Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

«O ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ*» Υπό Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη Αναπληρωτού Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών


1. Η κατήχηση είναι μία θεμελιώδης λειτουργία της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου αφ’ ενός μεν γιατί προσφέρει την αυθεντική πρόταση στο περί Θεού ερώτημα, αφ’ ετέρου δε γιατί αποτελεί την αυθεντική απάντηση του ανθρώπου για την έμφυτη ροπή του προς μία υπερβατική θεία δύναμη, η οποία καθόρισε την αρχή της υπάρξεώς του και την εντελέχεια της όλης θείας δημιουργίας. Η αναφορικότητα αυτή του ανθρώπου προς μία υπερβατική θεία δύναμη έχει ανθρωποκεντρική αφετηρία καί αναγωγική κίνηση όχι μόνο στη θεολογία των θρησκειών, αλλά και στην φιλοσοφούσα διανόηση. Η αναφορικότητα του λόγου των όντων σε ένα υπερβατικό Λόγο της υπάρξεώς τους, όπως μορφοποιήθηκε στους προσωκρατικούς Έλληνες φιλοσόφους, συστηματοποιήθηκε στην περί των Ιδεών πλατωνική φιλοσοφία και στην περί ενός κινούντος ακινήτου αριστοτελική διδασκαλία, οι οποίες επηρέασαν βαθύτατα και τις θεοκεντρικές ερμηνείες των διαφόρων θρησκειών για τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και με τον κόσμο.
Είναι γενική η παραδοχή καί αδιαμφισβήτητη η διαπίστωση ότι το περί Θεού ερώτημα είναι μία έμφυτη και καθολική έκφραση της αναφορικότητας της υπάρξεως του ανθρώπου προς μία υπερβατική, προσωπική ή και απρόσωπη, θεία δύναμη, η οποία καθόρισε ή και καθορίζει συνεχώς τόσο την ύπαρξη, όσο και την εντελέχεια όλων των όντων. Η θεωρητική αμφισβήτηση ή απόρριψη της σχέσεως αυτής, όπως και η αγνωστικιστική σχετικοποίησή της, οι οποίες συστηματικοποιήθηκαν από τα αντιθεϊστικά ιδεολογικά συστήματα των νεωτέρων κυρίως χρόνων, όχι μόνο δεν κλόνισαν, αλλ’ αντιθέτως αναθέρμαναν και τις απωθημένες πτυχές της θρησκευτικής συνειδήσεως, οι οποίες είχαν ατονήσει από τις ποικίλες αγκυλώσεις των θρησκευτικών ηγεσιών στις διάφορες περιόδους της ιστορικής πορείας των θρησκειών μέσα στον κόσμο.
Οι αγκυλώσεις αυτές, οι οποίες προέκυψαν από τις αυτονόητες επιδράσεις των διαφόρων εθνικών και πολιτιστικών παραδόσεων στην πνευματική αποστολή των διαφόρων θρησκειών, περιόρισαν πολλές φορές την αξιοπιστία και σε ορισμένες περιπτώσεις αλλοίωσαν το ίδιο το περιεχόμενο του θρησκευτικού μηνύματος για τη ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο, οι συνέπειες από τά νοσηρά αυτά φαινόμενα υπήρξαν αναμφιβόλως επαχθέστερες για τον χριστιανικό κόσμο ιδιαίτερα κατά τους νεώτερους χρόνους αφ’ ενός μεν διότι οι μεγάλες ιστορικές διασπάσεις του εκκλησιαστικού σώματος κατά τον Ε΄ (Νεστοριανοί, Μονοφυσίτες), τόν ΙΑ΄ (σχίσμα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως) και τον ΙΣΤ΄ αιώνα (Προτεσταντική Μεταρρύθμιση) έπληξαν την ενότητα της Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε διότι οι αναπόφευκτες ομολογιακές αντιπαραθέσεις ή και συγκρούσεις μεταξύ των χριστιανικών Εκκλησιών ή Ομολογιών αποδυνάμωσαν την αξιοπιστία της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας και άφησαν ευρύτατο πεδίο αμφισβητήσεως από την εκκοσμικευμένη κρατική θεωρία και την αντιθεϊστική ιδεολογία του ίδιου του λυτρωτικού μηνύματος του χριστιανισμού.
Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία, καίτοι δεν παρήγαγε ή υπέθαλψε στο σώμα της νοσηρά φαινόμενα συστηματικής αμφισβητήσεως ή και απορρίψεως της αναγκαιότητας του χριστιανικού μηνύματος για τον άνθρωπο και την κοινωνία, συμπαρασύρθηκε στην ανεξέλεγκτη λαίλαπα των δυτικών αντιθεϊστικών πολιτικών, ιδεολογικών και πνευματικών τάσεων και πλήρωσε βαρύ τίμημα στην ίδια της τη σάρκα κατά τους ΙΘ΄ και Κ΄ αιώνες. Αποδυναμωμένη από τη μακραίωνη και σκληρή δουλεία σε αλλόθρησκο κατακτητή, δεν είχε τα αναγκαία αποθέματα δυνάμεων για να αντιπαρατεθή προς τις νέες ιδεολογικές και κοινωνικές προκλήσεις, οι οποίες υποστηρίχθηκαν με ανεύθυνο τρόπο από την εκκοσμικευμένη κρατική εξουσία, γι’ αυτό και η αθεϊστική κομμουνιστική ιδεολογία του Μαρξισμού-Λενινισμού επιβλήθηκε χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις στους εμπερίστατους ορθοδόξους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι πέρασαν από τη βιαιότητα του αλλόθρησκου κατακτητή στην καταπίεση μιας εχθρικής κρατικής εξουσίας, χωρίς να έχουν την κατάλληλη πνευματική προετοιμασία για να κατανοήσουν ή να ερμηνεύσουν τις νέες προκλήσεις των καιρών.
2. Υπό την έννοια αυτή, ο χριστιανικός κόσμος γενικώτερα και η Ορθόδοξη Εκκλησία ειδικώτερα έζησε για πολλούς αιώνες την πρόκληση της αποστασίας από τη χριστιανική πίστη, η οποία προερχόταν είτε από τη βίαιη αξίωση του αλλόθρησκου κατακτητή ή και από τη βίαιη καταπίεση της ομόδοξης κρατικής εξουσίας, γι’ αυτό και ήδη από τον ΙΣΤ΄ αιώνα η κατήχηση των πιστών έγινε πρώτιστο μέλημα της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας. Πράγματι, ο χριστιανός βρέθηκε κατά τους νεώτερους χρόνους πολλές φορές ενώπιον του αρχέγονου διλήμματος της εμμονής στην παραδεδομένη πίστη της κοινωνίας με τον Θεό ή της αποστασίας από την κοινωνία με τον Θεό, χωρίς να έχη πάντοτε την αναγκαία πνευματική προετοιμασία για να αποκρούση τους πειρασμούς ενός αντιφατικού και ραγδαίως μεταβαλλόμενου κόσμου. Εν τούτοις, η εμπερίστατη Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τις αλλεπάλληλες σκληρές δοκιμασίες της δεύτερης χιλιετίας του ιστορικού της βίου, παρέμεινε προσηλωμένη στην πνευματική παρακαταθήκη της πατερικής παραδόσεως της πρώτης χιλιετίας και διαφύλαξε αλώβητο τον εσώτατο πυρήνα της πνευματικής της εμπειρίας συνηγμένη γύρω από την Αγία Τράπεζα, η οποία λειτουργούσε ως αστείρευτη πηγή πνευματικής ακτινοβολίας περί της εν ημίν ελπίδος[1] και ως ομφάλιος λώρος για τη συντήρηση των πιστών στην εν Χριστώ καινή ζωή με την αδιάλειπτη μετοχή τους στον ευχαριστιακό δείπνο του Κυρίου. Έτσι, η λειτουργική εμπειρία των πιστών αναπλήρωνε με τον δικό της πνευματικό δυναμισμό το έλλειμα της κατηχήσεως και διαφύλλασε την πνευματική ακεραιότητα του εκκλησιαστικού σώματος και στους πλέον σκοτεινούς αιώνες της ιστορικής πορείας της Εκκλησίας.
Είναι πλέον κοινή η διαπίστωση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφύλαξε ακλόνητη την εσωτερική της ενότητα μέσα από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, γιατί παρέμεινε συνηγμένη γύρω από την Τράπεζα του Κυρίου καί βίωνε στη λειτουργική της εμπειρία το όλο περιεχόμενο της ιστορίας της εν Χριστώ σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.[2] Έτσι ο λόγος της Λειτουργίας και η Λειτουργία του Λόγου εμπεριέχουν κατά τρόπο περιεκτικό και μυσταγωγικό όλα τα στοιχεία της χριστιανικής πίστεως και εμπνέουν κατά τρόπο καθοριστικό όλες τις πτυχές του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου των πιστών. Εν τούτοις, η αποσύνδεση των πιστών από τη λειτουργική εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, η οποία επιβλήθηκε με διάφορους τρόπους από την αντιθεϊστική προπαγάνδα των ιδεολογικών συστημάτων ή και από την αντιεκκλησιαστική στάση της εκκοσμικευμένης κρατικής εξουσίας, απομάκρυνε τους πιστούς από την Αγία Τράπεζα και αποδυνάμωσε την κοινωνία τους με τον Θεό. Η πρόκληση της θεωρητικής ή πρακτικής αποστασίας από την πηγή της εν Χριστώ καινής ζωής είχε ως τραγική συνέπεια όχι μόνο την πνευματική σύγχυση του ανθρώπου, αλλά και την αδυναμία της Εκκλησίας να ασκήση την πνευματική της αποστολή σε ένα εχθρικό προς αυτήν θεσμικό πλαίσιο, το οποίο κατευθυνόταν από την εκκοσμικευμένη ή και αθεϊστική ιδεολογία του νεώτερου κρατισμού.
3. Η πνευματική λοιπόν αποστολή της Εκκλησίας κατά τους νεώτερους χρόνους δεν διαφοροποιείται ως προς το ουσιαστικό της περιεχόμενο, το οποίο επικεντρώνεται πάντοτε στη λειτουργική εμπειρία της πίστεως για όλα τα μέλη της, αλλά οφείλει να προσαρμοσθή στις νέες πνευματικές ανάγκες, οι οποίες προέκυψαν από τις ιδεολογικές ή πνευματικές ανάγκες, οι οποίες προέκυψαν από τις ιδεολογικές ή πνευματικές συγχύσεις μεγάλου αριθμού μελών της και κατά συνέπεια από την απομάκρυνσή τους από την Τράπεζα του Κυρίου. Υπό την έννοια αυτή, η ενίσχυση της κατηχητικής αποστολής της Εκκλησίας απέκτησε εξαιρετική σημασία κατά τους νεώτερους χρόνους και θα μπορούσε να υποστηριχθή η αναγκαιότητα της επιστροφής στην παράδοση των πρώτων αιώνων, αφού υπάρχει αναλογία τάσεως και κριτηρίων για την απαξίωση ή έστω την αποδυνάμωση της πνευματικής επιρροής της Εκκλησίας στην Κοινωνία.
