Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Δημήτριος Τσελεγγίδης: Αν τηρούσαμε το θέλημα του Θεού




 Δημήτριος Τσελεγγίδης: Αν τηρούσαμε το θέλημα του Θεού οι ηγέτες μας θα εξέφραζαν αυτήν την πραγματικότητα. Η μετάνοια και η υπακοή στο θέλημά Του μέσα στο θεραπευτήριο της Εκκλησίας είναι η λύση που αναζητούμε.


Ο κύριος Δημήτριος Τσελεγγίδης, καθηγητής Θεολογίας στον τομέα Δογματικής του ΑΠΘ, στην εκπομπή* ¨Ορθοδοξία, Ελληνισμός και κακοδοξία¨, [δημοσιεύτηκε στις 13 Μαρ 2016] απαντά σε καίρια ερωτήματα γύρω από τον οικουμενισμό που ταλανίζουν το Ορθόδοξο ποίμνιο. Την εκπομπή επιμελείται και παρουσιάζει ο πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντίνος Καντάνης, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου Αγρινίου.
*Η εκπομπή, λόγω του μεγάλου όγκου της και για ευκολότερη κατανόηση, θα παρουσιαστεί τμηματικά σε μία σειρά αναρτήσεων. Η 1η απομαγνητοφώνηση ΕΔΩ, η 2η ΕΔΩ η 3η ΕΔΩ η 4η ΕΔΩ .
Ερώτηση π. Κωνσταντίνου Καντάνη:

Αφού είναι παναίρεση κύριε καθηγητά, πώς και η Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία βιώνει όλα αυτά που λέτε, αυτή είναι η ζωή της Ορθοδοξίας, πώς συμμετέχει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών;
Καθ. Δημήτριος Τσελεγγίδης:
Κοιτάξτε, είναι σα να με ρωτάτε όπως το ακούω, αφού εμείς γεννηθήκαμε άνωθεν, πως αμαρτάνουμε; Το ερώτημα είναι τόσο απλοϊκό όσο και παράλογο, δηλαδή, αν δεν πούμε κάποιες παραμέτρους.
Μας λέει ο Απόστολος Παύλος και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, κατ’ αρχήν ο Απόστολος Παύλος, ότι πεθάναμε κατά την αμαρτία. Εμείς είμαστε νεκροί, ζούμε μετά το θάνατό μας, ο οποίος είναι ο θάνατος της αμαρτίας στο πλαίσιο της Εκκλησίας. Ο Απόστολος Ιωάννης μας λέει ότι ο πιστός επειδή γεννήθηκε άνωθεν κτλ., ού δύναται αμαρτάνειν. Οντολογικώς όμως. Γιατί; Γιατί σπέρμα εν αυτώ μένει το Άγιο Πνεύμα και επομένως εφόσον βρίσκεται σ’ αυτήν την σχέση δεν μπορεί να αμαρτάνει. Αλλά αυτό δεν είναι μαγική πράξη, δεν είναι ένας μηχανισμός επειδή γεννηθήκαμε δεν αμαρτάνουμε γιατί αυτό θα ακύρωνε το αυτεξούσιό μας. Έτσι λοιπόν αμαρτάνουμε όχι από αδυναμία αλλά από αυτεξουσιότητα. Δεν θέλουμε να κάνουμε το θέλημα του Θεού και μερικοί επιμένουν όπως ο Ιούδας.

Ο Άνθρωπος στο Άπειρο της Αϊδιότητος




Φύσις και πρόσωπο

Η σχέση ανάμεσα στο άκτιστο και το κτιστό παράγεται από το πρώτο και εκφράζεται διπλά, ως σχέση υπερβατότητος και ως σχέση αγαθότητος. Στην πρώτη περίπτωση η άκτιστη φύση υπέρκειται της κτιστής απείρως και γι'αυτό παραμένει απρόσιτη, στη δεύτερη ουσιώνει και προβάλλει την αϊδίως προϋπάρχουσα μέσα της γνώση. Όταν η αγαθότης μεταφέρεται στο πεδίο των ήδη δημιουργημένων όντων, δέχεται από το Μάξιμο το όνομα έρως και η αλλαγή αυτή ονόματος εκφράζει όλη την ορμή της κτίσεως για τελείωση.

