Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Νά γονατίζουμε καί νά προσευχόμαστε μέ πολλή ταπείνωση.


elder ephraim 2


 …Να γονατίζουμε και να προσευχόμαστε με πολλή ταπείνωση. Σε κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, της δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αυτό το βλέπουμε στην πόρνη του Ευαγγελίου κατά τη Μεγάλη Τρίτη. Πού ήξερε αυτή, μια γυναίκα του δρόμου να κάνει προσευχή;
Αφ’ης στιγμής, όμως, αποφάσισε να μετανοήσει και άρχισε να κλίνει προς το φως και προς την αλήθεια, της δόθηκε πνεύμα προσευχής.
Πόσο ωραία είναι τα λόγια της μπροστά στο Σωτήρα! Εξέφρασε με όλη την καρδιά την μετάνοιά της (…). Είδε ότι μόνο ο Ιησούς, ο Χριστός, είναι αυτός που θα της δώσει το φως, την ανακούφιση, την χαρά και την άφεση των πολλών της εγκλημάτων…
(απόσπασμα απ’το βιβλίο του γερ.Εφραίμ Φιλοθεΐτη, “Η τέχνη της σωτηρίας”, εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου)
Πηγή: elderephraimarizona.blogspot.ca

π.Διονύσιος Ταμπάκης, Κοιμητήρια ἤ ξυπνητήρια;


ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ Ή  ΞΥΠΝΗΤΗΡΙΑ;
 
ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΕΣ, ΟΝΟΜΑΖΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ  όσους έχουν φύγει από αυτήν την ζωή, επαναλαμβάνοντας τον χαρακτηρισμό  του Κυρίου για τον πεθαμένο Λάζαρο «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται· αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν» (Ιωάν.  ια΄, 11)
Γι' αυτό και τα Νεκροταφεία ορθώς ονομάζονται Κοιμητήρια, αφού οι νεκροί ουσιαστικά βρίσκονται σε μία αναμονή,σαν  σε ύπνο, (με μία  ανθρωποπαθή παρομοίωση), περιμένοντας την ανάσταση των σωμάτων τους κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού μας.
Όμως διαβάζοντας τα χαριτωμένα λόγια του Οσίου Ιωσήφ του  Ησυχαστού, μήπως πρέπει να ονομάζουμε ουσιαστικά τους εαυτούς μας ως κοιμηθέντες και τους νεκρούς εν Χριστώ (Αποκ. 14,13) ως ξυπνηθέντες; Ενώ τα κοιμητήρια ως Ξυπνητήρια;
Γράφει λοιπόν ο όσιος Ιωσήφ:
«Και μόλις κλείσουν οι αισθητοί αυτοί οφθαλμοί, θα ανοίξουν οι νοεροί  της ψυχής, και ως από ύπνου θα ξυπνήσωμεν εις την άλλην ζωήν.
Τότε θα ιδείς γονείς, αδελφούς, συγγενείς. Τότε θα ιδείς Αγγέλους,Αγίους και την μακαρίαν των  Πάντων Μητέρα, αγνήν Παρθένον και Θεοτόκον, την οποίαν όλοι φωνάζομεν εις κάθε στιγμήν και μετά Θεόν εις Αυτήν χρεωστούμεν τα πάντα.»
(ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ σελ.245 εκδ.Ι.Μ.Φιλοθέου 2006)
Κοιμηθέντες λοιπόν  ή Ξυπνηθέντες ;

π.Διονύσιος Ταμπάκης
http://thriskeftika.blogspot.gr/2015/05/blog-post_59.html#more
You might also like:

Γέροντας Ἐφραίμ Ἀριζόνας: «Φαρδύς δρόμος ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στήν κόλαση»