Βεβαίως, στην ελληνική πραγματικότητα το πρόβλημα δεν είναι ακόμη οξύ, όπως λ.χ. στους άλλους ορθοδόξους λαούς, λόγω κυρίως του συστήματος των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, το οποίο σέβεται το παραδοσιακό θεσμικό ρόλο της Εκκλησίας στην κοινωνία και υποστηρίζει τη θρησκευτική αγωγή των νέων τόσο στή δημόσια, όσο και στην ιδιωτική εκπαίδευση. Έτσι, οι νέοι μας λαμβάνουν σημαντικές γνώσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία και για τις άλλες μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ενώ συνδέονται μέσα στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος και με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Εν τούτοις, η εκπαιδευτική αυτή διαδικασία είναι παραπληρωματική και δεν μπορεί να υποκαταστήσει την βασική αποστολή της Εκκλησίας να μυήση τους νέους στο λυτρωτικό μήνυμα της πίστεως, όπως αυτό βιώνεται στη λειτουργική της εμπειρία, στην οποία πραγματώνεται η ενότητα των μελών της μεταξύ τους και με τη θεία κεφαλή της Εκκλησίας, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Υπό την έννοια αυτή, τό κατηχητικό σχολείο, εντάχθηκε στο κέντρο της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας κατά τους νεώτερους χρόνους, γιατί η χριστιανική αγωγή των νέων κατηγορήθηκε σκόπιμα από τους εκπροσώπους της αθεϊστικής ιδεολογίας και του εκκοσμικευμένου Μοντερνισμού ως αναχρονιστική και ως μη συμβατή προς την αξίωσή τους για την αυτονόμηση του ανθρώπου από κάθε υπερβατική αυθεντία. Έτσι, η Εκκλησία υποχρεώθηκε να οργανώση το έργο της κατηχήσεως των νέων είτε μέσα στα πλαίσια της αποστολής της Ενορίας ή και μέσα από τις πρωτοβουλίες θρησκευτικών οργανώσεων με θετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, η αυτονόμηση του κατηχητικού έργου των θρησκευτικών οργανώσεων από τη ζωή της ενορίας προκάλεσε ποικίλες πνευματικές συγχύσεις, οι οποίες αντιμετωπίσθηκαν με καχυποψία από την Ποιμαίνουσα Εκκλησία, επέτρεψε όχι μόνο τη συστηματική αμφισβήτηση των επιδιωκομένων σκοπών, αλλά και την απαξίωση των κατηχητικών σχολείων σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
4. Συνεπώς, η αποστολή της Διευθύνσεως Κατηχήσεως και Νεότητος της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την κατάλληλη προετοιμασία των στελεχών του κατηχητικού έργου επικεντρώνεται αφ’ ενός μεν στην άρση των πολλαπλών και σε ορισμένες περιπτώσεις απαραδέκτων συγχύσεων του παρελθόντος, οι οποίες οδήγησαν στην κοινωνική απαξίωση των κατηχητικών σχολείων, αφ’ ετέρου δε στην ανασύνδεση του κατηχητικού έργου με τη λειτουργική εμπειρία της ενορίας, η οποία δικαιώνει την κατήχηση και θεραπεύει τις οποιεσδήποτε ελλείψεις ή παραλείψεις των στελεχών της κατηχήσεως. ’λλωστε, η οποιαδήποτε αυτονόμηση του κατηχητικού έργου από τη λειτουργία της Τραπέζης του Κυρίου, όπου ο προσφέρων καί ο προσφερόμενος είναι ο ίδιος ο Κύριος και τελειωτής της πίστεως ημών, μετατρέπει τη μυστηριακή εμπειρία της πίστεως σε ιδεολογικό σύστημα αρχών και ηθικών αξιών, διότι την αποσυνδέει όχι μόνο από τη χριστοκεντρική οντολογία της όλης μαρτυρίας της Εκκλησίας, αλλά και από τον κοινωνικό δυναμισμό του όλου εκκλησιαστικού σώματος, στο οποίο είναι «τα πάντα και εν πάσι Χριστός».[3] Υπό την έννοια αυτή, το όλο κατηχητικό έργο έχει ως αποστολή να οδηγή στην Αγία Τράπεζα, όπου ο ίδιος ο Χριστός προσφέρεται ως «φάρμακον αθανασίας»[4] και «αντίδοτον του μη αποθανείν»[5] προς πάντα άνθρωπον, διότι μόνο η μετοχή στην εν Χριστώ καινή ζωή δίνει νόημα στην οποιαδήποτε διδασκαλία των αληθειών της πίστεως, αφού ο Χριστός είναι η μόνη οδός, η μόνη αλήθεια και η μόνη ζωή[6] για κάθε πιστό.
Είναι λοιπόν προφανές ότι η συμμετοχή στο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας είναι όχι βεβαίως ανάθεση καθηκόντων, αλλά κυρίως ανάληψη ευθυνών για την αξιόπιστη μαρτυρία της πίστεως σε μία περίοδο πολλαπλών ιδεολογικών, πνευματικών και κοινωνικών συγχύσεων, οι οποίες συντηρούνται από θεσμικούς και εξωθεσμικούς παράγοντες του δημοσίου βίου των λαών και απειλούν τα ιερά και τα όσια της πνευματικής τους κληρονομίας. Οι θιασώτες της πνευματικής συγχύσεως διαθέτουν και τα πρόσωπα και τα μέσα για την πραγματοποίηση των σκοτεινών τους επιδιώξεων, γι’ αυτό και επικεντρώνουν την αθέμιτη δράση τους στην αλλοτρίωση της πνευματικής ταυτότητας των νέων, οι οποίοι δεν διαθέτουν ένα συγκροτημένο κώδικα ηθικών αξιών για να εκτιμήσουν τους κινδύνους των ελκυστικών προκλήσεων των καιρών. Υπό την έννοια αυτή, τα στελέχη του κατηχητικού έργου της Εκκλησίας πρέπει να εμπνέονται από τις αρχές του χριστιανικού ήθους σε όλες τις εκφράσεις της ζωής και να βιώνουν την αναφορά τους στη λειτουργική εμπειρία για να λειτουργήσουν ως αξιόπιστοι διδάσκαλοι της πίστεως όχι μόνο με τους λόγους τους, αλλά και με τη συνέπεια του υποδείγματός τους.
Οι νέοι κατηχητές, Μακαριώτατε, που αυτή τη στιγμή ευρίσκονται ενώπιον της Υμετέρας Μακαριότητος εμπνέονται πράγματι από τις αρχές του χριστιανικού ήθους σε όλες τις εκφράσεις της ζωής τους και αγωνίζονται να βιώνουν την αναφορά του στη λειτουργική εμπειρία για να δυνηθούν να λειτουργήσουν ως αξιόπιστοι διδάσκαλοι-κατηχητές της πίστεως, όχι μόνο με τον λόγο τους, αλλά και με τη συνέπεια του παραδείγματός τους. Και αυτό το απέδειξαν με την τετράωρη παρουσία τους κάθε Σάββατο στα μαθήματα της Σχολής Κατηχητών της Εκκλησίας ενώ άλλοι συνομίληκοί τους, συνάδελφοί τους, φίλοι τους περνούσαν «καλύτερα» σε κάποια «κέντρα πολιτισμού» για να θυμηθούμε και κάποιον –μακαρίτη τώρα– πρώην υπουργό.
Η χαρισματική και συνεπής σχέση λόγου και ζωής υπήρξαν πάντοτε και παραμένουν συνεχώς η μοναδική πηγή αξιοπιστίας του λόγου του διδασκάλου για τους νέους, ιδιαίτερα δε όταν ο λόγος αναφέρεται στην ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι πολλοί από τους νέους, καίτοι έχουν χαλαρή σχέση με την πνευματική ζωή της ενορίας, είναι πρόθυμοι να βιώσουν την εμπειρία της ασκητικής πνευματικότητας του Μοναχισμού, επειδή η επιλογή του μοναχού είναι επιλογή ζωής και έτσι λειτουργεί ως αξιόπιστη μαρτυρία πρός τους εγγύς και τους μακράν περί της εν ημίν ελπίδος. Το υπόδειγμα της συνέπειας λόγου και ζωής αναζητούν οι νέοι και στο πνευματικό έργο της ενορίας, γι’ αυτό και εμπνέονται από χαρισματικές προσωπικότητες κληρικών, οι οποίοι βιώνουν στην προσωπική τους ζωή το λυτρωτικό μήνυμα της πίστεώς μας. ’λλη οδός μαρτυρίας δεν υπάρχει...
Ευχηθήτε Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα και Σεπτέ Ποιμενάρχα μας στα Παιδιά Σας αυτά, τους νέους Κατηχητάς και ευλογήστε τα να εργασθούν με ζήλον προφήτου και αυταπάρνηση αποστόλου για να φυτέψουν στις παιδικές ψυχές των μαθητών τους την πίστη στο Θεό, την αγάπη προς την Πατρίδα και την εμμονή στα ελληνοχριστιανικά ιδανικά της Φυλής μας.
* Εισηγητική ομιλία κατά την τελετήν απονομής των Πτυχίων εις τους αποφοίτους της Σχολής Κατηχητών της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (23 Ιουνίου 2004), επί παρουσία της Α.Μ. του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.
[1] Α΄ Πέτρ. γ΄ 15.
[2] Ό,τι συνέβη στον Πανάγιο Τάφο του Γολγοθά, στον οποίο εναποτέθηκε μετά τη Σταύρωση το ακήρατο σώμα του Χριστού, αυτό εκφράζει το όλο λυτρωτικό μήνυμα του Χριστιανισμού. Αυτό βιώνεται στην ορθόδοξη παράδοση ως το αμετάθετο πρότυπο για την ιερότητα του μυστηρίου του θανάτου στην εν Χριστώ καινή ζωή όλων των πιστών. Έτσι, ο τάφος του Χριστού, ο «θρόνος» και η «κοίτη» Αυτού, κατά τη θεολογία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), είναι η αστείρευτη πηγή της καινής ζωής όλων των χριστιανών, γι’ αυτό και προεκτείνεται ως Αγία Τράπεζα σε όλους τους ιερούς Ναούς, όπου τελεσιουργείται συνεχώς, μέχρι της συντελείας του κόσμου το μυστήριο της θυσίας του Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου ως «αντίδοτον του μη αποθανείν» και ως «φάρμακον αθανασίας» για κάθε πιστό. Ο τάφος λοιπόν του Γολγοθά προβάλλεται στη ζωή της Εκκλησίας ως Αγία Τράπεζα των ιερών Ναών για να δηλώσει την ιερότητα του μυστηρίου του θανάτου και της τριημέρου ταφής του Χριστού για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και για κάθε άνθρωπο χωριστά, γι’ αυτό και ο τάφος εκείνος, όπως επίσης και η ταφή του Χριστού, αποτελούν ιερό υπόδειγμα για όλους τους χριστιανούς, οι οποίοι καλούνται να βιώσουν, μέσα από τη δική τους ζωή τη ζωή του Χριστού, μιμούμενοι στη δική τους ζωή όσα ο ίδιος ο Χριστός ετέλεσε γι’ αυτούς. Η μίμηση της επίγειας ζωής του Χριστού είναι τόσο σημαντική γιά κάθε χριστιανό, ώστε ο απόστολος Παύλος να ομολογεί, ότι «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», υπό την έννοια βεβαίως της συνεχούς βιώσεως του πνευματικού περιεχομένου της εν Χριστώ καινής ζωής. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο χριστιανός αναγεννάται στην εν Χριστώ καινή ζωή με τη μετοχή του στην ταφή και την Ανάσταση του Χριστού, η οποία συμβολίζεαι με την τριπλή κατάδυση καί ανάδυση του μυστηρίου του βαπτίσματος, τρέφεται στην πνευματική του ζωή με την προσέλευσή του στην Αγία Τράπεζα, το σύμβολο του Παναγίου Τάφου του Χριστού, για να μετάσχει στο λυτρωτικό μήνυμα της θυσίας του, και βιώνει στο φυσικό του θάνατο την ελπίδα της κοινής αναστάσεως. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, «Το καθεστώς (Status quo) των Αγίων Τόπων μεταξύ των Λατινικών διεκδικήσεων και της Πανσλαβιστικής Προπαγάνδας», Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών 30 (1995) [=Τιμητικόν Αφιέρωμα εις Ανδρέαν Θεοδώρου], σελ. 759-760. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Η ιερότητα των ταφικών μνημείων», Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών 31(2000) [=Τιμητικόν Αφιέρωμα εις Ιωάννην Κ. Κορναράκην και Μιχαήλ Κ. Μακράκην], σελ. 439-441, όπου και εκτενέστερη βιβλιογραφία.
[3] Κολοσ. γ΄ 11.
[4] ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ, Επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. ΧΧ, PG 5,661 Α.
[5] ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ, όπ. π.
[6] Ματθ. ιδ΄, 6: «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή».