"Το θείο ως έρως και αγάπη κινείται, ως εραστό και αγαπητό κινεί προς εαυτό όλα τα δεκτικά έρωτος και αγάπης. Για να το πούμε σαφέστερα, κινείται διότι σκοπεύει να εμφυτεύσει ενδιάθετη σχέση έρωτος και αγάπης στούς δεκτικούς αυτών των αγαθών, και κινεί διότι είναι εκ φύσεως ελκτικό της εφέσεως των κινουμένων προς αυτό"(3).

Η αγαθότης είναι η πρόκληση της δημιουργίας, ο έρως είναι η τελειοποίησή της. Η δημιουργία δεν είναι στατική αλλά δυναμική πραγματικότης, διότι έχει ξεκινήσει από προϋπάρχοντες λόγους, Αν και όλα τα όντα προήλθαν από το μη ον κατά την αγαθή βούληση του Θεού, εκδηλωθείσα ελεύθερα στην κατάλληλη στιγμή, οι λόγοι τους κατά την σκέψη του Μαξίμου προϋπήρχαν αϊδίως στον ένα Λόγο, στο Θεό. Κάθε κτιστό δημιουργήθηκε σύμφωνα με αντίστοιχο λόγο, και αυτός είναι που ορίζει τόσο τη γένεσή του όσο και την ουσία του.

Ο όρος λόγος με την πλούσια εξωχριστιανική και χριστιανική παράδοσή του παίρνει ιδιαίτερο νόημα στο σύστημα του Μαξίμου σε συνδυασμό με τη διδασκαλία περί εικόνος, ομοίωσης και μέθεξης. Όλα τα όντα έχουν μια προκαταρκτική μετοχή στο Θεό, και ειδικά βέβαια τα λογικά όντα που σύμφωνα με το λόγο της δημιουργίας τους είναι εγκαθιδρυμένα στον ίδιο το Θεό και γι'αυτό αποκαλούνται "μοίρα Θεού"(4). Ο άνθρωπος είναι μοίρα Θεού, αλλά όχι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Δημιουργήθηκε ως μοίρα Θεού, αλλά παραμένει έτσι μόνο εφ' όσον κινείται σύμφωνα με το λόγο του, ενώ αν κινηθεί αντίθετα απο αυτόν, καταρρέει, φθάνει πάλι στο μη ον.

Ο "λόγος" είναι η δύναμη που συνιστά την αρχική θεμελίωση της ικανότητος του ανθρώπου να ανυψωθεί επάνω από τη φυσική του κατάσταση.

Με την έκφραση "ανύψωση επάνω από τη φυσική κατάσταση" εννοούμε μια δυναμική κίνηση που μεταμορφώνει τη φύση σε πρόσωπο. Ευρίσκομε στο σημείο τούτο μια άλλη διάκριση της μαξιμείου θεολογίας που ακολουθείται από ολόκληρη σειρά συζυγιών, όπως είναι : κίνηση και ενέργεια, φυσικό θέλημα και γνωμικό θέλημα, εικών και ομοίωση. Φύση ή ουσία είναι το κοινό περιεχόμενο όλων των ατόμων που ανήκουν σ'ένα γένος ή είδος. Πρόσωπο ή υπόσταση είναι η φύση μαζί με τα διακεκριμένα γνωρίσματά της σε κάθε άτομο(5). Εδώ η ανθρωπολογία συνδυάζεται με τη θεολογία, όπου η θεία φύση υποστατικοποιείται στα τρία πρόσωπα.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος


Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος
imagesCAEYTFPHὉ Κύριος καί Θεός, ὁ Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μεταξύ τῶν σωτηριωδῶν ἀληθειῶν, τίς ὁποῖες ἐδίδαξε, εἶπε:
«Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται».[1] Ὁ ἄνθρωπος, χωρισμένος, θεληματικά, ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, θεωρεῖ, ὡς θησαυρό του, αὐτό πού τοῦ ὑπαγορεύει τό φυσικό του θέλημα, μέ τό ὁποῖο σχηματίζει ἕνα ὑποκειμενικό «εἴδωλο θησαυροῦ», βιαστικά καί ἀμελέτητα, χωρίς σύνεση καί περίσκεψη,
Στή συνέχεια τῶν βιωμάτων του, προσκολλάει τήν καρδιά του σέ αὐτό τόν εἰδωλικό θησαυρό καί, κατά συνέπεια, ἡ καρδιά του λειτουργεῖ, εἰδωλολατρικά. Κάθε εἴδωλο, δημιουργεῖται εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ φυσικοῦ εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος.
Ἡ ὑπόσταση καί λειτουργία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ὅμως, ἕπεται τοῦ φρονήματος, τῆς γνώμης, πού σχηματίζεται καί εἶναι συνισταμένη τοῦ ὅλου πλαισίου τῶν παραγόντων καί τῶν συντελεστῶν πού δίνουν τήν ὀντότητα καί τήν λειτουργική ποιότητα στό κάθε πρόσωπο.
Ὁ Μέγας τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ ἅγιος Παῦλος, στήν ἐπιστολή του πρός Ρωμαίους διδάσκει τά ἑξῆς βαρυσήμαντα: «καί μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν, εἰς τό δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον».
Ἡ θέση αὐτή τοῦ ἁγίου Παύλου, εἶναι καί χαρισματική καί ἐμπειρική. Ἔχει πλήρη συνείδηση, σφαιρική ἀντίληψη, καί γιά τό φυσικό καί γιά τό γνωμικό θέλημα κάθε ἀνθρώπου. Γνωρίζει πολύ καλά ὅτι δέν εἴμαστε τέλειοι, ὅσο καί ἄν ἐπιθυμοῦμε τήν τελειότητα, καί ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀβούλητης ἀτέλειάς μας, δέν πρέπει νά θεωροῦμε τό γνωμικό μας θέλημα τέλειο, παγιωμένο καί στάσιμο, ἀλλά πάντοτε εὑρισκόμενο σέ κατάσταση συνεχοῦς ἀναμόρφωσης, ἡ ἐπιτυχία τῆς ὁποίας , ἐν πολλοῖς, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ρυθμό λειτουργίας τῆς ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας μας, ὡς ἀπαραίτητης προϋπόθεσης κατανόησης καί ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, πρίν ἀπό τήν ἄμεση κλήση του ὑπό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στήν πορεία του πρός τή Δαμασκό, ἦταν φανατικά «συσχηματισμένος» μέ τό θρησκευτικό καί κοινωνικό του περιβάλλον καί, κατά συνέπεια, τό γνωμικό του θέλημα τόν ὁδηγοῦσε νά ἐγκληματεῖ κατά τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν.
Δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ὅτι αὐτό τό ἐγκληματικό γνωμικό θέλημά του, τό ἐπικύρωναν οἱ κοινωνικοί καί θρησκευτικοί παράγοντες τοῦ τότε «αἰῶνος». Ἐθεωρεῖτο ἄψογος ἐνῶ λειτουργοῦσε τήν ὑπαρξή του ἐγκληματικά! Σέ μιά ὅμοια κατάσταση, στίς μέρες μας καί κατά ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦ συνόλου πληθυσμοῦ τῆς Χώρας μας, βρίσκονται καί οἱ βαπτισμένοι στήν ἱερά Κολλυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας Χριστιανοί, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἔχουν συσχηματιστεῖ τῷ αἰῶνι τούτῳ. Τό γνωμικό τους θέλημα, εἶναι ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί βρίσκεται συσχηματισμένο μέ τά φρονήματα τῆς σύγχρονης ούμανιστικῆς καί ἡδονολατρικῆς κοινωνίας, τῆς παραπαιούσης μεταξύ ἀμοραλισμοῦ καί ἐγκληματικῆς διαστροφῆς.

