Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Απολυτίκιο Κυριακής του Θωμά

Απολυτίκιο Α΄ Κυριακή των Νηστειών - της Ορθοδοξίας






Κυριακή του Θωμά - Αγ. Γεωργίου 23-04-2017

Κυριακή του Θωμά - Αγ. Γεωργίου 23-04-2017

ΚΑΝΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Χερουβικός Ύμνος - Cherubic Hymn

Ο ύμνος της αγάπης




Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ




Η Ορθοδοξία αυστηρά μας θέλει καθαρούς και αθώους. Έχει μεγάλες απαιτήσεις από εμάς. Δίχως Θεό θα ήμασταν σίγουρα πιο παλιάνθρωποι. Είναι αλήθεια πως δεν είμαστε άγιοι. Το χειρότερο είναι να κάνουμε τους αγίους. Αυτό δεν αρέσει διόλου στον Θεό. Η Ορθοδοξία μας θέλει ανυπόκριτους, ατόφιους, γνήσια ταπεινούς κι επιεικείς με τους άλλους. Επίσης ακαχύποπτους, αζηλόφθονους και καρτερικούς.
Ο Χριστός της Ορθοδοξίας είναι προσιτός, φιλικός, ευγενικός, συγχωρητικός και συμπαθητικός. Ποτέ δεν μίλησε σκληρά στους αμαρτωλούς ούτε ποτέ τους περιφρόνησε. Κατανοεί την αδυναμία μας, τον παρασυρμό μας, την αδυναμία μας. Δεν κακιώνει, δεν επιτιμά, δεν τιμωρεί κι εκδικείται. Συγχωρεί, αγαπά, θυσιάζεται για μας.
Ένας Εβραίος-Ρουμάνος, που έγινε στη φυλακή ορθόδοξος, γράφει στο "Ημερολόγιο της ευτυχίας" του, ο Νικολάε Στάινχαρτ: Ο Θεός "σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτή η αφηρημένη έννοια, ο ψυχρός δημιουργός, δεν είναι ο αχώρητος και αμετάβλητος Βράχμα, δεν είναι η θεότητα της γνώσης που εκδιπλώνει τους αιώνες ". Η Ορθοδοξία δεν είναι μια ωραία θρησκεία ανάμεσα στις άλλες καλές. Είναι τρόπος, στάση, ύφος και ήθος ζωής. Είναι η θυσιαστική αγάπη δίχως ανταλλάγματα. Η αγάπη των εχθρών και η συγχώρεση των πάντων. Είναι ένα σκάνδαλο και μια μωρία για τους πολύ λογικούς η Ορθοδοξία.
Η ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι η ασαφής, μπερδεμένη, δύσκολη, ακατόρθωτη. Δεν είναι για τους ευκολόπιστους και τους φανατικούς θρησκόληπτους. Είναι για απαιτητικά πνεύματα, για αισιόδοξους και μαχητικούς. Δίνει την πραγματική ελευθερία και μακαριότητα. Η ειρήνη, η ηρεμία, η γλυκύτητα των αγίων το φανερώνει. Η Ορθοδοξία δεν είναι αναλγητικό και ναρκωτικό. Είναι συνεχής διακινδύνευση, εγρήγορση, ορθοστασία, αγρύπνια, ανάταση. Η Ορθοδοξία δεν είναι ελληνική, είναι οικουμενική. Δεν κρύβεται στο Άγιον Όρος ή τα Ιεροσόλυμα αλλά στην καρδιά του κάθε αληθινού ταπεινού.
Όσοι θεωρούν ότι η Ορθοδοξία είναι για τους απλοϊκούς και αφελείς πλανάται πλάνη οικτρή. Αν νομίζει κανείς ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία μαθητεύουν κάποιοι χασομέρηδες, κλαψιάρηδες, λαθεύει. Οι Ορθόδοξοι αγωνίζονται για την ακεραιότητα, τη διαφάνεια και τη γνησιότητα. Δεν είναι ακατάδεκτοι, ψυχροί. Η ματαιότητα του κόσμου δεν τους μελαγχολεί, αλλά τους συνετίζει καίρια. Ο Θεός μας δεν είναι μάγος, φακίρης, ταχυδακτυλουργός και παράξενος θαυματοποιός. Δεν του αρέσουν τα μεσοβέζικα πράγματα, τα μελαγχολικά, τα βιαστικά, ανυπόμονα και χλιαρά. Αγαπά κυρίως τα αληθινά, τ ατόφια, τα ταπεινά.
Στην Ορθοδοξία πάντοτε ελπίζουμε, μυστικά χαιρόμαστε, δεν μπορούμε να μην αισιοδοξούμε. Ζούμε για ν αγαπάμε. Όποιος νομίζει ότι η Ορθοδοξία θέλει εχθρούς, μόνο πολεμά, είναι για να εξουσιάζει και να καταδικάζει, αστοχεί σοβαρά. Για ν αναστηθούμε θα πρέπει πρώτα να σταυρωθούμε. Η σταύρωση θέλει προετοιμασία. Η σταύρωση θέλει την ώρα της. Η Ορθοδοξία είναι σταυρωμένη, τεταπεινωμένη και αναστημένη.
Ορθοδοξία σημαίνει ορθοπραξία. Ορθή και αληθινή γνώση και καθαρή ζωή. Η Ορθοδοξία είναι παρεξηγημένη. Ίσως φταίμε κι εμείς που την παρουσιάσαμε λαθεμένα. Η Ορθοδοξία περισσότερο βιώνεται και λιγότερο διδάσκεται. Η Ορθοδοξία είναι μια στοργική μητρική αγκαλιά, που γνωρίζει ν αναπαύει τα τέκνα της εξαίσια.

+γέρων Μωϋσής Αγιορείτης

«Αγαπάς με»;

  


 «Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.
Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση.
   Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.
   Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…
 «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.
   Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.
Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…
 … Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.
  «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.
(Από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)

Γιατί κυρίως αγαπάμε τους δύο κορυφαίους...



Η Εκκλησία εορτάζει αύριο την βαθιά αγάπη, την τέλεια αφοσίωση, την
γενναιότητα του χαρακτήρα, την πνευματική ανδρεία στα πρόσωπα των δύο
κορυφαίων.



Τόσο μέγιστοι και ξεχωρισμένοι από μας, όσο και πολύ κοντά 
στην καθημερινότητα μας. Δύο απόστολοι με πάθος, ζήλο, ιερή κυκλοθυμία, γιατί είναι συγκινητικά ανθρώπινη,πού το κάθε πάθος τους το μετήλλαξαν σε υψηλή αρετή.