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Ομ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών Γεώργιος Γαλίτης Θεός αποκαλυπτόμενος



Προϋπόθεση της προσεγγίσεως του απροσίτου Θεού είναι η αγνωσία, η γνώση δηλαδή ακριβώς της αδυναμίας μας να προσεγγίσουμε και να γνωρίσουμε τον Θεό διά της νοητικής οδού. Παρά ταύτα ο απρόσιτος κατά την ουσία Θεός γνωρίζεται και αποκαλύπτεται στους ανθρώπους διά των ακτίστων ενεργειών του. Ο άνθρωπος δεν νοεί τον Θεό, αλλά τον βιώνει. Η οδός που οδηγεί σ’ αυτόν είναι βιωματική, είναι μία πορεία, η οποία έχει ως τέρμα την θέωση. Έτσι ο άνθρωπος μέσω της α-λογίας φτάνει στην δοξο-λογία του Θεού.
Ο Θεός, λοιπόν, είναι μεν απρόσιτος, αλλά κατά την ουσία. Είναι όμως προσιτός σε μας κατά την ενέργεια: διά των ακτίστων ενεργειών του, με τις οποίες αποκαλύπτεται στον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα λοιπόν δεν πρόκειται για αντίφαση, αλλά για μία διαλεκτική σύνθεση. Ας τα δούμε αυτά πιο αναλυτικά.
Ξεκινάμε από την ερώτηση, τί είναι Θεός. Θεός είναι εξ ορισμού το τελείως απρόσιτο. Αν ρωτήσει κάποιος τί είναι Θεός, αυτή είναι μια ανόητη ερώτηση, δεν έχει νόημα, γιατί Θεός είναι αυτό για το οποίο δεν μπορούμε να ρωτήσουμε, να ορίσουμε τί είναι: γιατί ο Θεός απλά είναι. Ο Θεός είναι το είναι. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε. Όταν ο Μωϋσής ρώτησε το Θεό στη φλεγομένη βάτο, «από ποιόν εγώ θα πω ότι έχω την εντολή αυτή, ποιό είναι το όνομά σου», εκείνος απάντησε «εχγιέ ασέρ εχγιέ», εγώ είμαι ο «εγώ είμαι», αυτός που εγώ είμαι. Αυτό το μετέφρασαν οι Εβδομήκοντα «εγώ ειμί ο ων». Αυτό το «ο ων», που σημαίνει ο υπάρχων, αποδίδει κατά κάποιον τρόπο το Γιαχβέ του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, που είναι παλαιότερη μορφή του «εχγιέ». Το Γιαχβέ σημαίνει, λοιπόν, «εγώ ειμί». Όταν στην Αγία Γραφή, στην Καινή Διαθήκη, στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο κυρίως, ο Χριστός αναφέρει τις λέξεις «εγώ ειμί», αυτό το «εγώ ειμί» είναι το Γιαχβέ. Ο Ιωάννης έχει ως σκοπό να αποδείξει ότι ο Ιησούς είναι ο Γιαχβέ. Κάθε Ευαγγελιστής έχει έναν ειδικό θεολογικό σκοπό. Ο σκοπός του Ιωάννη είναι αυτός. Όσες φο¬ρές ο Χριστός είπε «εγώ ειμί», εννοούσε ότι είναι ο Γιαχβέ, και γι’ αυτό ο Ιωάννης αναφέρει: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή». «Εγώ ειμί το φως του κόσμου». «Εγώ ειμί η θύρα»…
Ο Χριστός είναι λοιπόν ο Λόγος του Γιαχβέ, είναι εκείνος, στο πρόσωπο του οποίου απεκαλύφθη ο Γιαχβέ. Ο Χριστός είναι η αποκάλυψη του Γιαχβέ, εκείνος διά του οποίου πηγαίνει κανείς στον Γιαχβέ: «Εγώ ειμί η θύρα»· «εγώ ειμί η οδός» «ίνα γνώτε ότι εγώ ειμί». Εάν κανείς δεν ξέρει, δεν μπορεί να ερμηνεύσει το «εγώ ειμί ο ων». Όταν πήγαν οι στρατιώτες στον κήπο της Γεθσημανή για να τον συλλάβουν, ο Χριστός τους ρώτησε: «Τίνα ζητείτε»; Και όταν αυτοί είπαν «Ιησούν τον Ναζωραίον», ο Χριστός απάντησε «εγώ ειμί». Ακούγοντας «εγώ ειμί» οπισθοχώρησαν και έπεσαν πρηνείς, σαν μια δύναμη να τους έσπρωξε, γιατί άκουσαν τη λέξη, τη φράση αυτή, που κανείς δεν μπορούσε να πει. Λέγοντας ο Ιησούς «εγώ ειμί», τους έλεγε εγώ είμαι ο Γιαχβέ. Αυτή είναι λοιπόν η ουσία της αποκαλύψεως του Θεού.
Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για το Θεό, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε, χρησιμοποιούμε δύο δρόμους. Ο ένας είναι ο αποφατικός, δηλαδή η γνώση της αγνωσίας του Θεού. Ο Θεός είναι αόρατος, ακατάληπτος, ανεξιχνίαστος. Όλα αυτά τα αρνητικά είναι ο αποφατικός δρόμος. Λέγοντας ότι ο Θεός είναι αόρατος, αναφής, απρόσιτος, στην πραγματικότητα λέμε τι δεν είναι. Λέμε τι είναι, λέγοντας τι δεν είναι. Ο άλλος τρόπος είναι ο καταφατικός. Λέμε, ο Θεός είναι δίκαιος, ή, στην ευχή της Θείας Λειτουργίας, («Συ γαρ εί Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος…»), «αεί ων, ωσαύτως ων»· εδώ μιλάμε κατα¬φατικά. Αλλά και από τα καταφατικά που λέμε για τον Θεό, πάλι δεν λέμε την ουσία του Θεού: λέμε τα περί τον Θεό, λέμε ιδιότητες του Θεού· «εκ των ημετέρων ανεπλάσθη τα του Θεού». Εμείς υπάρχουμε εν χρόνω, ο Θεός είναι αεί ων· εμείς αλλοιούμεθα, ο Θεός είναι ωσαύτως ων. Αυτά όλα, η καταφατική οδός, δεν μας λέει πάλι τι είναι ό Θεός.

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»; Ψυχολογικό ή οντολογικό αίτημα;

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»; Ψυχολογικό ή οντολογικό αίτημα;
1. Εισαγωγή
Διατρέχοντας την ιστορική πορεία της Χριστιανοσύνης, είναι φυσικό ο μελετητής των αντιθέσεων και των αντιπαραθέσεων μεταξύ της Εκκλησίας και του κόσμου να σταθεί με περισσή προσοχή στον περίφημο λόγο του Αποστόλου των εθνών στην Πνύκα,
Οι Αθηναίοι ακροατές γοητεύτηκαν από το πρωτόγνωρο μήνυμα του Ευαγγελίου, μέχρι που έγινε αναφορά στην ανάσταση του Χριστού, «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών οι μεν εχλευαζον, οι δε είπον ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου».
Σήμερα, είκοσι αιώνες μετά, δεν φαίνεται να έχουμε υπερβεί την αρχική δυσκολία συνάντησης της Θείας Αποκάλυψης και του ανθρώπινου πνεύματος, όπως ανάγλυφα διαγράφεται κατά την πρώτη τους επαφή στην Αθήνα. Μια από τις βασικότερες αντιρρήσεις, που εγείρει η ανθρώπινη σκέψη εναντίον της θρησκείας, σχετίζεται με την προβληματική του θανάτου και θα μπορούσαμε να τη συνοψίσουμε στην εξής αφοριστική διατύπωση: Η θρησκεία αποτελεί ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, το όποιο οικοδομείται πάνω στον ανθρώπινο φόβο απέναντι στο θάνατο και στηρίζεται στη δημιουργία επανορθωτικών αλλά απατηλών παραδείσων.
Το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε, όπως ήδη διατυπώθηκε στον τίτλο αυτής της εργασίας, είναι τώρα σαφές: Μήπως η χριστιανική πεποίθηση περί προσδοκώμενης αναστάσεως των νεκρών είναι ένα ανθρώπινο επινόημα, με σκοπό την ανακούφιση του υπαρξιακού άγχους μπροστά στο αναπότρεπτο του θανάτου, ή μήπως αποτελεί αλήθεια, της οποίας οι οντολογικές διαστάσεις υπερβαίνουν κάθε είδους χρησιμοθηρία, ακόμα και αν αυτή είναι ασυνείδητη ή φαινομενικά απαραίτητη, έστω και ως ψευδαίσθηση;
Είναι πραγματικά ο φόβος του θανάτου ικανό και αναγκαίο συστατικό για τη θεμελίωση της θρησκείας; Και ακόμη: η χριστιανική διδασκαλία εμπεριέχει στοιχεία που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την υποτιθέμενη ορθολογική απομυθοποίηση του θρησκευτικού φαινομένου;
2. Ό φόβος τον θανάτου ως αίτιο της πίστης

Η οντολογία της θείας Χάριτος κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

       Η οντολογία τής θεοποιού Χάριτος κατά τον υπέρμαχο τού Ησυχασμου - Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη

Αποτελεί επεξεργασμένη μορφή μιας παραγράφου της μελέτης μας, Χάρη και ελευθερία κατά την Πατερική Παράδοση του ΙΔ’ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 21-39.