Σημειώσεις
[1] Λουκ. 12, 34 καί Ματθ. 6, 21

«Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΙΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΕΣΤΙ»


(Ἱερός Χρυσόστομος)
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν
                                                                       κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
 
            Καί πάλι ἐνώπιόν μας οἱ ἁγιασμένες μορφές τῶν Τριῶν μεγίστων Φωστήρων τῆς τρισηλίου Θεότητος Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων καί Ἱεραρχῶν τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τῶν προστατῶν τῆς Παιδείας καί ὁ ἑορτασμός τῆς κοινῆς τους μνήμης.
            Τά σχολεῖα θά ἀργήσουν, θά ἐκφωνηθοῦν κάποιοι λόγοι, κάποιες ἀντιπροσωπεῖες μαθητῶν θά ἐκκλησιασθοῦν, καί ἔτσι θά τελειώσῃ γιά μιά ἀκόμη φορά αὐτή ἡ ἑορτή, ἡ ὁποία ἔχει πολύ μεγάλη σημασία, ἀφοῦ τά μηνύματα πού ἐκπέμπει εἶναι τόσο δυνατά, τόσο ἐπίκαιρα, ὄντως σωτήρια,ἀφ’ ἑνός μέν γιά αὐτή τήν ἴδια τήν παιδεία μας, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τόν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, ὡς ψυχοσωματική ὀντότητα καί ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ».
            Καθώς ὅμως σκέπτομαι τό «πῶς» καί τό «γιατί» τοῦ ἑορτασμοῦ, λύπη καταλαμβάνει τήν καρδιά μου, ἀφοῦ διαπιστώνω ὅτι κατ’ ἔτος ὁ ἑορτασμός αὐτός εἶναι τελείως ἐπιφανειακός, ἄχρωμος καί τίς περισσότερες φορές οὐδεμία σχέση ἔχει μέ τό ὅραμα τῶν Τριῶν μεγάλων Διδασκάλων καί Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἕνωσαν δύο κόσμους, τόν Χριστιανικό καί τόν Ἑλληνικό, σέ μιά ἐποχή πού ἡ κοινωνία ἔπνεε τά λοίσθια καί ἰδιαίτερα ὁ Ἑλληνικός κόσμος καί πολιτισμός.
            Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἀντιμετωπίζονται δυστυχῶς καί ἑορτάζονται ὡς ἐπιστήμονες τῆς κοσμικῆς σοφίας, ὡς ἀνθρωπιστές, ὡς φιλόσοφοι καί γνῶστες τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ὡς ρήτορες καί συγγραφεῖς, ὅπως κάποιες ἄλλες προσωπικότητες, στίς ὁποῖες κατά τήν διάρκεια τοῦ χρόνου γίνεται ἀναφορά γιά τήν προσφορά τους στόν ἄνθρωπο.
            Ὅμως, οἱ μεγάλοι αὐτοί Πατέρες, δέν ἦταν μόνο ἐπιστήμονες μέ τήν κοσμική ἔννοια τοῦ ὅρου, δέν ἦταν μόνο συγγραφεῖς παιδαγωγικῶν ἤ κοινωνικῶν συγγραμμάτων, ἤ μόνο διακεκριμένοι φιλόσοφοι καί ρήτορες. Ἦταν κάτι πολύ παραπάνω ἀπ’ αὐτά, τό ὁποῖο οὔτε τονίζεται, οὔτε διδάσκεται, καί πολύ περισσότερο, οὔτε καταβάλλεται προσπάθεια νά γίνῃ βίωμά μας, ἀφοῦ προηγουμένως καταστῇ ὑπόθεση τῆς προσωπικῆς ζωῆς καί τοῦ ἀγῶνος τοῦ καθενός μας.
            Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἦταν πάνω ἀπ’ ὅλα Ἅγιοι. Ἦταν οἱ θεούμενοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνέδειξαν ὅλα τά χαρίσματά τους, μέ προσωπική ἄσκηση καί πνευματική καλλιέργεια, μέ προσευχή καί νηστεία καί νηπτική θεωρία. Ἡ προσωπικότητά τους φωτίστηκε ἀπό τό Ἄκτιστο Φῶς τοῦ Κυρίου, τόν ὁποῖο ἐλάτρευσαν καί στόν ὁποῖο ἔδωσαν τήν ὕπαρξή τους ὁλόκληρη, ὥστε μέσα ἀπό τήν «καλήν ἀλλοίωσιν» κατά Θεόν καί τήν μετ’ Αὐτοῦ μυστική-μυστηριακή κοινωνία, νά καταστοῦν «χριστοφόρων οἰκοδόμοι ναῶν, ἀθλητῶν ἐπουρανίων ἐπιμεληταί» (Ἰωάννoυ Χρυσοστόμου PG 47. 386).
            Mέσα ἀπό τήν ζωή καί τήν πολιτεία τους ἐδοξάσθη ὁ Θεός, γιατί Αὐτόν ἐκήρυτταν, ὡμολογοῦσαν καί ἐφανέρωναν καθ’ ἡμέραν στούς ἀνθρώπους, ὡς τόν μοναδικό Σωτῆρα, Λυτρωτῆ καί Εὐεργέτη τοῦ κόσμου. Μέσα ἀπό τήν αὐτοθυσιαστική πορεία τους καί τήν προσφορά τῆς ἀγάπης τους πρός τόν ἄνθρωπο, ἀδιακρίτως φυλῆς, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, κοινωνικῆς καταστάσεως κλπ., ὡδήγησαν στήν θεογνωσία καί στήν κατά Χριστόν Ἰησοῦν τελείωση τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους, καί ὄχι μόνο, ἀφοῦ ἡ προσωπικότητά τους, τό πνευματικό τους ἔργο καί ἡ ἁγία βιοτή καί πολιτεία τους, ἔχουν διαχρονική διάσταση καί ἰσχύ.