Υπάρχει ποιό οικεία εικόνα στον χριστιανό, με τις μεγάλες και μικρές προδοσίες, από αυτην του Πέτρου πού πρώτα αρνείται και  μετανοει για να ομολογήσει μετά;



Υπάρχει πιό συνηθισμένη ανθρώπινη εικόνα από αυτήν του Παύλου, πού διώκει πρώτα και μετά διακονεί;

Και οι δύο εκεί πού ανταριάζονται εκεί συγχωρούν και ευλογούν. Εκεί πού θυμώνουν, εκεί μεταμελούνται, υπομένουν και φέρονται πατρικά.



Γι αυτούς δεν υπάρχουν εμπόδια και δυσκολίες. Το κάθε τί είναι Χριστός.



Ο ένας ψαράς και ο άλλος σκηνοποιός.Δύο φιγούρες της καθημερινότητας πού κρύβουν κάτι το διαφορετικό από τον κοινό κόσμο. Το βαθύ μυστήριο της αγιότητας με την ιερότητα της απλής κοινοτοπίας.



 Ο ένας με εγκόσμιες προσδοκίες πριν γνωρίσει τον Χριστό, ο άλλος θρησκευόμενος με μεταφυσικές ανησυχίες πριν το όραμα της Δαμασκού. Εικονίζουν τα θέλω και τον χαρακτήρα κάθε θρησκευόμενου. Τα συμπεριλαμβάνουν και τα ανακεφαλαιώνουν ΟΛΑ.

Μα πάνω απ' όλα είναι η ίδια η μετάνοια, η μεταστροφή τους! Αυτή η μακαρία βεβαιότητα και σιγουριά πού δίνουνε στον κάθε αμαρτωλό από εμάς,ο οποίος με αγωνία κοιτάζει δεξιά και αριστερά να βρεί διέξοδο στον Χριστό μέσα στο κελί της εξορίας του, πώς και ο μεγαλύτερος ασθενής, ο πεσμένος, αυτός πού δείλιασε ή ζήλωσε την οργή ή έπεσε , πώς μπορεί να αναστηθεί, να επανέλθει και όχι μόνον αυτό αλλά να γίνει ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ!


 Ε λοιπόν αυτοί οι Απόστολοι, αυτοί οι δύο πού στην αγιότητα δεν φτάνουμε ούτε το δαχτυλάκι τους , είναι ταυτόχρονα εκείνοι πού αντικατοπτρίζουν με την κατ’ άνθρωπον συμπεριφορά τους, τον ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ όλων των αιώνων.Με τον αγώνα, τις μεταπτώσεις, τις νίκες, τις ήττες, τις αρετές και τα πάθη του!




Γι αυτό και τους αγαπάμε και τους ξεχωρίζουμε ιδιαίτερα.

Φ.Κόντογλου-Ο Απόστολος Παύλος και ο παραμορφωμένος χριστιανισμός






Αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ δὲν ρωτᾶνε τίποτα, αὐτοὶ τραβᾶνε τὸ χαβά τους. Τὸν Παῦλο, ποὺ εἶχε πῆ χίλιες φορὲς καὶ κατὰ χίλιους τρόπους πὼς ἡ γλωσσικὴ ἐπιτηδειότητα δηλ. ἡ ρητορεία, εἶναι ψεύτικη καὶ δὲν τὴ θέλει ὁ Χριστός, αὐτοί, σώνει καὶ καλά, μὲ τὸ ζόρι, τὸν ἀνακηρύξανε «μέγαν ρήτορα», αὐτὸν ποὺ εἶπε λ.χ. «οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με ὁ Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῆ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ», καὶ ποὺ γράφει στοὺς Κολοσσαεῖς: «Βλέπετε (προσέξετε) μὴ τὶς ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, καὶ οὐ κατὰ Χριστόν». Αὐτοὶ ὅμως ποὺ ἐξηγοῦνε στὸ λαὸ τὴν Ἁγία Γραφή, εἶναι κουφοὶ καὶ τυφλοί, ἢ κάνουνε πὼς δὲν ἀκοῦνε καὶ δὲν βλέπουνε, κι᾿ αὐτὸν ποὺ εἶπε πὼς ἡ φιλοσοφία εἶναι «κενὴ ἀπάτη», τὸν ἀνακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον ἐγκέφαλον «κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου, καὶ οὐ κατὰ Χριστόν». Θέλουνε νὰ τὸν κάνουνε «ἐφάμιλλον τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων οἵτινες ἐδόξασαν τὴν ἀνθρωπότητα», ὥστε νὰ ἔχη κι᾿ ὁ Χριστιανισμὸς κάποιους μεγάλους νόας κι᾿ ὄχι μοναχά τους πτωχοὺς τῷ πνεύματι, τὰ φτωχαδάκια, τοὺς ἀγράμματους Ἀποστόλους, τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀσκητάδες, τοὺς εὐκολόπιστους μάρτυρες καὶ ἁγίους. Τοὺς τέτοιους ψευτοχριστιανοὺς τοὺς τρώγει ἡ περηφάνια, ἡ κοσμικὴ ματαιοδοξία, ἐπειδὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ λέγει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος «εἰκῆ φυσιούμενοι ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτῶν», καὶ «ἐν σαρκὶ ὄντες» καὶ τὰ σαρκικὰ τιμῶντες, ου θέλουν «Θεῷ ἀρέσει». Τὸν Παῦλο ποὺ εἶπε τὸν φοβερὸ τοῦτον λόγο «πᾶν ὃ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστίν» δηλ. «ὅ,τι δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστη, εἶναι ἁμαρτία», μὲ τὴ μικρόλογη διάνοιά τους, τὸν κατεβάσανε στὰ μέτρα τους, κάνοντας τὸν λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, ἐπειδὴ αὐτὰ καταλαβαίνουνε, κι᾿ αὐτὰ εἶναι οἱ πιὸ μεγάλοι τίτλοι ποὺ μποροῦνε νὰ φαντασθοῦνε. Μὲ πιὸ γερὰ λόγια καὶ πιὸ καθαρά, ζωηρὰ καὶ τρανταχτά, δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς πῆ αὐτὰ τὰ πράγματα κανένα στόμα, παρεκτὸς ἀπὸ τὸν Παῦλο, καὶ ὅμως δὲν πήρανε χαμπάρι οἱ καινούριοι γραμματεῖς. Ἂς εἶναι τὰ λόγια του σὰν σφυριὰ ποὺ κοπανᾶνε τὰ ξερὰ καύκαλά τους, ἐκεῖνοι: τὸ γουδὶ τὸ γουδοχέρι. Ἄκουσε πὼς μιλᾶ ὁ Παῦλος γιὰ τὴν ἀρχαία σοφία: «Ἐπειδὴ (γάρ) ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας (φιλοσοφίας) τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι, καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν...». Λοιπόν, ἰδοὺ τί λέγει ὁ Παῦλος καὶ τί διδάσκουνε οἱ ἐξηγητὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Παύλου, δηλαδὴ τὴ μεμωραμένη σοφία, ποὺ θεωρεῖ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ μωρία.