Η Χάρη του Θεού κατά την θεολογία και την πνευματική εμπειρία των Πατέρων της Ορθόδοξης Ανατολής αποτελεί θεολογικό όρο με σαφές δογματικό περιεχόμενο.

Ο όρος «Χάρις Θεού» στο πλαίσιο της θεολογίας δηλώνει κατά τον ησυχαστή άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά μία συγκεκριμένη φυσική και ουσιώδη ενέργεια του Θεού, που όταν γίνεται μεθεκτή, θεώνει χαρισματικώς τους μετόχους της[1]. 

Είναι κατά συνέπεια προφανής η σωτηριολογικού χαρακτήρα σημασία της, γι’ αυτό και δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις άλλες ενέργειες[2] του Τριαδικού Θεού...

O άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θεμελιώνει βιβλικώς τον όρο «χάρις» προσδίδοντας ιδιαίτερη θεολογική σημασία σε διάφορες λεκτικές διαρυπώσεις τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης, που υποδηλώνουν τον δογματικό χαρακτήρα της. Ειδικότερα, αναφερόμενος στο χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης: «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» [3], ταυτίζει την διδόμενη στους ταπεινούς χάρη με την θεία Χάρη, η οποία «διά φωτός επιφαίνεται» [4]. 

Παράλληλα, επαναλαμβάνει την χριστολογική ερμηνεία του ιερού Χρυσοστόμου[5] στο ψαλμικό χωρίο: «εξεχύθη χάρις εν χείλεσί σου» [6], για να διακηρύξει τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας Χάριτος[7], ενώ προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το χωρίο του προφήτη Ιερεμία: «εμέ εγκατέλιπον πηγήν ύδατος ζώντος» [8] παρατηρεί, ότι το «ζων ύδωρ» είναι η θεία Χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος[9]. 

Αλλά, η θεία Χάρη ως δόξα και λαμπρότητα του Θεού είναι κατά τον Παλαμά το «φως», με το οποίο περιβάλλεται ο Θεός κατά τον Ψαλμωδό[10]. 

Το φως αυτό είναι το θείο και άυλο «πυρ», που φωτίζει τις ψυχές των ανθρώπων[11] και τους καθοδηγεί[12] προς τον Θεό.

 Άλλωστε, και ο «άρτος των αγγέλων», που κατά τον Ψαλμωδό έφαγε ο λαός του Θεού στην έρημο[13], είναι κατά τον Παλαμά αυτό το φως της θείας Χάριτος[14], με το οποίο τρέφονται πνευματικώς οι άγγελοι αλλά και οι πνευματικοί άνθρωποι.

Φανέρωση του φωτός αυτού της θείας Χάριτος έχουμε στη φλεγόμενη και μη κατακαιόμενη βάτο[15], στο πρόσωπο του Μωυσή, όταν κατέβηκε από το όρος Σινά κρατώντας τον «Δεκάλογο» των θείων εντολών[16], στην ανάληψη του προφήτη Ηλία στον ουρανό με το «άρμα πυρός»[17], αλλά και στον «ως υπό πυρός καιόμενον τα σπλάχνα» προφήτη Ιερεμία[18].

Tέλος, στο χωρίο του προφήτη Ιωήλ: «εκχεώ από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα» [19] επισημαίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την θεία Χάρη, που επαγγέλθηκε ο Χριστός στους μαθητές του και σε όλους τους πιστούς του[20], μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας του.

Αλλά, η Χάρη του Θεού, που προαναγγέλθηκε στην Παλαιά Διαθήκη και αποκαλύφθηκε μερικώς μέσα στην ιστορία της, παρέχεται πλούσια μέσα στη νέα πραγματικότητα, που εγκαινίασε η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και η έλευση του Παρακλήτου. Η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη και η μέλλουσα βασιλεία του Θεού, κατά τον υπέρμαχο του Ησυχασμού, δεν χωρίζονται στεγανώς, αλλά συνδέονται λειτουργικώς. 

Η προσευχή προς τον Χριστό, πρότυπο ορθόδοξης προσευχής.



«Χριστέ, το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμου, σημειωθήτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψώμεθα φως το απρόσιτον και κατεύθυνον τα διαβήματα ημών προς εργασίαν των εντολών σου, πρεβείαις της παναχράντου σου Μητρός και πάντων σου των Αγίων. Αμήν.»
Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία προσεύχεται προς το Χριστό, τον ιδρυτή και σωτήρα της. Προσεύχεται προς την ουράνια κεφαλή, της οποίας αποτε­λεί το μυστικό σώμα, που ο ίδιος ο Χριστός εξαγόρασε στο Σταυρό με το πανάγιο αίμα του. Στην προσευχή της αυτή η  Ορθοδοξία εκφράζει την εκκλησιολογική της συνείδηση και ταυτότητα. Κινείται μέσα στή διάσταση του ακτίστου θείου φωτός, που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την τριαδολογία της. Μόνο ένας ορθόδοξος χριστια­νός μπορεί να προφέρει αυτή την προσευχή. Οι ετερόδοξοι αδυνατούν να τη συλλάβουν, γιατί δεν πιστεύουν στο άκτιστο φως του Χρίστου, στη μακάρια δόξα της Τριάδος.
Ας δούμε αναλυτικότερα τα πράγματα.
«Χριστέ, το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.»
Η αναλογία του φυσικού φωτός είναι πολύ προσφιλής, τόσο στην Αγία Γραφή, όσο και στην πατερική παράδοση της Εκκλησίας, προς εικονική παράστα­ση της απαστράπτουσας δόξας του Θεού. Οι αναφορές είναι πολλές. Η Α’ Οικου­μενική Σύνοδος τη σχέση του Υιού προς τον Πατέρα χαρακτηρίζει ως φως, που προέρχεται από άλλο φως («Φως εκ φωτός»). Φυσικά εδώ, όπως και σ’ όλες τις άλλες σχετικές εικονικές αναφορές, δεν πρόκειται περί του φυσικού ήλιακού φω­τός, αλλά περί Φωτός, το οποίο έχει θεολογική και σωτηριολογική έννοια.
Είναι το άκτιστο θείο φως, η φωταύγεια της ουσίας του Θεού, η φαεινή δόξα της Τριάδος. Το φως αυτό είναι στοιχείο συστατικό – αν μπορούμε να πούμε έτσι – του τριαδικού Θεού. Είναι ο εγγενής πλούτος της θεότητος, αΐδιο και άκτιστο. Η παρουσία του δεν επιφέρει μερισμό στην ουσία του Θεού, όπως δεν επιφέρουν μερισμό σ’ αυτήν και οι τριαδικές θείες υποστάσεις. Είναι μια πραγματική θεοπρεπής διάκριση στη θεότητα, διά της οποίας η άπειρη ουσία του Θεού, η καθ’ εαυτήν απόλυτα υπερβατική αμέθεκτη και ακοινώνητη, κοινωνεί με τα κτιστά όντα, απο­καλύπτεται στον εξωτερικό κόσμο, τον οποίο δημιούργησε εκ του μη όντος, και μετέχεται από τις καθαρμένες πνευματικές φύσεις. Ο Χριστός παράλληλα με το πλήρωμα της άπειρης θείας ουσίας του και το προσωπικό υποστατικό του ιδίωμα (τη γέννηση) είναι πλήρης και τέλειος φορέας (με ίσο μέτρο φυσικά με τα άλλα δύο πρόσωπα, τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο) της θείας ενέργειας, του θείου φωτός ή της θείας χάριτος. Είναι το «απαύγασμα της δόξης του Θεού» (Εβρ. 1, 3), που τόσο πλούσια φώτισε και κατελάμπρυνε την κτίση κατά τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος στο Όρος Θαβώρ. Το γεγονός αυτό ψάλλουσα η Εκκλησία, χαρακτηρί­ζει το Λόγο (το Χριστό) ως «φως αναλλοίωτον», προερχόμενον εκ «φωτός Πατρός αϊδίου». Στο φανέν φως του Χρίστου βλέπουμε «φως τον Πατέρα, φως και το Πνεύμα, φωταγωγούν πάσαν κτίσιν».

Μυστηριακές Προϋποθέσεις της Άσκησης κατά τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά – 3

Έτσι, η Παλαμική θεολογία αποκαλύπτει πως η μυστηριακή οντολογία αποτελεί εκκλησιολογικό κριτήριο για τη σωστή κατανόηση της αρχής της συνεργίας μεταξύ της θείας χάρης και της ανθρώπινης ελευθερίας ως αυθεντική έκφραση της ασύμμετρης Χριστολογίας[17]. Δηλαδή, η μυστηριακή χάρη προσφέρεται ως δωρεά και ο άνθρωπος αυτεξουσίως και ενεργώς αποδέχεται να συμμετάσχει σε αυτό. Η ζωή της Εκκλησίας πάντα είναι υπαρξιακή-ηθική προσπάθεια και άσκηση, με σκοπό την ανάπτυξη του ανθρώπου στον νέο τρόπο ύπαρξης του Χριστού. Αυτός ο τρόπος ζωής πάντοτε είναι χαρισματικός καρπός της οντολογικής περιχώρησης και συνεργίας με την άκτιστη θεία χάρη στην αναστάσιμη κοινωνία και ζωή του εκκλησιαστικού σώματος του Χριστού.
gregpalam
Εντός αυτής της προοπτικής, όλα τα στάδια της πνευματικής προκοπής –κάθαρση, φωτισμός και θέωση– είναι έκφραση ολόκληρου του οντολογικού γεγονότος του «φυτεύματος» και συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Τα ανωτέρω αποτελούν δυναμική διαδικασία χαρισματικής άσκησης μέσω της τήρησης των θεόσδοτων εντολών, καθώς και της απόκτησης των θεομίμητων αρετών με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτό σημαίνει ότι τα στοιχεία της άσκησης δεν αποτελούν «αυτόνομα» κατορθώματα του ανθρώπου, αλλά τρόπους χαρισματικής προόδου στον μυστηριακά δωρηθέντα εκκλησιαστικό τρόπο ύπαρξης.
Αυτά είναι εμπειρική επικύρωση της αρχής της μυστηριακής-ασκητικής συνεργίας της άσκησης και χάρης μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Εφ’ όσον, όμως, για τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η οντολογική περιχώρηση και συνεργία με τη χάρη έχει μυστηριακό χαρακτήρα και πάντα νοείται εκκλησιολογικά, η ηθική-υπαρξιακή προσπάθεια και άσκηση της μίμησης του Χριστού για απόκτηση των θεοανθρωπίνων του αρετών είναι ο τρόπος πλήρους αποδοχής του Χριστού στο χώρο της προσωπικής ύπαρξης. Αυτό ισοδυναμεί με μια βαθύτατη ολοκλήρωση στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος του Χριστού ως κοινωνίας θέωσης.