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ - ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ Περὶ διακρίσεως


Α
Περὶ διακρίσεως λογισμῶν, καὶ παθῶν, καὶ ἀρετῶν.

1. (1013.) Διάκρισίς ἐστιν ἐν μὲν τοῖς εἰσαγομένοις, ἡ τῶν καθ᾿ ἑαυτοὺς ἀληθὴς ἐπίγνωσις· ἐν τοῖς δὲ μέσοις ἡ τὸ κυρίως ἀγαθὸν ἐκ τοῦ φυσικοῦ, καὶ τοῦ ἐναντίου ἀπταίστως διακρίνουσα νοερὰ αἴσθησις· ἐν τοῖς δὲ τελείοις, ἡ διὰ θείας ἐλλάμψεως ἐνυπάρχουσα γνῶσις, ἥτις καὶ τὰ ἐν ἄλλοις σκοτεινῶς ἐνυπάρχοντα τῷ ἑαυτῆς λύχνῳ καταφωτίζειν ἰσχύουσα.

Ἢ τάχα καθολικῶς τοῦτο καὶ ἔστι, καὶ γνωρίζεται διάκρισις, ἡ τοῦ θείου θελήματος ἀσφαλὴς κατάληψις ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ τόπῳ, καὶ πράγματι, ἥτις ἐνυπάρχει μόνοις τοῖς καθαροῖς τῇ καρδίᾳ, καὶ τῷ σώματι, καὶ τῷ στόματι.

2. Ὁ μὲν τοὺς τρεῖς εὐσεβῶς καθελὼν συγκαθεῖλε, καὶ τοὺς πέντε· ὁ δὲ ἐκείνων ἀμελῶν οὐδέτερον νικήσει. Διάκρισίς ἐστι συνείδησις ἀμόλυντος, καὶ καθαρὰ αἴσθησις·

3. μηδεὶς ἐν τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ ὑπὲρ φύσιν τινὰ ἀκούων ἢ ὁρῶν, ἐξ ἀγνωσίας εἰς ἀπιστίαν περιπέσοι· ὅπου γὰρ ἐνδημήσει ὁ ὑπὲρ φύσιν Θεὸς, ὑπὲρ φύσιν λοιπὸν τὰ πλεῖστα τῶν πραγμάτων γίνονται.