Δείχνω μεγάλη ἐπιμονὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ ζήτημα, γιατὶ αὐτοὶ ποὺ θέλουνε νὰ νοθέψουνε τὸ κατακάθαρο νερὸ τοῦ Εὐαγγελίου, «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τὸ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον», μὲ τὰ βαλτόνερα τῆς γνώσης καὶ τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας ποὺ πίνανε κεῖνον τὸν καιρὸ οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», χωρὶς νὰ ξεδιψάσουνε, αὐτοὶ λοιπὸν οἱ τυφλοὶ ὁδηγοὶ στραβώνουνε τὸν κόσμο, καὶ γίνουνται αἰτία μὲ τὶς θεωρίες τους νὰ πέφτουνε οἱ νέοι στὴν ἀπιστία, γιατί ψυχὲς ποὺ θρέφονται μὲ τὴν «κενὴ ἀπάτη», ποὺ θὰ καταντήσουνε παρὰ στὴν ἀπιστία, ὁμολογημένη ἢ ἀνομολόγητη;
       Ὅλα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὸν παραμορφωμένο Χριστιανισμὸ ποὺ μαθαίνουν ὅσοι δασκαλεύονται στὰ πανεπιστήμια τῆς Δύσης, ποὺ εἶναι ἡ πατρίδα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τοῦ οὐμανισμοῦ, κ᾿ ὕστερα τὸν φέρνουνε αὐτὸ τὸν ὀρθολογιστικὸ Χριστιανισμὸ σ᾿ ἐμᾶς. Γιατὶ ἔχουμε τὴν κατάρα νὰ μαθαίνουνε ὅλα τὰ δικά μας ἀπὸ τοὺς ξένους, ἀκόμα καὶ τὴν ἀρχαία γλώσσα.
       Γυρίζω πάλι στὸν Παῦλο, γιὰ νὰ πάρω ἀπ᾿ αὐτὸν κι᾿ ἄλλα θεόπνευστα λόγια ποὺ βγάζουνε ψεῦτες αὐτοὺς τοὺς φραγκοσπουδασμένους οὐμανίστες ψευτοχριστιανούς. Καὶ παίρνω ὅλο λόγια τοῦ Παύλου, γιατὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν ἅγιο φανερώνουνε τὴν περισσότερη ἐκτίμησή τους, ἐπειδή, μὲ τὰ μέτρα ποὺ τὸν κρίνουνε, βρίσκουνε σ᾿ αὐτὸν περισσότερη ἐγκόσμια γνώση, κοινωνικὴ δραστηριότητα, ρητορικὴ δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογικὴ cξύτητα, κι᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα τέτοια ποὺ τὰ ἐκτιμοῦνε πολύ, χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ δοῦνε οἱ θεότυφλοι πὼς ὁ Παῦλος εἶναι ὁ μεγαλύτερος καὶ σφοδρότερος ἐχθρὸς καὶ κατακριτὴς τῆς στραβῆς ἀντίληψης ποὺ ἔχουνε γιὰ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία.
         Γράφει λοιπὸν ὁ θεόγλωσσος Παῦλος καὶ ρωτᾶ: «Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; (δηλ. τῆς κοσμικῆς σοφίας). Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;» Σὰν νὰ λέγη: «Ποιὸς ἀπὸ τοὺς σοφούς του κόσμου τούτου, ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους καὶ τοὺς δεινοὺς συζητητᾶς, μὲ τὴ διαλεκτική τους, θὰ μπορέση νὰ συζητήση, ἢ κἂν νὰ καταλάβη αὐτὰ ποὺ λέμε ἐμεῖς οἱ μωροί, ἐμεῖς ποὺ δὲν γνωρίζουμε τὰ μαστορικὰ γυρίσματα τῆς διαλεκτικῆς, ἐμεῖς οἱ ἀπαίδευτοι ἀνατολίτες, κι᾿ ὄχι κατὰ βάθος ἐμεῖς, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μὲ τὸ στόμα μας;»
        Καὶ παρακάτω γράφει: «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων». Ποιοὶ εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ αἰῶνος τούτου, οἱ καταργούμενοι, παρὰ οἱ φιλόσοφοι κ᾿ οἱ ρήτορες κ᾿ οἱ ἄλλοι λογῆς-λογῆς μαστόροι τῆς κοσμικῆς λογοτεχνίας, ποὺ τὰ σκοτεινὰ φῶτα τους, λένε οἱ τυφλοὶ διδάσκαλοι τοῦ λαοῦ πὼς χρειάζονται στὸ χριστιανό, σὰν νὰ μὴν τοὺς φθάνη τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ λέγει «ἂν τὸ φῶς ποὺ ἔχουνε μέσα τους (οἱ τέτοιοι) εἶναι σκοτάδι, τὸ σκοτάδι τοὺς πόσο πρέπει νὰ εἶναι;»
Ἡμεῖς κάναμε ἕνα δικό μας Χριστιανισμό, ἕνα βολικό, ἕναν ἀνθρωπινὸ καὶ λογικὸ Χριστιανισμό, ὅπως λέγει ὁ μεγάλος Ἱεροεξεταστὴς τοῦ Ντοστογιέφσκη, γιατὶ ὁ Χριστιανισμὸς ποὺ δίδαξε ὁ Χριστὸς εἶναι ἀνεφάρμοστος, ἀπάνθρωπος. Ἐμεῖς, ἀντὶ ν᾿ ἀνέβουμε πρὸς τὸν Χριστό, ποὺ λέγει «ἐγὼ σὰν ὑψωθῶ, θὰ σᾶς τραβήξω ὅλους πρὸς ἐμένα», τὸν κατεβάσαμε ἐκεῖ ποὺ βρισκόμαστε ἐμεῖς, καὶ κάναμε ἕνα Χριστιανισμὸ σύμφωνο μὲ τὶς ἀδυναμίες μας, μὲ τὰ πάθη μας, μὲ τὶς κοσμικὲς φιλοδοξίες μας, καὶ δώσαμε καὶ στοὺς ἁγίους τὰ προσόντα ποὺ ἐκτιμοῦμε καὶ ποὺ θαυμάζει ἡ ὑλοφροσύνη μας, τοὺς κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, ἐπιστήμονες κ.λπ. Ὁ μεγάλος Ἱεροεξεταστής, σὰν πήγανε μπροστά του τὸν Χριστὸ (ποὺ πρόσταξε νὰ τὸν πιάσουνε, ἐπειδὴ ξανακατέβηκε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε ὁ κόσμος), τοῦ εἶπε: «Τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθες στὸν κόσμο ἔφερες στοὺς ἀνθρώπους μία θρησκεία σκληρή, ἀνεφάρμοστη, ἀπάνθρωπη. Ἐμεῖς τὴν κάναμε βολική, ἀνθρωπινή. Τί ξαναἦρθες νὰ κάνης πάλι στὸν κόσμο; Νὰ μᾶς τὴ χαλάσης, μόλις τὴ βάλαμε στὸ δρόμο; Γι᾿ αὐτό, θὰ διατάξω νὰ σὲ κάψουνε ἐν ὀνόματί σου, σὰν αἱρετικόν».
         Ὁ βολικός, ὁ ἀνθρωπινὸς Χριστιανισμός, αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, εἶναι ἡ συχαμερὴ παραμόρφωση ποὺ ἔπαθε τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ τὴν πονηρὴ ὑλοφροσύνη τῆς σαρκός.