Καθηγητή ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ / Α.Π.Θ. ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Πίστη και Αγάπη

Πίστη και Αγάπη
 
       Σήμερα, 1600 χρόνια μετά από το μαρτυρικό θάνατο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο λόγος του μεγάλου Ποιμενάρχη, ως φορέας της ενεργού θείας Χάριτος που πάντοτε τον διακατείχε, εξακολουθεί να είναι ζωντανός, ρηξικέλευθος, και ιδιαίτερα επίκαιρος στην προσωπική και κοινωνική μας ζωή. Τα λόγια του προσεγγίζουν αγιαστικώς τα αυτιά και το νου μας, όπως τηρουμένων των αναλογιών, τον προσήγγιζαν οι ερμηνευτικοί λόγοι του Αποστόλου Παύλου. Η άρρητη ευωδία των αγίων λειψάνων του πιστοποιούν διαχρονικώς του λόγου το αληθές.
       Με αυτό το άρθρο μας θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε ένα μικρό μέρος από τον απέραντο πνευματικό πλούτο του Οικουμενικού αυτού Διδασκάλου της Χριστιανοσύνης.
       Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός, ότι οι θεμελιώδεις, κορυφαίες και περιεκτικές αρετές της πίστεως και της αγάπης είναι πάντοτε παρούσες στη ζωή και τη διδασκαλία του αγίου μας. Συγκεκριμένα, η πίστη και η αγάπη στη θεολογική σκέψη αλλά και στην προσωπική ζωή του ιερού Χρυσοστόμου συνδέονται άρρηκτα και αλληλοπεριχωρούνται. Η πίστη, που εδώ νοείται πάντοτε ζωντανή και βιούμενη, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο θεμέλιο της χριστιανικής ζωής, ενώ η έμπρακτη αγάπη συνθέτει την όλη οικοδομή της ζωής αυτής, την πληρότητα και την τελειότητά της.
       Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, τα πιστευόμενα βιούνται στο ιστορικό παρόν των πιστών ως πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Η βιούμενη πίστη οδηγεί άμεσα στην αγάπη, η οποία φανερώνεται ως ενεργοποίηση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και πιστοποιείται με την τήρηση των εντολών του Θεού. Η τήρηση των εντολών συγκεκριμενοποιείται στα έργα αγάπης των πιστών, τα οποία είναι έργα του Θεού δι' ημών.
       Ειδικότερα, η βιούμενη πίστη και τα καλά έργα, ως καρπός της έμπρακτης αγάπης, αποτελούν δωρεά του Αγίου Πνεύματος, που βεβαιώνει την ενεργό χαρισματική παρουσία του Τριαδικού Θεού στην προσωπική ζωή των πιστών. Πιο συγκεκριμένα, η βίωση της πίστεως στον Τριαδικό Θεό πραγματώνεται με τη ζώσα παραμονή στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Παράλληλα, η έμπρακτη αγάπη συνιστά τη φανέρωση της μετοχής τους στη θεία και άκτιστη ζωή του Χριστού. Τα καλά έργα, ως έργα αγάπης, αποτελούν την εμπειρική διαπίστωση, τη βεβαίωση και την απόδειξη της ζωντανής πίστεως.

ΤΟ ΚΤΙΣΤΟ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΦΩΣ



 Λέγει ο απόστολος Παύλος· «Ο Θεός ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι, ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις υμών…εν προσώπω Ιησού Χριστού (Β΄ Κορ. 4,6). Η φράση αυτή του αποστόλου Παύλου μας υπενθυμίζει·
    α΄. Ότι ο Θεός στην αρχή της υλικής του δημιουργίας έκανε το φως. Το φως το υλικό, το κτιστό, το εφήμερο. Με το οποίο μπορούμε να δούμε τον αισθητό κόσμο, τα αισθητά πράγματα, τα παροδικά και εφήμερα. Το φως με το οποίο μπορούμε να εργασθούμε και να δραστηριοποιηθούμε στους διαφόρους τομείς του γήινου πολιτισμού. Το φως το οποίο δίνει ζωή στο υλικό μας σώμα και στο υλικό μας σύμπαν. Το φως το οποίο το διαδέχεται η νύχτα…
    β΄. Ο ίδιος ο Θεός, μετά την ολοκλήρωση της υλικής δημιουργίας του και αφού ο άνθρωπος έπεσε, δεν τον εγκατέλειψε, αλλά τον οδήγησε διά διαφόρων ενεργειών του και διά διαφόρων εκλεκτών ανδρών στο να συνέλθει και να καταλάβει ξεκάθαρα ότι την ευτυχία του θα την αποκτήσει μόνο κοντά στο Θεό. Και στο τέλος έστειλε το φως το πνευματικό, το φως το αληθινό, το φως το άκτιστο, αυτό που προϋπήρχε ανέκαθεν και αϊδίως, τον Χριστό, τον ένα της Τριάδος και ενανθρώπησε. Η νέα αυτή δημιουργία είναι μεγαλύτερη από την πρώτη. Με το πρώτο φως βλέπουμε αισθητά πράγματα. Με το δεύτερο φως (τον Χριστό) βλέπουμε τον υπεραισθητό Θεό.


    Ο Χριστός, μας λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «ήν το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπο ερχόμενον στον κόσμον (Ιω,1,19). Ο ίδιος ο Χριστός και στο ίδιο ευαγγέλιο παρουσιάζεται να λέγει· «Εγώ ειμί το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. 8,12). Στην Αποκάλυψη του Ιωάννου επίσης, στα δύο τελευταία κεφάλαια το 21ο και το 22ο , ο Ιωάννης βλέπει σε όραμα την επουράνιο Ιερουσαλήμ, την καινή Ιερουσαλήμ, στην οποία θα κατοικήσει ο Θεός μαζί με τους ανθρώπους, τους πιστούς ανθρώπους, αυτούς που απ’ αυτή τη ζωή ενσωματώθηκαν στο λαό του, στην Εκκλησία του. Εκεί δεν θα υπάρχει πόνος, δάκρυ, θάνατος, πένθος, κραυγή απελπισίας και συμφοράς. Εκεί, λέγει ο Ιωάννης, δεν θα υπάρχει ανάγκη του ηλίου, ούτε της σελήνης, ούτε λυχναριού. Η δόξα του Θεού θα την φωτίζει· το άκτιστο φως που απορρέει από την θεία ουσία. Και το αρνίο, ο Χριστός δηλαδή, θα είναι το λυχνάρι της.
    Έχοντας υπ’ όψη όλα αυτά η Εκκλησία μας δοξάζει το Θεό κάθε ημέρα για το υλικό φως που ανατέλλει. «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως» λέμε στην δοξολογία. Αλλά αυτό το φως, το φως το κτιστό κάποτε θα εκλείψει, θα καταργηθεί. Τα αισθητά που φωτίζει θα εκλείψουν κι αυτά. «Ουδέν φαινόμενον αιώνιον» λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας επιζητεί και εύχεται να χαρίζει ο Θεός στους ανθρώπους το φως το άκτιστο, το φως το αληθινό, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. «Χριστέ το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, σημειωθήτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτώ οψόμεθα φως το απρόσιτον» (Ευχή Α΄ Ώρας). «Φώτισον μου το σκότος» προσευχόταν και ο πολλά θεολογήσας περί ακτίστου φωτός άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Είμαι φτωχός σε αρετές και πλούσιος σε πάθη» λέγει σε μια προσευχή του προς την Παναγία.
    Στην επι του Όρους ομιλία όμως, ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι εκτός από το φως το φυσικό που αυτός δημιούργησε και το άκτιστο υπερφυσικό φως που είναι ο ίδιος, υπάρχει κι ένα πνευματικό φως το οποίο πρέπει να ενσαρκώνουν οι Χριστιανοί. «Υμείς εστέ το φως του κόσμου. Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη· ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό το μόδιον (ρωμαϊκό μέτρο χωρητικότητας στερεών, κυλινδρικό στην μορφή, κουβάς), αλλ’ επί την λυχνίαν, και λάμπει πάσι της εν τη οικία. Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ.5,13-16).
    Οι Χριστιανοί λοιπόν πρέπει να διαλύουν τα σκότη της απιστίας, της διαφθοράς, της ειδωλολατρείας, του πεσσιμισμού, του ωχαδερφισμού, της ιδιοτέλειας, του εγωισμού. Είναι αυτοί που πρέπει να προσεύχονται «ελθέτω η βασιλεία σου, ως εν ουρανώ και επί της γης» αλλά και να προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις να πραγματοποιηθεί αυτό το αίτημά τους. Θα πρέπει να φροντίζουν το φως της ορθοδοξίας και της ορθοπραξίας να μπει παντού. Στην οικογένεια, στην παιδεία, στην τέχνη, στην λογοτεχνία, στην επιστήμη, στην πολιτική, στον στρατό, στον αθλητισμό, στην ψυχαγωγία, παντού και πάντοτε.
    Αλλιώς, αν προσεύχονται μόνο και δεν προσπαθούν με κάθε ανθρώπινο θεμιτό μέσο να λάβουν σάρκα και οστά τα αιτήματά τους, τότε είναι μονοφυσίτες. Πιστεύουν δηλαδή μόνο στη θεία φύση του Χριστού και όχι στην ανθρώπινη. Αρνούνται την ενσάρκωσή του. Ή αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε είναι άπιστοι εντελώς και δεν πιστεύουν ότι το ευαγγέλιο μπορεί να εφαρμοσθεί. Δηλώνουν με τη στάση τους ότι μάταια ο Χριστός, το άκτιστο φως, ήρθε και φώτισε τον κόσμο με τη διδασκαλία του. Ότι η υλική δημιουργία του δεν είχε κανένα τέλος, κανένα σκοπό, καμία προοπτική.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
 

Αρχάγγελοι, Άγγελοι και Τάγματα



Οι Άγγελοι ως πνεύματα είναι άυλοι, ασώματοι, δεν διακρίνονται σε φύλα ούτε πολλαπλασιάζονται αλλά ούτε και αποθνήσκουν.
Δημιουργήθηκαν πριν από τον άνθρωπο και πριν από την δημιουργία του ορατού κόσμου. Ο αριθμός τους είναι ανυπολόγιστος και απροσμέτρητος.
Ο Ιησούς στη Γεσθημανή μιλάει για περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων.


