού που φαίνει πάσι» θα διακηρύσσουμε στις προηγιασμένες Λειτουργίες.
Άλλωστε «υμείς εστέ το φώς του κόσμου», σεις είστε το φώς του κόσμου. Και «ούτω λαμψάτω το φώς ημών έμπροσθεν των ανθρώπων», το δικό σας φως, που έχετε μέσα στην καρδιά σας, στο νου σας σε όλο σας το είναι, αυτός φωτίζει και ολόκληρο τον κόσμο και βρίσκεται ως φως έμπροσθεν των ανθρώπων.

Να πως μπορούμε να ζήσουμε και αυτό που ακούμε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, για τη νοερά λεγομένη, νοερά προσευχή.
Και όταν αυτά όλα πραγματοποιηθούν, τότε έρχεται η αγάπη, το πλήρωμα όλων των αρετών. Διότι πως μπορούμε να βιώσουμε όλα τούτα που είπαμε και το ανέκφραστο και ουράνιο μεγαλείο της Θείας Παρουσίας, αν μέσα μας δεν χωράει ούτε ένας άνθρωπος, με τον οποίο έχουμε διαφορές, πίκρα, έχθρα και μίσος;
Σε κανένα άλλο ναό, όπου και αν εκκλησιαστούμε, δεν θα βρούμε ανάπαυση και ειρήνη, αν βασιλεύει η κακία προς τον πλησίον μας.
Και πολύ περισσότερο δεν θα καταλάβουμε ποτέ μα ποτέ το πώς η καρδιά μας μεταβάλλεται και γίνεται πραγματικός θρόνος του Αγίου Θεού.

Χριστιανοί μου,
πρώτον με την πνευματική νηστεία που είναι υποχρεωτική, και την σωματική, αυτό ανάλογα με την υγεία και τις δυνάμεις που έχουμε,
δεύτερον, με την καλλιέργεια της αληθινής μετανοίας που γεννά το ταπεινό φρόνημα, τη συντριβή και τα δάκρυα,
τρίτον με την ενεργουμένη αγάπη προς τον Θεόν, εξ’ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας, και προς τον πλησίον μας που είναι εχθρός και μισητός για μας,
χωρίς αυτές τις τρεις προϋποθέσεις, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να βιώσουμε τη Θεία Μεταβολή και μετάπλαση που τελείται μέσα μας, διότι ο Θεός είναι αυτός που τον επίγειον ναόν με την Αγία Τράπεζα, το Ιερόν Ευαγγέλιον, το Άγιον Δισκοπότηρον και τον πιστόν λαόν του Θεού, καθιστά τις καρδιές μας και ουράνιο ναό.

Ναι αδελφοί μου συναμαρτωλοί,
η καρδιά μας, η ψυχή μας, ο νους μας και το σώμα μας, όλος ο άνθρωπος κατέστη πλέον ουράνιος βασιλεία, ναός και κατοικία του Θεού.
Ναι χριστιανοί μου, η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.
Εύχομαι ταπεινά, αυτήν την Αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή, που αρχίζει από αύριο, τη Σαρακοστή του δύο χιλιάδες επτά, που αρχίζει από αύριο, όλα όσα είπαμε είθε να γίνουν κτήμα, αναπνοή, οξυγόνο, και ζωή στη ζωή μας,

Αμήν.