Αποσπάσματα από το Φώτης Κόντογλου - Ὁ Μέγας Βασίλειος κι᾿ ὁ παραμορφωμένος Χριστιανισμός
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/#ixzz4lVXhAChy

Όποιος έπαθε Χριστόν, έμοιασε στον Χριστό


Φωτογραφία του Panteleimon Krouskos.

Αν η πίστη μας ήταν φιλοσοφία, σχολή, ιδεολογικό ρεύμα,μυστικισμός μπορεί να μην περνούσε απαρατήρητη, λόγω της δυναμικής και αυτών πού εκφράζει, αλλά δεν θα είχε βιωσιμότητα μεγάλη, ούτε πολλούς ακολούθους. Θα γεννιόταν και θα έλαμπε σαν πυροτέχνημα για να σβήσει. Και σήμερα, πολλοί λίγοι αναζητητές ζωής, θα την ανακάλυπταν από τις πηγές και θα την ακολουθούσαν μεμονωμένα, με μια διάθεση ρομαντισμού. Οι απόστολοι όμως δεν ήταν εισηγητές μιας ιδέας και φωτισμένοι δάσκαλοι, ήταν τα στόματα του αγίου Πνεύματος, εικόνες του Χριστού. Όταν παρουσιάζοταν στους ανθρώπους, φαίνοταν ως τύποι ζωντανοί του Σταυρού και της Ανάστασης και έτσι επήγνυαν εκκλησίες ανά τον κόσμο και άλλαξαν την οικουμένη. Πολλοί ζηλώνουν ζήλο καλό, αλλά γρήγορα ξεχνιούνται από τους ανθρώπους και απογοητεύονται. Γιατί δεν έχουν την κλήση ή την πιστότητα της αλήθειας του Θεού. Οι απόστολοι φώτισαν τον κόσμο με αυτό πού ήταν οι ίδιοι και μετά με τα λόγια τους. Οι απόστολοι ήταν όλοι Χριστός!

Όποιος έπαθε τον Χριστό, έμοιασε  στον Χριστό. "Εις τα ίδια ήλθε" και αυτός σαν τον Χριστό, αλλά οι δικοί του δεν τον παρέλαβαν.Ετσι και οι απόστολοι,διωγμένοι από τον κόσμο, από ξένους και δικούς για το όνομα "Χριστός". Θα είστε μισούμενοι για το όνομα μου, προείπε ο Χριστός.Δεν είναι εύκολο να είσαι του Χριστού. Είναι ένας δρόμος γεμάτος αγωνία και αίμα.Αυτή η μυστική χαρά πού δίνεται στους αγίους, από πόσες Γεθσημανές και Γολγοθάδες περνάει! Γι αυτό και ο Χριστός είπε "άρατε τον σταυρό σας και ακολουθήστε με". Δεν υποσχέθηκε ανέσεις και ευκολίες.Αυτό πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας. Όταν ασθενώ είμαι δυνατός, λέει ο Παύλος. Η δε σοφία των αββάδων: Η καλοπέραση είναι δείγμα πνευματικής νωθρότητας.

Στον μεν Πέτρο ο Χριστός είπε:Όταν γεράσεις, άλλος θα σε δέσει και θα σε πάει εκεί πού δεν ήθελες. Εννοούσε το μαρτύριο και τον θάνατο.
Ο δε Παύλος, ο πλέον βασανισμένος και καταδιωγμένος άνθρωπος, περιγράφει μόνος του, τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες πού υπέστη, με έναν τρόπο έντονα δραματικό!
"Από τους Ιουδαίους έλαβα πέντε φορές σαράντα παρά μία μαστιγώσεις, τρεις φορές ραβδίστηκα, μια φορά λιθοβολήθηκα, τρεις φορές ναυάγησα, ένα μερόνυχτο έχω κάνει στο βυθό. Σε οδοιπορίες πολλές φορές, σε κινδύνους ποταμών, σε κινδύνους ληστών, σε κινδύνους από το γένος μου, σε κινδύνους από τους εθνικούς, σε κινδύνους στην πόλη, σε κινδύνους στην ερημιά, σε κινδύνους στη θάλασσα, σε κινδύνους μεταξύ ψευδάδελφων, με κόπο και με μόχθο, σε αγρυπνίες πολλές φορές, με πείνα και δίψα, με νηστείες πολλές φορές, με ψύχος και γυμνότητα. Εκτός των άλλων, η επίβλεψή μου η καθημερινή, η μέριμνα για όλες τις εκκλησίες. Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ; Ποιος σκανδαλίζεται και εγώ δεν καίομαι; Αν πρέπει να καυχιέμαι, θα καυχηθώ για τα πράγματα που δείχνουν την αδυναμία μου. Ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου Ιησού, που είναι ευλογητός στους αιώνες, ξέρει ότι δεν ψεύδομαι. Στη Δαμασκό, ο εθνάρχης του βασιλιά Αρέτα φρουρούσε την πόλη των Δαμασκηνών για να με πιάσει, και διαμέσου μιας θυρίδας μέσα σε δίχτυ με κατέβασαν από το τείχος και ξέφυγα από τα χέρια του. ...και εξαιτίας της υπερβολής των αποκαλύψεων για να μην υπερυψώνομαι, μου δόθηκε αγκάθι στη σάρκα, άγγελος του Σατανά, για να με χαστουκίζει, ώστε να μην υπερυψώνομαι. Γι’ αυτό, τρεις φορές τον Κύριο τον παρακάλεσα, να απομακρυνθεί από εμένα. Και μου έχει πει: «Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμη μέσα σε αδυναμία τελειοποιείται». Πολύ ευχαρίστως, λοιπόν, μάλλον θα καυχηθώ στις αδυναμίες μου, ώστε να κατασκηνώσει πάνω μου η δύναμη του Χριστού.( από την δεύτερη προς κορινθίους)

