Επιτρέπει ο Θεός, αδελφέ μου, να έχεις ένα πρόβλημα, έναν πόνο, μια δυσκολία, να περνάς κάτι που ίσως σε συντρίβει ως τα κατάβαθα της υπάρξεώς σου. Αυτό είναι ευλογία, είναι επίσκεψη του Θεού. Είναι σαν να σου λέει ο Θεός: «Εδώ είμαι. Στάσου λίγο και πρόσεξε. Γύρνα και κοίταξέ με. Μη βουλιάζεις μέσα στην όποια πραγματικότητα. Θέλω κάτι να σου δώσω.
Τι έχω να σου δώσω; Τον ίδιο τον εαυτό μου! Ναι, θέλω να σου δώσω την όλη χάρη μου και δια της χάριτός μου τον ίδιο τον εαυτό μου και να σε κάνω θεό. Θέλω να σε κάνω ό,τι είμαι κι εγώ ο Θεός, διότι σε αγαπώ, σε θέλω, διότι είσαι το πλάσμα μου και για σένα έκανα και κάνω τα πάντα».
Ενώ λοιπόν αυτό που περνάει κανείς είναι μια επίσκεψη του Θεού, δεν μπορεί να το δει έτσι ο άνθρωπος. Νομίζει ότι δεν αντέχει, νομίζει ότι ο πόνος είναι πολύς, ότι οι στενοχώριες είναι πολλές και τα βάσανα μεγάλα και λέει: «Τι να κάνω; Δεν μπορώ». Δεν είναι όμως έτσι.
Ακριβώς το ότι πονάς, πιέζεσαι και ζορίζεσαι, ακριβώς το ότι έχεις πληγή μέσα σου, ακριβώς το ότι έρχονται όλα έτσι που ούτε ελπίδα υπάρχει ούτε διέξοδος ούτε κάποιο στήριγμα ή κάποια παρηγοριά, ακριβώς λοιπόν το ότι συμβαίνουν όλα αυτά, είναι όχι ένδειξη αλλά απόδειξη, αδελφέ μου, ότι είναι παρών ο Θεός, ότι σε αγγίζει ο Θεός, ότι ασχολείται μ’ εσένα ο Θεός. Σε βλέπει, σε ξέρει, σε καταλαβαίνει και θέλει να σε ελεήσει. Στάσου λοιπόν λίγο, κάνε λίγη υπομονή, στηρίξου λίγο στον Θεό! Γιατί πονάς τόσο πολύ; Γιατί αισθάνεσαι τόσο πολύ πληγωμένος, τόσο πολύ αποθαρρυμένος; Γιατί τόσο πολύ νιώθεις ότι πνίγεσαι, ότι χάνεσαι; Γιατί; Όχι για άλλο λόγο, αλλά διότι έχεις αντίσταση μέσα σου.
Και η αντίσταση αυτή να, πώς λειτουργεί. Ας πούμε ότι υπάρχει ένα οχυρό, ένα φρούριο, στο οποίο επιτίθεται κάποιος εχθρός. Όσο ανθίσταται αυτός που είναι μέσα στο οχυρό, τόσο εκείνος που επιτίθεται εντείνει τις δυνάμεις του, δυναμώνει τις πιέσεις του, δυναμώνει τις επιθέσεις του, για να συντρίψει το οχυρό· να σπάσει τοίχους, πόρτες και να εισέλθει μέσα να το καταλάβει.