Οι εντολές του Θεού δεν είναι βαριές, είναι πολύ ελαφριές, ανακουφίζουν, δροσίζουν και δημιουργούν και φτιάχνουν μακαριότητα στην ψυχή του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο Χριστός μας δεν ζήτησε πολλά πράγματα. Και στη Δευτέρα Παρουσία δεν θα πει «γιατί δεν ασκητεύσατε …». Όχι. Θα πει «γιατί δεν ελεήσατε, γιατί δεν θρέψατε, γιατί δεν ντύσατε, γιατί δεν ανακουφίσατε το φυλακισμένο».
Τι είναι αυτά; Έργα αγάπης. Γι’ αυτό είπε ο Χριστός «Ποιος είναι αυτός που με αγαπάει; Αυτός που τηρεί τις εντολές μου. Εκείνος που δε με αγαπάει δεν τηρεί τις εντολές μου». Με τον έλεγχο που έκανε στους εξ αριστερών, ήθελε να τους πει, ότι «εσείς δεν είχατε αγάπη και εφόσον δεν είχατε αγάπη, δεν μπορείτε να μπείτε στο νυμφώνα της αγάπης». Ο νυμφώνας της αγάπης κερδίζεται μόνο με την αγάπη και τη θυσία. Γι’ αυτό θα πρέπει, με την αγάπη και την ταπείνωση, να περάσουμε στη Βασιλεία των Ουρανών.

Στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν. Ο φαρδύς δρόμος οδηγεί τους ανθρώπους στην κόλαση. Ποιος είναι ο φαρδύς δρόμος; Η ξένοιαστη κοσμική ζωή, και όταν περνούν οι μέρες μας άδειες …
Δεν πρέπει να μας πλανά ο διάβολος· και να προσπαθήσουμε, κατά το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, να καθαρίσουμε το έσωθεν του ποτηρίου που είναι η ψυχή μας, η καρδιά μας, ο νους μας. Αν το μέσα του ποτηρίου, λέει, το κάνεις, άνθρωπε, καθαρό και το έξωθεν θα είναι καθαρό. Υποκριτά, μην κάνεις το έξω, και το μέσα το αφήνεις ακάθαρτο. Στα μάτια του Θεού είναι όλα φανερά. Τους ανθρώπους θα τους ξεγελάσουμε, θα δείξουμε άλλο πρόσωπο, αλλά τα μέσα μας είναι γνωστά στο Θεό. Να φροντίσουμε μέσα μας να τακτοποιηθούμε, ν’ αλλάξουμε. Το χρόνο που μας έδωσε ο Θεός να τον γεμίσουμε με καλά έργα, με καλές σκέψεις, με αγνά αισθήματα.
Να μην καθόμαστε και ασχολούμαστε με αργολογίες, να μην ασχολούμαστε με συζητήσεις άκαιρες και βλαβερές. Ν’ απαλλάξουμε τη γλώσσα μας από το να κρίνουμε τους ανθρώπους, τον αδελφό μας, τον πλησίον μας. Όχι, όχι μην το κάνουμε αυτό. Να κρίνουμε τον εαυτό μας, να καταδικάσουμε τον εαυτό μας. Αν τον καταδικάσουμε, θα τον απαλλάξουμε της καταδίκης του Θεού. Αν καταδικάσουμε, θα καταδικαστούμε κι αν κρίνουμε, θα κριθούμε, και με όποια μεζούρα μετρήσουμε θα μας μετρήσει ο Θεός.
Η κάθε στιγμή που περνάει δεν ξαναγυρνάει. Ο διάβολος μάς κερδίζει χρόνο, μάς απασχολεί με πράγματα γήινα και πρόσκαιρα προκειμένου να μας κερδίσει το χρόνο να μην τον έχουμε, ώστε να μην προσφέρουμε περισσότερα στο Θεό και στην ψυχή μας. Ας προσέξουμε όσο μπορούμε να είμαστε εν εγρηγόρσει, να γρηγορούμε στο μυαλό, στην καρδιά, να μην αφήνουμε σκέψεις, να μην αφήνουμε την καρδιά μας να μολύνεται. […] Πόσες φορές αν θα ελέγξουμε τη συνείδησή μας, θα δούμε ότι δεν προσέχουμε. Επομένως δημιουργούμε σκάνδαλο. Αυτές τις αμαρτίες δεν τις γνωρίζουμε. Να τις εξαγορευθούμε και να σβήσουν.
Γι’ αυτό θα τα προσέχουμε όλα αυτά τα πράγματα, για να είμαστε έτοιμοι. Ο θάνατος είναι φοβερός, δεν είναι παιχνίδι. Εάν κανείς από μας έχει γνωρίσει λίγο περί θανάτου, αν κινδύνεψε από ασθένεια, είδε πόσο φοβερό είναι. Βλέπετε πώς δακρύζει ο άνθρωπος ή και κλαίει και τρέχουν τα μάτια του κατά την ώρα την επιθανάτια; Γιατί κλαίει; Γιατί βλέπει ότι έρχονται οι ενάντιες δυνάμεις, έρχονται τα δαιμόνια ν’ αρπάξουν την ψυχή. Κι η ψυχή τρέμει σαν το φθινοπωρινό φύλλο στον ελάχιστο άνεμο.
Λέει το τροπάριο της νεκρώσιμης ακολουθίας: «οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζομένη του σώματος, πόσα δάκρυα τότε; Προς τους αγγέλους τα όμματα τρέπουσα άπρακτα καθικετεύει, προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα ουκ έχει τον βοηθούντα». Λέει, στρέφει τα μάτια στους αγγέλους δεν παίρνει τίποτα. Γιατί οι άγγελοι λένε «κατά τα έργα σου αλληλούια». Θα σε βοηθήσουμε, αλλά έπρεπε να βοηθήσεις κι εσύ με τα έργα σου. Σηκώνει τα χέρια προς τους ανθρώπους, βοηθήστε με. Κι εκείνοι λένε: τι να σε βοηθήσουμε, τον εαυτό μας δεν μπορούμε να βοηθήσουμε, εσένα θα βοηθήσουμε; Και τότε βάζει μυαλό ο κάθε άνθρωπος. Τι μπορεί όμως να κάνει εκείνη την ώρα, αφού ξεψυχάει;
Αυτή τη μελέτη, αυτή την αλήθεια, αυτή την πραγματικότητα την οποία βλέπουμε να την ζει κάθε δικός μας άνθρωπος που φεύγει από τη ζωή, γιατί δε μας γίνεται μάθημα να τακτοποιήσουμε τον εαυτό μας τώρα, ώστε όταν έρθει αυτή η περίπτωση, η ώρα, να είμαστε έτοιμοι; Ναι μεν θα πικραθούμε, ο θάνατος είναι από φύσεως σκληρός και πικρός, αλλά όταν η συνείδηση δεν μας καταμαρτυρεί, βάλσαμο έρχεται στην ψυχή. Η ψυχή ελπίζει, της γίνεται μια αίσθηση ότι κάτι θα γίνει. Γι’ αυτό λοιπόν, πριν έρθει αυτή η φοβερή ώρα, πριν έρθει αυτή η πρώτη κρίση της ψυχής από τη μεγάλη κρίση της Δευτέρας Παρουσίας, ας ετοιμαστούμε, ας προσέξουμε, ας βιαστούμε τώρα, όχι αύριο και μεθαύριο. Από σήμερα, απ’ αυτή τη στιγμή, μέσα στην ψυχή μας μετάνοια κι επιστροφή στο Θεό. Κι όταν ο Θεός δει αυτή την καλή διάθεση από μέρους μας, θα μας βοηθήσει. Και αυτή τη μικρή διάθεση θα την κάνει μεγάλη, ώστε να επιτελεστεί αυτή η μεγάλη σωτηρία των ψυχών μας.
Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

Τό χειρότερο στόν ἄνθρωπο ἡ ψυχική του κατάπτωση. Φάρμακο ἡ ἐλπίδα στόν Θεό. Ὁ 6ος Ψαλμός. (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία)



         ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 14 Ἰουνίου 2015
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΨΑΛΤΗΡΙΟΥ
 
Ὁ 6ος Ψαλμός
 
ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Η ΨΥΧΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ. ΦΑΡΜΑΚΟ Η ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ
 
Θά σᾶς ἑρμηνεύσω, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, σήμερα τόν 6ο ψαλμό καί παρακαλῶ πολύ νά προσέξετε τήν ἑρμηνεία του.
Στόν ψαλμό μας ἔχουμε ἕναν πιστό στόν Θεό ἄνθρωπο πού κλαίει καί ὀδυνᾶται δυνατά. Μάλιστα λέγει ὅτι κοπίασε ἀναστενάζοντας καί κάθε νύκτα λούζει τό κρεββάτι του μέ τά δάκρυά του (στίχ. 7). 
Ὅπως φαίνεται, ὁ ποιητής τοῦ ψαλμοῦ ὑποφέρει ἀπό βαρειά ἀρρώστια, ἡ ὁποία τόν κτύπησε μέχρι τά κόκκαλά του, γι᾽ αὐτό καί λέγει: «Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· ἴασαί με, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου» (στίχ. 3). Δηλαδή, γνωρίζει ὅτι ἄν γίνει καλά, αὐτό θά εἶναι ἀπό τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί Τοῦ λέει «ἐλέησόν με». Ὁ ποιητής μας γνωρίζει τήν παλαιά ἀντίληψη ὅτι οἱ ἀσθένειες προέρχονται ἀπό τίς ἁμαρτίες (βλ. Ψαλμ. 37), ἀλλά παρακαλεῖ τόν Θεό νά τοῦ φανεῖ εὐσπλαγχνικός καί ἐλεήμονας καί νά τοῦ συντάμει τόν χρόνο τῆς τιμωρίας. Γι᾽ αὐτό καί λέγει στήν προσευχή του πρός Αὐτόν νά μήν τόν παιδεύσει μέ θυμό καί ὀργή («Κύριε, μή τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδέ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με», στίχ. 2), ἀλλά νά τόν παιδεύσει «πατρικά» καί ὄχι «δικαστικά», ὅπως ἑρμηνεύει ὁ  Θεοδώρητος.
2. Τό μεγαλύτερο ὅμως κακό γιά τόν ποιητή μας εἶναι ὅτι δέν ἔχει καταβληθεῖ μόνο τό σῶμα του, ἀλλά ἔχει καταπέσει καί τό ἠθικό του. Ἡ ψυχή του εἶναι σέ μεγάλη ταραχή, σέ μεγάλο φόβο, ὅπως λέγει τό Ἑβραϊκό κείμενο. «Ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα», λέγει ὁ ψαλμωδός μας (στίχ. 4). Αὐτό εἶναι τό πιό ἐπικίνδυνο, γιατί ὅταν καταπέσει τό κουράγιο τοῦ ἀνθρώπου, τότε αὐτός δέν ἔχει τήν δύναμη νά ἀντισταθεῖ στόν πόνο καί τίς δυσκολίες του καί ἀπελπίζεται. Ἔτσι καί τόν ποιητή μας τόν βλέπουμε νά καταπέφτει καί νά ἀποκάμνει καί στρεφόμενος στόν Θεό νά Τοῦ λέγει: «Μέχρι πότε, Θεέ;». «Καί σύ, Κύριε, ἕως πότε;» (στίχ. 4), λέγει. Ὁ λόγος ὅμως αὐτός τοῦ βασανισμένου ποιητῆ μας κρύβει βαθειά στήν ψυχή του κάποια ἐλπίδα, ὅτι ὁ Θεός θά τόν βοηθήσει.