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Δημήτριος Τσελεγγίδης: Αν τηρούσαμε το θέλημα του Θεού




 Δημήτριος Τσελεγγίδης: Αν τηρούσαμε το θέλημα του Θεού οι ηγέτες μας θα εξέφραζαν αυτήν την πραγματικότητα. Η μετάνοια και η υπακοή στο θέλημά Του μέσα στο θεραπευτήριο της Εκκλησίας είναι η λύση που αναζητούμε.


Ο κύριος Δημήτριος Τσελεγγίδης, καθηγητής Θεολογίας στον τομέα Δογματικής του ΑΠΘ, στην εκπομπή* ¨Ορθοδοξία, Ελληνισμός και κακοδοξία¨, [δημοσιεύτηκε στις 13 Μαρ 2016] απαντά σε καίρια ερωτήματα γύρω από τον οικουμενισμό που ταλανίζουν το Ορθόδοξο ποίμνιο. Την εκπομπή επιμελείται και παρουσιάζει ο πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντίνος Καντάνης, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου Αγρινίου.
*Η εκπομπή, λόγω του μεγάλου όγκου της και για ευκολότερη κατανόηση, θα παρουσιαστεί τμηματικά σε μία σειρά αναρτήσεων. Η 1η απομαγνητοφώνηση ΕΔΩ, η 2η ΕΔΩ η 3η ΕΔΩ η 4η ΕΔΩ .
Ερώτηση π. Κωνσταντίνου Καντάνη:

Αφού είναι παναίρεση κύριε καθηγητά, πώς και η Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία βιώνει όλα αυτά που λέτε, αυτή είναι η ζωή της Ορθοδοξίας, πώς συμμετέχει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών;
Καθ. Δημήτριος Τσελεγγίδης:
Κοιτάξτε, είναι σα να με ρωτάτε όπως το ακούω, αφού εμείς γεννηθήκαμε άνωθεν, πως αμαρτάνουμε; Το ερώτημα είναι τόσο απλοϊκό όσο και παράλογο, δηλαδή, αν δεν πούμε κάποιες παραμέτρους.
Μας λέει ο Απόστολος Παύλος και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, κατ’ αρχήν ο Απόστολος Παύλος, ότι πεθάναμε κατά την αμαρτία. Εμείς είμαστε νεκροί, ζούμε μετά το θάνατό μας, ο οποίος είναι ο θάνατος της αμαρτίας στο πλαίσιο της Εκκλησίας. Ο Απόστολος Ιωάννης μας λέει ότι ο πιστός επειδή γεννήθηκε άνωθεν κτλ., ού δύναται αμαρτάνειν. Οντολογικώς όμως. Γιατί; Γιατί σπέρμα εν αυτώ μένει το Άγιο Πνεύμα και επομένως εφόσον βρίσκεται σ’ αυτήν την σχέση δεν μπορεί να αμαρτάνει. Αλλά αυτό δεν είναι μαγική πράξη, δεν είναι ένας μηχανισμός επειδή γεννηθήκαμε δεν αμαρτάνουμε γιατί αυτό θα ακύρωνε το αυτεξούσιό μας. Έτσι λοιπόν αμαρτάνουμε όχι από αδυναμία αλλά από αυτεξουσιότητα. Δεν θέλουμε να κάνουμε το θέλημα του Θεού και μερικοί επιμένουν όπως ο Ιούδας.

Ο Άνθρωπος στο Άπειρο της Αϊδιότητος




Φύσις και πρόσωπο

Η σχέση ανάμεσα στο άκτιστο και το κτιστό παράγεται από το πρώτο και εκφράζεται διπλά, ως σχέση υπερβατότητος και ως σχέση αγαθότητος. Στην πρώτη περίπτωση η άκτιστη φύση υπέρκειται της κτιστής απείρως και γι'αυτό παραμένει απρόσιτη, στη δεύτερη ουσιώνει και προβάλλει την αϊδίως προϋπάρχουσα μέσα της γνώση. Όταν η αγαθότης μεταφέρεται στο πεδίο των ήδη δημιουργημένων όντων, δέχεται από το Μάξιμο το όνομα έρως και η αλλαγή αυτή ονόματος εκφράζει όλη την ορμή της κτίσεως για τελείωση.

"Το θείο ως έρως και αγάπη κινείται, ως εραστό και αγαπητό κινεί προς εαυτό όλα τα δεκτικά έρωτος και αγάπης. Για να το πούμε σαφέστερα, κινείται διότι σκοπεύει να εμφυτεύσει ενδιάθετη σχέση έρωτος και αγάπης στούς δεκτικούς αυτών των αγαθών, και κινεί διότι είναι εκ φύσεως ελκτικό της εφέσεως των κινουμένων προς αυτό"(3).