Όλοι οι Άγγελοι είναι οργανωμένοι σε τάγματα ή αλλιώς σε τάξεις. Τα Τάγματα των Αγγέλων είναι εννέα, τα οποία ταξινομούνται σε τρείς τρίχορες ταξιαρχίες κατά τον εξής τρόπο:
Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι , / Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες , / Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι.

Ιδιώματα των ιεραρχιών:

Η πρώτη ιεραρχία έχει ως ιδίωμα την πύρινη σοφία και την γνώση των ουρανίων, ενώ έργο της ο Θεοπρεπής ύμνος τους «γελ».

Η δεύτερη ιεραρχία έχει ως ιδίωμα τη διευθέτηση των μεγάλων πραγμάτων και την διενέργεια των θαυμάτων, ενώ έργο τους είναι ο τρισάγιος ύμνος «Άγιος, Άγιος, Άγιος».

Τέλος ιδίωμα της τρίτης ιεραρχίας είναι να εκτελούν θείες υπηρεσίες και έργο τους είναι να υμνούν και να δοξολογούν τον Θεό ακατάπαυστα και να πρεσβεύουν υπέρ των ανθρώπων.

Πιστεύω της Εκκλησίας είναι πως για κάθε άνθρωπο, πόλη και Εκκλησία υπάρχει Άγγελος φύλακας – προστάτης.




Οι Άγγελοι αποστέλλονται από τον Θεό για να ενισχύσουν, να βοηθήσουν ή να σώσουν ατομικά ή ομαδικά τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.
Γενικά είναι λειτουργοί της Θείας Πρόνοιας και στις εμφανίσεις τους όταν ποτέ συμβεί (Αγγελοφάνειες) προσλαμβάνουν ανθρώπινη μορφή ανδρική ή νεανική.

Η Εκκλησία μας τιμάει τους Αγγέλους όπως και τους Αγίους δηλαδή: με γιορτές προς τιμή τους, αφιερώνοντας τη Δευτέρα κάθε εβδομάδας υμνολογικό σ’ αυτούς,
βγάζοντας μερίδα «εις τιμήν και μνήμην τους» (μάλιστα αμέσως μετά τη μερίδα της Παναγίας), με την ειδική ευχή του αποδείπνου «εις φύλακα Άγγελον»,
τον παρακλητικό κανόνα στο φύλακα Άγγελο και άλλο ένα στους Άγιους Αγγέλους.

Με τους παραπάνω τρόπους δίνεται η αφορμή στους πιστούς να ζητούν τη βοήθεια και τη μεσιτεία τους.

Τώρα πέρα από τα ονόματα των εννέα τάξεων η Αγία Γραφή μας φανερώνει και τα προσωπικά ονόματα ορισμένων Αγγέλων.

Γνωρίζουμε τον Γαβριήλ, που σημαίνει «ήρωας του Θεού», από την εμφάνισή του στο προφήτη Δανιήλ, στο προφήτη Ζαχαρία και στη Θεοτόκο.
Γνωρίζουμε τον Μιχαήλ, που σημαίνει «τις ως ο Θεός ημών», ενώ εμφανίζεται πολλές φορές στη Παλαιά Διαθήκη.
Γνωρίζουμε τον Ραφαήλ,που σημαίνει «ο Κύριος θεραπεύει» και εμφανίζεται στον Τωβίτ μεταφέροντας τις ανθρώπινες προσευχές στο θρόνο του Θεού.
Τέλος γνωστός από την εβραϊκή παράδοση είναι και ο Ουριήλ που σημαίνει «ο Θεός είναι φως».

_________________
«όπου επισκιάζει η χάρις σου Αρχάγγελε, από εκεί διώκεται η δύναμη του διαβόλου.
Διότι δεν μπορεί να μείνει κοντά στο Φώς σου ο εωσφόρος που έπεσε στο σκοτάδι και παραμένει σ’ αυτό.
Γι' αυτό Μιχαήλ Αρχάγγελε, σε παρακαλούμε να σβήνεις τα βέλη του που είναι γεμάτα πυρ και κινούνται εναντίον μας»

“Μίλα όταν έχεις κάτι καλύτερο από την σιωπή.”

sourse:  http://dinatipsixi.blogspot.gr/

Πρόσεχε τον εαυτόν σου - H '


8. Πρόσεξε, εάν θέλης, μετά την θεώρησιν της ψυχής, και εις την κατασκευήν τού σώματος και θαύμασε πως ο αριστοτέχνης εδημιούργησεν αυτό κατάλυμα που πρέπει εις λογικήν ψυχήν. Απ’ όλα τα ζώα μόνον τον άνθρωπον έπλασεν όρθιον, δια να γνωρίζης από το σχήμα αυτό ότι η ζωή σου προέρχεται από την ουράνιον συγγένειαν. Διότι τα μεν τετράποδα όλα προς την γην βλέπουν, και προς το μέρος της κοιλίας σκύβουν εις τον άνθρωπον όμως η ανάβλεψις προς τον ουρανόν είναι έτοιμη, ώστε να μη ασχολήται με την κοιλίαν, μήτε με τα υποκοίλια πάθη, αλλά να έχη ολόκληρον την ορμήν προς την ανοδικήν πορείαν. Έπειτα με το να θέση την κεφαλήν εις την κορυφήν τού σώματος μέσα εις αυτήν ετοποθέτησε τας πιο αξιολογωτέρας από τας αισθήσεις. Εκεί η όρασις και η ακοή και η γεύσις και η όσφρησις, όλαι η μία δίπλα εις την άλλην κατοικούν. Και ενώ είναι συγκεντρωμένοι εις τόσον μικρόν χώρον, κατά τί­ποτε δεν εμποδίζει η μία εις την ενέργειαν της γειτονικής. Βέβαια τα μάτια έχουν καταλάβει την πιο υψηλήν σκοπιάν, ώστε κανένα από τα σωματικά μόρια να μη εμβαίνη μπροστά εις αυτά, αλλά καθήμενα κάτω από κάποιαν μικράν προεξοχήν των φρυδιών, βλέπουν κατ' ευθείαν εμπρός εξ αιτίας της προεξοχής που υπάρχει επάνω.
Η ακοή πάλιν δεν έχει απ’ ευθείας άνοιγμα, αλλά με τον κυκλοειδή πόρον αντιλαμβάνεται τους εις τον αέρα θορύβους. Και αυτό είναι έργον της ουρανίου σοφίας, ώστε η μεν φωνή ανεμπόδιστα να διέρ­χεται η στρεφόμενη δεξιά και αριστερά εις τας κυρτότητας να ενηχή περισσότερον, ώστε τίποτε να μη ημπορή να γίνη εμπόδιον εις την αίσθησιν από αυτά που εξωτερικά παρεμ­βάλλονται. Γνώρισε καλά και την φύσιν της γλώσσης, πως είναι και απαλή και ευλύγιστος και επαρκεί εις κάθε ανάγκην του λόγου με την ποικιλίαν της κινήσεως. Τα δόντια, που είναι συγχρόνως όργανα της φωνής με το να παρέχουν αντιστήριγμα εις την γλώσσαν, είναι συγχρόνως και υπηρέται της τροφής. Άλλα μεν με το να την κόπτουν και άλλα δε με το να την αλέθουν. Και έτσι επιθεωρών το κάθε τι με τον πρέποντα λογισμόν και πληροφορούμενος την έλξιν του αέρος δια του πνεύματος, την διατήρησιν της θερμότητος εις την καρδίαν, τα όργανα της πέψεως, τους φορείς του αί­ματος, απ’ όλα αυτά θα κατανόησης την  ανεξερεύνητον σοφίαν τού ποιητού σου, ώστε και συ ο ίδιος να ειπής μαζί με τον προφήτην «δι' εμέ τέτοια γνώσις είναι υπερθαυμαστός» 34. «Πρόσεχε, λοιπόν, παντού», δια να προσεχής τον Θεόν, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις όλους τους αιώνας.

Αμήν



1. Δευτερ. 15,9.

2. Ψαλμ. 32,15.

3. Α' Κορ. 4,5.

4. Ματθ. 5,28

5. Παροιμ. 6,5.

6. Β' Τιμ. 2,26.

7. Γέν. 1,26.

8. Γαλάτ. 5,17.

9. Β' Τιμ. 2,20.

10. Α' Τιμ. 3,15.

11. Ιερεμ. 16,16.

12. Ψαλμ. 118,133.

13. Α' Κορ. 3,11-12.

14. Λουκ. 13,8.

15. Β' Τιμ. 2,3.

16. Β' Τιμ. 1,8.

17. Α' Τιμ. 1,18

18. Εφεσ. 6,12.

19. Εφεσ. 6,13.

20. Β' Τιμ. 2,4.

21. Β' Τιμ. 2,5.

22. Α' Κορ. 9,26.

23. Φιλπτπ. 3,14.

24. Α' Κορ. 9,24.

25. Ματθ. 7,3.

26. Λουκ. 18,11.

27. Λουκ. 18,13.

28. Γέν. 3,19.

29. Εντεύθεν φαίνεται να εμπνέεται εν μέρει το τροπάριον Ιωάννου τού Δαμασκηνού, το οποίον ψάλλεται κατά την νεκρώσιμον ακολουθίαν «και πάλιν κατενόησα εν τοις μνήμασι και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον άρα τις έστι βασιλεύς ή στρατιώτης; πλούσιος ή πένης; ή δίκαιος ή αμαρτωλός;. . .»

30. Παροιμ. 13,8.

31. Γέν. 2,7.

32. Βασικώς εδώ αναπτύσσεται το υμνολογικόν χωρίον «ασθενεί το σώμα μου, ασθενεί μου και η ψυχή».

34. Ψαλμ. 138,6.


ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

Πρόσεχε τόν εαυτόν σου - Z'



7. Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, αυτά και πολύ περισσότερα θα εύρης γύρω σου. Και τα μεν παρόντα θα απο­λαύσης, δεν θα στενοχωρηθής δε δι' αυτό που λείπει. Παντού όπου και αν ευρίσκεσαι το παράγγελμα αυτό θα σου προσφέρη μεγάλην βοήθειαν. Παραδείγματος χάριν η οργή σου εκυριάρχησεν εις τα λογικά και οδηγείσαι από τον θυμόν εις λόγια άσχημα και εις πράξεις δυσάρεστους και θη­ριώδεις; Εάν προσεχής τον εαυτόν σου, θα καταστείλης τον θυμόν, ωσάν κάποιο δύστροπον και δυσκολοχαλίνωτον πουλάρι, προσβαλλόμενος, σαν με μαστίγιον, με το πλήγμα του λόγου. Θα κρατάς και την γλώσσαν και δεν θα χειροδικής εναντίον αυτού που σε εξώργισεν. Επίσης επιθυμίαι που κάμνουν μανιώδη την ψυχήν την ρίχνουν εις βιαίας ορμάς και ακόλαστους. Εάν λοιπόν προσεχής τον εαυτόν σου και ενθυμηθής ότι το ευχάριστον τούτο παρόν δια σε θα κατάληξη εις τέλος πικρόν και ο γαργαλισμός που προκαλεί­ται τώρα εις το σώμα από την ηδονήν, αυτός θα γέννηση το φαρμακερό σκουλήκι που θα σε τιμωρή αιώνια εις την κόλασιν και η φλόγωσις της σαρκός θα γίνη μητέρα του αιωνίου πυρός, ευθύς αμέσως θα φυγαδευθούν αι ηδοναί και κάποια θαυμαστή εσωτερικά γαλήνη από την ψυχήν και ησυχία θα επικρατήση, όπως με την παρουσίαν κάποιας σώφρονος κυρίας κατασιγάζει ο θόρυβος των ακολάστων υπηρετριών.

Πρόσεχε λοιπόν τον εαυτόν σου. Και γνώριζε ότι το μεν λογικόν είναι και νοερόν μέρος της ψυχής, το δε παθητικόν είναι και άλογον. Και εις το μεν λογικόν υπάρχει εκ φύσεως η εγκράτεια, εις δε το παθητικόν και άλογον η υπακοή και η πειθώ γίνεται δια του λόγου. Μη λοιπόν αφήσης, αν ποτέ ο νους υποδουλωθή, να γίνη δούλος των παθών. Μήτε πάλιν να επιτρέψης εις τα πάθη να ξεσηκωθούν εναντίον του λογικού και να διατήρησης την κυριαρχίαν της ψυχής επάνω εις αυτά. Και γενικώς η σωστή κατανόησις τού εαυτού σου θα προσφέρη αρκετήν χειραγωγίαν δια να εννοήσης τον Θεόν. Εάν δηλαδή προσεχής τον εαυτόν σου δεν θα σου λείψη τίποτε δια να εξιχνίασης από την δημιουργίαν των όλων τον δημιουργόν, αλλ' εις τον εαυτόν σου, ωσάν εις μικρόν διάκοσμον, θα ιδής την μεγάλην σοφίαν του κτίστου. Να αντιλαμβάνεσαι τον Θεόν ασώματον από την ασώματον ψυχήν που υπάρχει μέσα σου, και ως κάτι που δεν περιορίζεται τοπικώς. Αφού και ο νους σου δεν έχει προηγουμένην διαμονήν εις τόπον, αλλά προσδιορίζε­ται τοπικώς δια της συνδέσεως του με το σώμα. Να πιστεύης ότι ο Θεός είναι αόρατος, αφού εννοήσης την φύσιν της ψυχής σου, διότι και αυτή δεν γίνεται αντιληπτή με τα σωματικά μάτια. Διότι ούτε έχει χρωματισθή, ούτε έχει σχηματισθή ούτε έχει περιληφθή σε κάποιο σωματικόν σχήμα, αλλά γίνεται γνωστή μόνον από τας ενεργείας. Ώστε να μη επιδίωξης εις την περίπτωσιν τού Θεού να τον ιδής με τα μάτια, αλλά αφού επιτρέψης εις την διάνοιαν την πίστιν να έχης νοητήν αντίληψιν περί αυτού. Να θαυμάζης τον τεχνίτην, πως συνέδεσε την δύναμιν της ψυχής με το σώμα, ώστε, ενώ φθάνει μέχρι τα πέρατα του, να οδηγή εις σύμπνοιαν και κοινωνίαν τα μέλη που απέχουν πάρα πολύ με­ταξύ των. Σκέψου ποία είναι η δύναμις της ψυχής που χορηγείται εις το σώμα, ποία είναι η συμπάθεια που από το σώμα επανέρχεται εις την ψυχήν, πως δέχεται μεν από την ψυχήν το σώμα την ζωήν και πως δέχεται από το σώμα πάλιν η ψυχή τους πόνους32. Ποίας αποθήκας διαθέτει δια τας γνώσεις, διατί η προσθήκη των νέων γνώσεων δεν καλύπτει την γνώσιν των προηγουμενών, αλλά διαφυλάσσονται ασύγχυτοι και ξεκάθαροι αι εντυπώσεις, χαραγμένοι ωσάν εις χαλκίνην στήλην εις το λογικόν μέρος της ψυχής. Πως χάνει το κάλλος της με το να γλυστρά εις τα σαρκικά πάθη και πως πάλιν όταν αποκαθάρη το αίσχος που προέρχεται από την κακίαν, βαδίζει δια της αρετής την πορείαν της ομοιώσεώς της προς τον κτίστην.

----------------------------
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»

Πρόσεχε τόν εαυτόν σου - ΣΤ'



6. Έχεις πάλιν κακήν καταγωγήν και είσαι άσημος, πτωχός από πτωχούς, χωρίς εστίαν, χωρίς πατρίδα, αδύνατος, στερείσαι τα καθημερινά, τρέμεις αυτούς που κατέχουν την εξουσίαν, φοβάσαι και εντρέπεσαι όλους εξ αίτιας της ταπεινότητος τού βίου σου; Αλλ’ ο «πτωχός, λέγει, δεν απειλείται»30. Μη λοιπόν απελπισθής· μη απόρριψης κάθε καλήν ελπίδα, διότι τίποτε αξιοζήλευτον δεν έχεις εις το παρόν, αλλ' οδήγησε την ψυχήν σου υψηλά, και προς τα αγαθά, που έχει κιόλας δημιουργήσει δια σε ο Θεός και προς αυτά, που σύμφωνα με την υπόσχεσίν του απόκεινται εις το μέλλον. Και πρώτα - πρώτα είσαι λοιπόν άνθρωπος· το μόνον θεόπλαστον από τα ζώα31. Δεν αρκεί λοιπόν αυ­τό, εφόσον στοχάζεσαι σωστά, το ότι έχεις διαπλασθή προς την ουράνιον γαλήνην από τα ίδια τα χέρια του Θεού που εδημιούργησεν όλα; Έπειτα ότι, και επειδή έγινες σύμ­φωνα με την εικόνα του κτίστου σου, ημπορεί με ενάρετον ζωήν να κατευθυνθής προς την αγγελικήν ομοτιμίαν; Έλαβες ψυχήν νοεράν με την οποίαν στοχάζεσαι τον Θεόν, με τον λογισμόν κατανοείς την φύσιν των όντων, δρέπεις τον γλυκύτατον καρπόν της σοφίας. Όλα τα χερσαία ζώα και ήμερα και άγρια, όλα όσα ζουν και τρέφονται εις τα νερά και όσα πετούν εις αυτόν τον αέρα, είναι δούλα και υποχεί­ριά σου. Συ δεν εφεύρες τέχνας, δεν ίδρυσες πόλεις και δεν επενόησες όλα όσα είναι αναγκαία και όσα προορίζονται δια τρυφηλήν ζωήν; Δεν σου είναι βατά τα πελάγη εξ αι­τίας της λογικής;
Η ξηρά και η θάλασσα δεν υπηρετούν την ζωήν σου; Ο αέρας και ο ουρανός και τα συστήματα των αστέρων δεν σου επιδεικνύουν την τάξιν των; Διατί λοιπόν είσαι μικρόψυχος; Διότι το άλογόν σου δεν έχει αρ­γυρά χαλινάρια; Αλλ' έχεις τον ήλιον που αδιακόπως καθ’ όλην την ημέραν προς χάριν σου κράτα την λαμπάδα. Δεν έχεις τας ακτινοβολίας τού αργύρου και τού χρυσού, αλλ' έχεις την σελήνην που σε περιλάμπει με το άπλετον φως της. Δεν έχεις επιβή σε χρυσοκέντητα αμάξια, αλλ' έχεις τα πόδια ιδικόν σου όχημα και σύμφυτον με σε. Διατί λοι­πόν μακαρίζεις αυτούς που κατέχουν πλούσιον βαλάντιον και που χρειάζονται ξένα πόδια δια να μεταβούν κάπου; Δεν κοιμάσαι εις κρεββάτι ελεφάντινον, αλλ' έχεις την γην που είναι τιμιωτέρα από πολλά φίλντισι και έχεις γλυκείαν την ανάπαυσιν επάνω εις αυτήν, γρήγορον τον ύπνον και από κάθε φροντίδα απηλλαγμένον. Δεν κατακλίνεσαι κάτω από χρυσήν οροφήν, έχεις όμως τον ουρανόν που ακτινο­βολεί τριγύρω με τα απερίγραπτα κάλλη των άστρων. Και αυτά βέβαια είναι τα ανθρώπινα. Τα άλλα όμως είναι ακόμη πιο ανώτερα. Δια σε ο Θεός μεταξύ των ανθρώπων, δια σε η χορηγία του αγίου Πνεύματος, η κατάλυσις του θανάτου, η ελπίς της αναστάσεως, τα θεία προστάγματα που σου τελειοποιούν την ζωήν, η πορεία προς τον Θεόν δια των εντολών, η όμορφη βασιλεία των ουρανών, τα έ­τοιμα στεφάνια της δικαιοσύνης, εφ’ όσον δεν αποφυγής τους κόπους της αρετής.