Τήν ἀπελπιστική κατάσταση στήν ψυχή τοῦ ψαλμωδοῦ μας τήν δημιούργησαν περισσότερο οἱ χαιρέκακοι ἐχθροί του, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν τόν θάνατό του. Αὐτοί, ὅπως φαίνεται καί ἀπό ἄλλους ψαλμούς, θά ἐνέπαιζαν τόν ποιητή, ὅτι ἄδικα προσεύχεται, γιατί δέν πρόκειται νά τόν βοηθήσει ὁ Θεός· ἤ θά ἔλεγαν ὅτι δίκαια τόν τιμωρεῖ ὁ Θεός γιά τά ἁμαρτήματά του. Πάντως ὁ ποιητής μας λέγει ὅτι κατέρρευσε ἀπό τήν στάση αὐτή τῶν ἐχθρῶν του ἀπέναντί του. «Ἐπαλαιώθην (= κατέρρευσα) – λέγει – ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου» (στίχ. 8).
3. Ἀλλά νά! Ὁ ἀπελπισμένος ποιητής μας, πού ἔλεγε «ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα» (στίχ. 4) καί «ἐπαλαιώθην» καί τόσα ἄλλα, αὐτός τώρα, στό τέλος τοῦ ψαλμοῦ, μᾶς παρουσιάζεται ἰσχυρά δυναμωμένος καί ἀνορθωμένος ψυχικά ἀπό τό πέσιμό του. Ἔτσι, λέγει θαρρετά στούς ἐμπαῖχτες ἐχθρούς του νά φύγουν ἀπό μπροστά του, γιατί ὁ Θεός θά ἀκούσει τό κλάμα του καί θά τόν θεραπεύσει. «Ἀπόστητε ἀπ᾽ ἐμοῦ – λέγει – πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τήν ἀνομίαν, ὅτι εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς τοῦ κλαυθμοῦ μου» (στίχ. 9· βλ. καί στίχ. 10). Καί ἀποτέλεσμα αὐτοῦ εἶναι ὅτι οἱ ἐχθροί, πού περίμεναν τόν θάνατο τοῦ ποιητοῦ, θά διαψευσθοῦν, θά καταισχυνθοῦν καί θά πέσουν σέ ταραχή. «Αἰσχυνθείησαν καί ταραχθείησαν σφόδρα πάντες οἱ ἐχθροί μου», λέγει (στίχ. 10· βλ. καί στίχ. 11).
4. Πῶς ὁ ποιητής μας ἀπέκτησε αὐτήν τήν ἀναλαμπή ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας του; Πῶς ἀπέκτησε αὐτό τό κουράγιο, ἐνῶ εἶχε πολύ καταπέσει; Ἄν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψιν καί ἄλλους ψαλμωδούς, πού ἦταν σέ παρόμοια μέ τόν ποιητή μας κατάσταση, θά λέγαμε ὅτι ὁ ἀσθενής ψαλμωδός μας κατέφυγε στόν Ναό γιά νά προσφέρει θυσία στόν Θεό γιά τήν ὑγεία του. Ἐκεῖ δέ ὁ ἱερεύς, βλέποντας εὐμενῆ σημάδια ἀπό τήν προσφορά τῆς θυσίας, τοῦ εἶπε παρήγορα καί ἐνθαρρυντικά λόγια. Ἔτσι ὁ ποιητής μας ἀναστήθηκε ψυχικά καί ἀπόκτησε δυνατή τήν ἐλπίδα καί τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός θά τόν θεραπεύσει καί θά τοῦ χαρίσει τήν ποθητή ὑγεία του.
Ὁ ψαλμός μας διδάσκει τούς δεινοπαθοῦντας ἀρρώστους, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπο εὑρισκόμενο σέ δύσκολη κατάσταση τῆς ζωῆς του, ὅτι τό καλύτερο φάρμακο στά δεινά τοῦ βίου εἶναι ἡ ἐλπίδα στόν Θεό. Αὐτή κρατᾶ ὄρθιο τόν βασανιζόμενο ἄνθρωπο, τόν δυναμώνει ψυχικά καί δέν τόν ἀφήνει νά καταπέσει καί νά συντριβεῖ.
Μέ πολλές εὐχές

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
http://aktines.blogspot.gr/2015/06/6.html