Η αγαθότης είναι η πρόκληση της δημιουργίας, ο έρως είναι η τελειοποίησή της. Η δημιουργία δεν είναι στατική αλλά δυναμική πραγματικότης, διότι έχει ξεκινήσει από προϋπάρχοντες λόγους, Αν και όλα τα όντα προήλθαν από το μη ον κατά την αγαθή βούληση του Θεού, εκδηλωθείσα ελεύθερα στην κατάλληλη στιγμή, οι λόγοι τους κατά την σκέψη του Μαξίμου προϋπήρχαν αϊδίως στον ένα Λόγο, στο Θεό. Κάθε κτιστό δημιουργήθηκε σύμφωνα με αντίστοιχο λόγο, και αυτός είναι που ορίζει τόσο τη γένεσή του όσο και την ουσία του.

Ο όρος λόγος με την πλούσια εξωχριστιανική και χριστιανική παράδοσή του παίρνει ιδιαίτερο νόημα στο σύστημα του Μαξίμου σε συνδυασμό με τη διδασκαλία περί εικόνος, ομοίωσης και μέθεξης. Όλα τα όντα έχουν μια προκαταρκτική μετοχή στο Θεό, και ειδικά βέβαια τα λογικά όντα που σύμφωνα με το λόγο της δημιουργίας τους είναι εγκαθιδρυμένα στον ίδιο το Θεό και γι'αυτό αποκαλούνται "μοίρα Θεού"(4). Ο άνθρωπος είναι μοίρα Θεού, αλλά όχι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Δημιουργήθηκε ως μοίρα Θεού, αλλά παραμένει έτσι μόνο εφ' όσον κινείται σύμφωνα με το λόγο του, ενώ αν κινηθεί αντίθετα απο αυτόν, καταρρέει, φθάνει πάλι στο μη ον.

Ο "λόγος" είναι η δύναμη που συνιστά την αρχική θεμελίωση της ικανότητος του ανθρώπου να ανυψωθεί επάνω από τη φυσική του κατάσταση.

Με την έκφραση "ανύψωση επάνω από τη φυσική κατάσταση" εννοούμε μια δυναμική κίνηση που μεταμορφώνει τη φύση σε πρόσωπο. Ευρίσκομε στο σημείο τούτο μια άλλη διάκριση της μαξιμείου θεολογίας που ακολουθείται από ολόκληρη σειρά συζυγιών, όπως είναι : κίνηση και ενέργεια, φυσικό θέλημα και γνωμικό θέλημα, εικών και ομοίωση. Φύση ή ουσία είναι το κοινό περιεχόμενο όλων των ατόμων που ανήκουν σ'ένα γένος ή είδος. Πρόσωπο ή υπόσταση είναι η φύση μαζί με τα διακεκριμένα γνωρίσματά της σε κάθε άτομο(5). Εδώ η ανθρωπολογία συνδυάζεται με τη θεολογία, όπου η θεία φύση υποστατικοποιείται στα τρία πρόσωπα.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος


Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος
imagesCAEYTFPHὉ Κύριος καί Θεός, ὁ Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μεταξύ τῶν σωτηριωδῶν ἀληθειῶν, τίς ὁποῖες ἐδίδαξε, εἶπε:
«Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται».[1] Ὁ ἄνθρωπος, χωρισμένος, θεληματικά, ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, θεωρεῖ, ὡς θησαυρό του, αὐτό πού τοῦ ὑπαγορεύει τό φυσικό του θέλημα, μέ τό ὁποῖο σχηματίζει ἕνα ὑποκειμενικό «εἴδωλο θησαυροῦ», βιαστικά καί ἀμελέτητα, χωρίς σύνεση καί περίσκεψη,
Στή συνέχεια τῶν βιωμάτων του, προσκολλάει τήν καρδιά του σέ αὐτό τόν εἰδωλικό θησαυρό καί, κατά συνέπεια, ἡ καρδιά του λειτουργεῖ, εἰδωλολατρικά. Κάθε εἴδωλο, δημιουργεῖται εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ φυσικοῦ εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος.
Ἡ ὑπόσταση καί λειτουργία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ὅμως, ἕπεται τοῦ φρονήματος, τῆς γνώμης, πού σχηματίζεται καί εἶναι συνισταμένη τοῦ ὅλου πλαισίου τῶν παραγόντων καί τῶν συντελεστῶν πού δίνουν τήν ὀντότητα καί τήν λειτουργική ποιότητα στό κάθε πρόσωπο.
Ὁ Μέγας τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ ἅγιος Παῦλος, στήν ἐπιστολή του πρός Ρωμαίους διδάσκει τά ἑξῆς βαρυσήμαντα: «καί μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν, εἰς τό δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον».
Ἡ θέση αὐτή τοῦ ἁγίου Παύλου, εἶναι καί χαρισματική καί ἐμπειρική. Ἔχει πλήρη συνείδηση, σφαιρική ἀντίληψη, καί γιά τό φυσικό καί γιά τό γνωμικό θέλημα κάθε ἀνθρώπου. Γνωρίζει πολύ καλά ὅτι δέν εἴμαστε τέλειοι, ὅσο καί ἄν ἐπιθυμοῦμε τήν τελειότητα, καί ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀβούλητης ἀτέλειάς μας, δέν πρέπει νά θεωροῦμε τό γνωμικό μας θέλημα τέλειο, παγιωμένο καί στάσιμο, ἀλλά πάντοτε εὑρισκόμενο σέ κατάσταση συνεχοῦς ἀναμόρφωσης, ἡ ἐπιτυχία τῆς ὁποίας , ἐν πολλοῖς, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ρυθμό λειτουργίας τῆς ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας μας, ὡς ἀπαραίτητης προϋπόθεσης κατανόησης καί ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, πρίν ἀπό τήν ἄμεση κλήση του ὑπό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στήν πορεία του πρός τή Δαμασκό, ἦταν φανατικά «συσχηματισμένος» μέ τό θρησκευτικό καί κοινωνικό του περιβάλλον καί, κατά συνέπεια, τό γνωμικό του θέλημα τόν ὁδηγοῦσε νά ἐγκληματεῖ κατά τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν.
Δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ὅτι αὐτό τό ἐγκληματικό γνωμικό θέλημά του, τό ἐπικύρωναν οἱ κοινωνικοί καί θρησκευτικοί παράγοντες τοῦ τότε «αἰῶνος». Ἐθεωρεῖτο ἄψογος ἐνῶ λειτουργοῦσε τήν ὑπαρξή του ἐγκληματικά! Σέ μιά ὅμοια κατάσταση, στίς μέρες μας καί κατά ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦ συνόλου πληθυσμοῦ τῆς Χώρας μας, βρίσκονται καί οἱ βαπτισμένοι στήν ἱερά Κολλυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας Χριστιανοί, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἔχουν συσχηματιστεῖ τῷ αἰῶνι τούτῳ. Τό γνωμικό τους θέλημα, εἶναι ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί βρίσκεται συσχηματισμένο μέ τά φρονήματα τῆς σύγχρονης ούμανιστικῆς καί ἡδονολατρικῆς κοινωνίας, τῆς παραπαιούσης μεταξύ ἀμοραλισμοῦ καί ἐγκληματικῆς διαστροφῆς.