4. Ἐν τρισὶ τούτοις γενικωτάτοις τρόποις πᾶς πόλεμος δαιμονιώδης ἐν ἡμῖν συνίσταται, ἢ ἐξ ἀμελείας, ἢ ἐξ ὑπερηφανίας, ἢ ἐκ φθόνου τῶν δαιμόνων· καὶ ἐλεεινὸς μὲν ὁ πρῶτος· πανάθλιος ὁ δεύτερος· ὁ δὲ τρίτος τρισμακάριστος.

5. Σκοπῷ καὶ κανόνι τῷ ἡμετέρῳ κατὰ Θεὸν συνειδότι πρὸς πάντα χρησώμεθα, ἵνα γνόντες τὴν τῶν ἀνέμων πνοὴν πόθεν ἔρχεται, πρὸς αὐτὸ λοιπὸν, καὶ τὰ ἱστία ἀνατείνωμεν.

6. Ἐν πάσαις ἡμῶν ταῖς κατὰ Θεὸν ἐργασίαις τρεῖς ἡμῖν βοθύνους οἱ δαίμονες ὀρύσσουσι. Καὶ πρῶτον μὲν παλαίουσιν, ἵνα τὸ ἀγαθὸν κωλύσωσι γενέσθαι· δεύτερον δὲ μετὰ τὴν πρώτην αὐτῶν ἧτταν, ἵνα μὴ κατὰ Θεὸν τὸ τυχὸν γένηται. Ὅταν δὲ καὶ τούτου οἱ κλέπται τοῦ σκοποῦ ἀποτύχωσι, τότε λοιπὸν ἡσυχίως ἐπιστάντες ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ψυχῇ μακαρίζουσιν ἡμᾶς, ὡς κατὰ Θεὸν ἐν πᾶσιν πολιτευομένους. Τοῦ μὲν προτέρου ἐχθρὸς, σπουδὴ καὶ μέριμνα θανάτου· τοῦ δὲ δευτέρου, ὑποταγὴ καὶ ἐξουδένωσις· τοῦ δὲ τρίτου, τὸ ἑαυτὸν διηνεκῶς καταμέμφεσθαι. Τοῦτο κόπος ἐστὶν ἐνώπιον ἡμῶν, ἕως οὗ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἁγιαστήριον ἡμῶν τὸ πῦρ τὸ τοῦ Θεοῦ. Οὐκ ἔσονται γὰρ λοιπὸν τότε προλήψεων ἐν ἡμῖν ἀνάγκαι. Ὁ γὰρ Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον πᾶσαν πύρωσιν καὶ κίνησιν, καὶ πρόληψιν, καὶ πώρωσιν, τὴν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ὁρωμένην τε καὶ νοουμένην.

7. Οἱ δαίμονες τὸ ἐναντίον πάλιν τῶν εἰρημένων ποιεῖν πεφύκασιν. Ἐπὰν γὰρ τῆς ψυχῆς περιγένωνται, καὶ τὸ τοῦ νοὸς φῶς περιτρέψωσιν, οὐκ ἔτι ἔσται ἐν ἡμῖν τοῖς ἀθλίοις, οὐ νῆψις, οὐ διάκρισις, οὐκ ἐπίγνωσις, οὐκ ἐντροπή· ἀλλ᾿ ἀναλγησία, καὶ ἀναισθησία, καὶ ἀδιακρισία, καὶ ἀβλεψία.

8. Οἴδασι γὰρ τὰ εἰρημένα εὖ μάλα σαφῶς οἱ ἐκ πορνείας ἀνανήψαντες, καὶ ἐκ παῤῥησίας (1016.) ὑποσταλέντες, καὶ οἱ ἐξ ἀναιδείας εἰς συναίσθησιν ἐληλυθότες· πῶς τε μετὰ τὴν νῆψιν τοῦ νοὸς, καὶ τῆς πωρώσεως, μᾶλλον δὲ πηρώσεως αὐτοῦ διάλυσιν, καὶ ἑαυτοὺς κατὰ νοῦν αἰδοῦνται, ἐφ᾿ οἷς πρώην ἐλάλουν καὶ ἔπραττον ἐν τυφλώσει διάγοντες.