Σημειώσεις
[1] Λουκ. 12, 34 καί Ματθ. 6, 21

«Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΙΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΕΣΤΙ»


(Ἱερός Χρυσόστομος)
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν
                                                                       κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
 
            Καί πάλι ἐνώπιόν μας οἱ ἁγιασμένες μορφές τῶν Τριῶν μεγίστων Φωστήρων τῆς τρισηλίου Θεότητος Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων καί Ἱεραρχῶν τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τῶν προστατῶν τῆς Παιδείας καί ὁ ἑορτασμός τῆς κοινῆς τους μνήμης.
            Τά σχολεῖα θά ἀργήσουν, θά ἐκφωνηθοῦν κάποιοι λόγοι, κάποιες ἀντιπροσωπεῖες μαθητῶν θά ἐκκλησιασθοῦν, καί ἔτσι θά τελειώσῃ γιά μιά ἀκόμη φορά αὐτή ἡ ἑορτή, ἡ ὁποία ἔχει πολύ μεγάλη σημασία, ἀφοῦ τά μηνύματα πού ἐκπέμπει εἶναι τόσο δυνατά, τόσο ἐπίκαιρα, ὄντως σωτήρια,ἀφ’ ἑνός μέν γιά αὐτή τήν ἴδια τήν παιδεία μας, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τόν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, ὡς ψυχοσωματική ὀντότητα καί ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ».
            Καθώς ὅμως σκέπτομαι τό «πῶς» καί τό «γιατί» τοῦ ἑορτασμοῦ, λύπη καταλαμβάνει τήν καρδιά μου, ἀφοῦ διαπιστώνω ὅτι κατ’ ἔτος ὁ ἑορτασμός αὐτός εἶναι τελείως ἐπιφανειακός, ἄχρωμος καί τίς περισσότερες φορές οὐδεμία σχέση ἔχει μέ τό ὅραμα τῶν Τριῶν μεγάλων Διδασκάλων καί Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἕνωσαν δύο κόσμους, τόν Χριστιανικό καί τόν Ἑλληνικό, σέ μιά ἐποχή πού ἡ κοινωνία ἔπνεε τά λοίσθια καί ἰδιαίτερα ὁ Ἑλληνικός κόσμος καί πολιτισμός.
            Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἀντιμετωπίζονται δυστυχῶς καί ἑορτάζονται ὡς ἐπιστήμονες τῆς κοσμικῆς σοφίας, ὡς ἀνθρωπιστές, ὡς φιλόσοφοι καί γνῶστες τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ὡς ρήτορες καί συγγραφεῖς, ὅπως κάποιες ἄλλες προσωπικότητες, στίς ὁποῖες κατά τήν διάρκεια τοῦ χρόνου γίνεται ἀναφορά γιά τήν προσφορά τους στόν ἄνθρωπο.
            Ὅμως, οἱ μεγάλοι αὐτοί Πατέρες, δέν ἦταν μόνο ἐπιστήμονες μέ τήν κοσμική ἔννοια τοῦ ὅρου, δέν ἦταν μόνο συγγραφεῖς παιδαγωγικῶν ἤ κοινωνικῶν συγγραμμάτων, ἤ μόνο διακεκριμένοι φιλόσοφοι καί ρήτορες. Ἦταν κάτι πολύ παραπάνω ἀπ’ αὐτά, τό ὁποῖο οὔτε τονίζεται, οὔτε διδάσκεται, καί πολύ περισσότερο, οὔτε καταβάλλεται προσπάθεια νά γίνῃ βίωμά μας, ἀφοῦ προηγουμένως καταστῇ ὑπόθεση τῆς προσωπικῆς ζωῆς καί τοῦ ἀγῶνος τοῦ καθενός μας.
            Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἦταν πάνω ἀπ’ ὅλα Ἅγιοι. Ἦταν οἱ θεούμενοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνέδειξαν ὅλα τά χαρίσματά τους, μέ προσωπική ἄσκηση καί πνευματική καλλιέργεια, μέ προσευχή καί νηστεία καί νηπτική θεωρία. Ἡ προσωπικότητά τους φωτίστηκε ἀπό τό Ἄκτιστο Φῶς τοῦ Κυρίου, τόν ὁποῖο ἐλάτρευσαν καί στόν ὁποῖο ἔδωσαν τήν ὕπαρξή τους ὁλόκληρη, ὥστε μέσα ἀπό τήν «καλήν ἀλλοίωσιν» κατά Θεόν καί τήν μετ’ Αὐτοῦ μυστική-μυστηριακή κοινωνία, νά καταστοῦν «χριστοφόρων οἰκοδόμοι ναῶν, ἀθλητῶν ἐπουρανίων ἐπιμεληταί» (Ἰωάννoυ Χρυσοστόμου PG 47. 386).
            Mέσα ἀπό τήν ζωή καί τήν πολιτεία τους ἐδοξάσθη ὁ Θεός, γιατί Αὐτόν ἐκήρυτταν, ὡμολογοῦσαν καί ἐφανέρωναν καθ’ ἡμέραν στούς ἀνθρώπους, ὡς τόν μοναδικό Σωτῆρα, Λυτρωτῆ καί Εὐεργέτη τοῦ κόσμου. Μέσα ἀπό τήν αὐτοθυσιαστική πορεία τους καί τήν προσφορά τῆς ἀγάπης τους πρός τόν ἄνθρωπο, ἀδιακρίτως φυλῆς, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, κοινωνικῆς καταστάσεως κλπ., ὡδήγησαν στήν θεογνωσία καί στήν κατά Χριστόν Ἰησοῦν τελείωση τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους, καί ὄχι μόνο, ἀφοῦ ἡ προσωπικότητά τους, τό πνευματικό τους ἔργο καί ἡ ἁγία βιοτή καί πολιτεία τους, ἔχουν διαχρονική διάσταση καί ἰσχύ.

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ - ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ Περὶ διακρίσεως


Α
Περὶ διακρίσεως λογισμῶν, καὶ παθῶν, καὶ ἀρετῶν.

1. (1013.) Διάκρισίς ἐστιν ἐν μὲν τοῖς εἰσαγομένοις, ἡ τῶν καθ᾿ ἑαυτοὺς ἀληθὴς ἐπίγνωσις· ἐν τοῖς δὲ μέσοις ἡ τὸ κυρίως ἀγαθὸν ἐκ τοῦ φυσικοῦ, καὶ τοῦ ἐναντίου ἀπταίστως διακρίνουσα νοερὰ αἴσθησις· ἐν τοῖς δὲ τελείοις, ἡ διὰ θείας ἐλλάμψεως ἐνυπάρχουσα γνῶσις, ἥτις καὶ τὰ ἐν ἄλλοις σκοτεινῶς ἐνυπάρχοντα τῷ ἑαυτῆς λύχνῳ καταφωτίζειν ἰσχύουσα.

Ἢ τάχα καθολικῶς τοῦτο καὶ ἔστι, καὶ γνωρίζεται διάκρισις, ἡ τοῦ θείου θελήματος ἀσφαλὴς κατάληψις ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ τόπῳ, καὶ πράγματι, ἥτις ἐνυπάρχει μόνοις τοῖς καθαροῖς τῇ καρδίᾳ, καὶ τῷ σώματι, καὶ τῷ στόματι.

2. Ὁ μὲν τοὺς τρεῖς εὐσεβῶς καθελὼν συγκαθεῖλε, καὶ τοὺς πέντε· ὁ δὲ ἐκείνων ἀμελῶν οὐδέτερον νικήσει. Διάκρισίς ἐστι συνείδησις ἀμόλυντος, καὶ καθαρὰ αἴσθησις·

3. μηδεὶς ἐν τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ ὑπὲρ φύσιν τινὰ ἀκούων ἢ ὁρῶν, ἐξ ἀγνωσίας εἰς ἀπιστίαν περιπέσοι· ὅπου γὰρ ἐνδημήσει ὁ ὑπὲρ φύσιν Θεὸς, ὑπὲρ φύσιν λοιπὸν τὰ πλεῖστα τῶν πραγμάτων γίνονται.

4. Ἐν τρισὶ τούτοις γενικωτάτοις τρόποις πᾶς πόλεμος δαιμονιώδης ἐν ἡμῖν συνίσταται, ἢ ἐξ ἀμελείας, ἢ ἐξ ὑπερηφανίας, ἢ ἐκ φθόνου τῶν δαιμόνων· καὶ ἐλεεινὸς μὲν ὁ πρῶτος· πανάθλιος ὁ δεύτερος· ὁ δὲ τρίτος τρισμακάριστος.

5. Σκοπῷ καὶ κανόνι τῷ ἡμετέρῳ κατὰ Θεὸν συνειδότι πρὸς πάντα χρησώμεθα, ἵνα γνόντες τὴν τῶν ἀνέμων πνοὴν πόθεν ἔρχεται, πρὸς αὐτὸ λοιπὸν, καὶ τὰ ἱστία ἀνατείνωμεν.

6. Ἐν πάσαις ἡμῶν ταῖς κατὰ Θεὸν ἐργασίαις τρεῖς ἡμῖν βοθύνους οἱ δαίμονες ὀρύσσουσι. Καὶ πρῶτον μὲν παλαίουσιν, ἵνα τὸ ἀγαθὸν κωλύσωσι γενέσθαι· δεύτερον δὲ μετὰ τὴν πρώτην αὐτῶν ἧτταν, ἵνα μὴ κατὰ Θεὸν τὸ τυχὸν γένηται. Ὅταν δὲ καὶ τούτου οἱ κλέπται τοῦ σκοποῦ ἀποτύχωσι, τότε λοιπὸν ἡσυχίως ἐπιστάντες ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ψυχῇ μακαρίζουσιν ἡμᾶς, ὡς κατὰ Θεὸν ἐν πᾶσιν πολιτευομένους. Τοῦ μὲν προτέρου ἐχθρὸς, σπουδὴ καὶ μέριμνα θανάτου· τοῦ δὲ δευτέρου, ὑποταγὴ καὶ ἐξουδένωσις· τοῦ δὲ τρίτου, τὸ ἑαυτὸν διηνεκῶς καταμέμφεσθαι. Τοῦτο κόπος ἐστὶν ἐνώπιον ἡμῶν, ἕως οὗ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἁγιαστήριον ἡμῶν τὸ πῦρ τὸ τοῦ Θεοῦ. Οὐκ ἔσονται γὰρ λοιπὸν τότε προλήψεων ἐν ἡμῖν ἀνάγκαι. Ὁ γὰρ Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον πᾶσαν πύρωσιν καὶ κίνησιν, καὶ πρόληψιν, καὶ πώρωσιν, τὴν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ὁρωμένην τε καὶ νοουμένην.

7. Οἱ δαίμονες τὸ ἐναντίον πάλιν τῶν εἰρημένων ποιεῖν πεφύκασιν. Ἐπὰν γὰρ τῆς ψυχῆς περιγένωνται, καὶ τὸ τοῦ νοὸς φῶς περιτρέψωσιν, οὐκ ἔτι ἔσται ἐν ἡμῖν τοῖς ἀθλίοις, οὐ νῆψις, οὐ διάκρισις, οὐκ ἐπίγνωσις, οὐκ ἐντροπή· ἀλλ᾿ ἀναλγησία, καὶ ἀναισθησία, καὶ ἀδιακρισία, καὶ ἀβλεψία.

8. Οἴδασι γὰρ τὰ εἰρημένα εὖ μάλα σαφῶς οἱ ἐκ πορνείας ἀνανήψαντες, καὶ ἐκ παῤῥησίας (1016.) ὑποσταλέντες, καὶ οἱ ἐξ ἀναιδείας εἰς συναίσθησιν ἐληλυθότες· πῶς τε μετὰ τὴν νῆψιν τοῦ νοὸς, καὶ τῆς πωρώσεως, μᾶλλον δὲ πηρώσεως αὐτοῦ διάλυσιν, καὶ ἑαυτοὺς κατὰ νοῦν αἰδοῦνται, ἐφ᾿ οἷς πρώην ἐλάλουν καὶ ἔπραττον ἐν τυφλώσει διάγοντες.