----------------------------
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»

Πρόσεχε τόν εαυτόν σου - Ε'


5. Δεν θα μου επαρκέση η ημέρα να διηγούμαι και τα κατορθώματα των συνεργών εις το ευαγγέλιον τού Χριστού και την δύναμιν του προστάγματος, πόσον καλά αρ­μόζει εις όλους. «Πρόσεχε σεαυτώ». Να είσαι νηφάλιος, σκε­πτικός, φύλαξ των παρόντων και προνοητικός δια τα μέλλοντα. Μη αφήνης να σου διαφυγή το παρόν εξ αιτίας της οκνηρίας και μη λαμβάνης σαν δεδομένην την απόλαυσιν αυτών που μήτε υπάρχουν και που τυχόν δεν θα υπάρξουν, ωσάν, να τα έχης εις τα χέρια σου. Ή μήπως δεν υπάρχει εκ φύσεως η αρρώστια αυτή εις τους νέους, δηλαδή το να νομίζουν με την ελαφρότητα της γνώμης, ότι κατέχουν κιό­λας αυτά που ελπίζουν; Διότι όταν κάποτε ηρεμήσουν ή κατά την νυκτερινήν ησυχίαν, πλάθουν με την φαντασίαν ανύπαρκτα πράγματα μεταφερόμενοι εις όλα με την ευκολίαν της σκέψεως, με το να φαντάζωνται βίον περίοπτον, λαμπρούς γάμους, ευτεκνίαν, βαθειά γεράματα, τιμάς από ό­λους. Έπειτα, επειδή δεν ημπορούν να σταματήσουν που­θενά τας ελπίδας, αλαζονεύονται δι’ αυτά που θεωρούνται μεγάλα μεταξύ των ανθρώπων. Αποκτούν καλά και με­γάλα σπίτια. Αφού τα γεμίσουν με διάφορα κειμήλια, περιφράττουν τόσην γην, όσην εις αυτούς η ματαιότης των λογισμών έχει αποκόψει από ολόκληρον την κτίσιν. Πάλιν τα πλούσια εισοδήματα από αυτήν τα αποθηκεύουν εις τας αποθήκας της ματαιοδοξίας.
Κοντά εις αυτά προσθέ­τουν ζώα, απειράριθμον πλήθος δούλων, πολιτικός εξουσίας, ηγεμονίας εθνών, αξίωμα στρατηγού, πολέμους, νίκας και αυτήν ακόμη την βασιλείαν. Όλα αυτά αφού τα διέτρεξαν με τας κούφιας φαντασίας της διανοίας, νομίζουν, λόγω της άκρας μωρίας, ότι απολαμβάνουν, ωσάν να είναι κιόλας παρόντα και κείμενα εμπρός εις τα πόδια των, αυτά που έχουν ελπισθή. Το να βλέπη όνειρα κανείς ενώ το σώμα είναι άγρυπνον, τούτο είναι αρρώστια ακαμάτου και οκνηράς ψυχής. Ο λόγος της Γραφής δια να καταπιέζη λοιπόν αυτήν την αποχαύνωσιν του νού και τον πυρετόν των λο­γισμών και δια να αναχαιτίζη, ωσάν με κάποιον χαλινόν, την αστάθειαν της διανοίας, παραγγέλλει το μεγάλο και σοφόν τούτο παράγγελμα· «σεαυτώ, λέγει, πρόσεχε». Να μη φαντάζεσαι τα ανύπαρκτα, αλλά να οικονομής τα παρόντα προς το συμφέρον. Νομίζω δε ότι ο νομοθέτης δια να αποβάλη και εκείνο το πάθος από την συνήθειαν εχρησιμοποίησε την ιδίαν παραίνεσιν. Επειδή είναι εύκολον πράγμα εις τον καθένα από μας να περιεργάζεται τα ξένα παρά να σκέ­πτεται τα ιδικά του, δια να μη παθαίνωμεν αυτό, σταμάτησε, λέγει, να περιεργάζεσαι τα κακά τού τάδε, μη δίδης αργοσχολίαν εις τους λογισμούς να εξετάζουν την ξένην ασθένειαν, αλλά «σαυτώ πρόσεχε». Δηλαδή να στρέφης το όμμα της ψυχής σου εις την έρευναν τού εαυτού σου. Διότι πολλοί, σύμφωνα με τον λόγον τού Κυρίου, «το μεν κάρφος το εν τω οφθαλμώ τού αδελφού κατανοούσι, την δε εν τω οικείω οφθαλμώ δοκόν ουκ εμβλέπουσι»25. Μη παύσης λοιπόν να διερευνάς τον εαυτόν σου, αν η ζωή σου προχωρή σύμφωνα με την εντολήν. Να μη εξετάζης όμως τα εξωτερικά, μη τυ­χόν ημπόρεσης να ανακάλυψης ψεγάδι κάποιου, όπως εκεί­νος ο ακατάδεκτος και αλαζονικός φαρισαίος, που εδικαίωνε τον εαυτόν του και εξευτέλιζε τον τελώνην 26. Αλλά μη παραλίπης να αυτοανακρίνεσαι, μη τυχόν διέπραξες κάποιο αμάρτημα κατά τους στοχασμούς, μη η γλώσσα έσφαλεν εις κάτι τι με το να προτρέξη της διανοίας, μη εις τα έργα των χεριών σου έχει πραχθή κάτι από τα ακούσια. Και εάν εις την ζωήν σου ευρής να είναι πολλά τα αμαρτήματα (και εξάπαντος θα ευρής αφού είσαι άνθρωπος), λέγε τα λόγια τού τελώνου˙ «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» 27.

Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου. Αυτός ο λόγος θα σου χρησιμεύση σαν κάποιος καλός σύμβουλος που υπενθυμίζει τα ανθρώπινα και όταν λαμπρά ευημερής και όταν ολόκληρος η ζωή κυλά κατά την φυσικήν φοράν των πραγμάτων. Αλλ' όμως και όταν πιέζεσαι κάτω από δύσκολους περιστάσεις, ευκαιριακώς θα ήταν δυνατόν να επαναλαμβάνεται εις την καρδίαν, ώστε μήτε λόγω επάρσεως να επαρθής εις υπερβολικήν αλαζονείαν, μήτε από απελπισίαν να καταρρεύσης εις χυδαίαν μελαγχολίαν. Υπερηφανεύεσαι δια τον πλούτον, και καυχάσαι δια τους προγόνους, και χαίρεσαι δια την πατρίδα και το σωματικόν κάλλος και δια τας τιμάς που δέχεσαι από όλους; «Πρόσεχε σεαυτώ», διότι είσαι θνη­τός˙ «χώμα είσαι και εις το χώμα θα πας»28. Κύτταξε τρι­γύρω αυτούς που πριν από εσέ έχουν δοκιμασθή εις τας όμοιας καυχήσεις. Που είναι αυτοί που είχαν περιβληθή τας πολιτικάς εξουσίας; Που είναι οι ακαταμάχητοι ρήτορες; Που είναι οι οργανωταί των πανηγύρεων; Οι λαμπροί ιπποκόμοι, οι στρατηγοί, οι σατράπαι, οι τύραννοι; Δεν έγιναν όλοι σκόνη; Δεν είναι όλοι ένα παραμύθι; Δεν διατηρείται η ανάμνησις της ζωής των εις τα ολίγα κόκκαλα; Σκύψε εις τους τάφους μήπως ημπόρεσης και διακρίνης ποί­ος είναι ο δούλος και ποίος ο κύριος, ποίος ο πτωχός και ποίος ο πλούσιος29; Ξεχώρισε, εάν ημπορής, τον αιχμάλωτον από τον βασιλέα, τον ισχυρόν από τον αδύνατον, τον όμορφον από τον άσχημον. Εφόσον λοιπόν ενθυμήσαι την φύ­σιν σου δεν θα αλαζονευθής ποτέ. Θα ενθυμήσαι όμως τον εαυτόν σου, όταν προσεχής τον εαυτόν σου.

----------------------------
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»

Πρόσεχε τόν εαυτόν σου - Δ'


4. Το ίδιον αυτό παράγγελμα και δια τους ασθενείς είναι χρήσιμον και δια τους γερούς πολύ κατάλληλον. Κατά τας ασθενείας οι ιατροί παραγγέλλουν εις τους αρρώστους να προσέχουν οι ίδιοι τους εαυτούς των και να μη παραμελούν τίποτε από αυτά που συντελούν εις την θερα­πείαν. Ομοίως και ο λόγος, ο Ιατρός των ψυχών μας, με το μικρόν τούτο βοήθημα θεραπεύει την ψυχήν που έχει ταλαιπωρηθή από την αμαρτίαν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου, δια να λάβης ανάλογον προς το παράπτωμα και την βοήθειαν από την θεραπείαν. Είναι μεγάλο και βαρύ το αμάρτημα; Σου χρειάζεται πολλή εξομολόγησις, πικρά δάκρυα, συνεχής αγρυπνία και διαρκής νηστεία. Είναι ελαφρόν το αμάρτημα και υποφερτόν; Να εξισωθή και η μετά­νοια. Μόνον να προσεχής τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης την υγείαν και την αρρώστιαν της ψυχής. Διότι πολλοί που νοσούν από μεγάλην και ανίατον ασθένειαν λόγω της μεγάλης απροσεξίας, δεν γνωρίζουν ούτε αυτό το ίδιον, ότι δηλαδή νοσούν. Επίσης μεγάλο είναι το κέρδος από το παράγγελμα και εις τους υγιείς ως προς τας πράξεις, ώστε το ίδιον και τους αρρώστους θεραπεύει και τους υγιείς τε­λειοποιεί. Διότι ο καθένας από μας που μαθητεύομεν εις τον λόγον γίνεται υπηρέτης κάποιας πράξεως από αυτάς που σύμφωνα με το Ευαγγέλιον μας έχουν διαταχθή. Δηλαδή εις την μεγάλην οικίαν, την Εκκλησίαν αυτήν, δεν υπάρχουν μόνον διάφορα σκεύη, χρυσά, αργυρά, ξύλινα και πήλινα9 αλλά και διάφορα επαγγέλματα
. Έχει δηλαδή ο οίκος του Θεού, «που είναι η Εκκλησία του ζώντος Θεού»10, κυνηγούς, πεζοπόρους, αρχιτέκτονας, οικοδόμους, γεωργούς, βοσκούς, αθλητάς, στρατιώτας. Εις όλους ο μικρός αυτός λόγος θα εύρη εφαρμογήν και θα εμβάλη εις τον καθένα και ορθοπραξίαν και επιμέλειαν της προαιρέσεως. Έχεις αποσταλή κυνη­γός από τον Κύριον, που είπε˙ «Να εγώ αποστέλλω πολλούς κυνηγούς και θα θηρεύσουν αυτούς επάνω εις όλα τα βουνά»11. Να προσεχής λοιπόν με επιμέλειαν, μη σε διαφύγη από που­θενά το θήραμα, δια να οδήγησης εις τον σωτήρα αυτούς που έχουν εξαγριωθή από την κακίαν, αφού τους συλλάβης με τον λόγον της αληθείας. Είσαι πεζοπόρος παρομοίως με εκείνον που εύχεται˙ «τα διαβήματά μου κατεύθυνον»12· πρόσεξε μη παραστρατήσης, να μη κλίνης προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Βάδιζε την βασιλικήν οδόν. Ο αρχιτέκτων με ασφάλειαν να καταθέση τον θεμέλιον της πίστεως, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο κτίστης να βλέπη πως κτίζει· «μη ξύλα, μη χόρτον, μη καλάμην, αλλά χρυσίον, αρ­γύριον, λίθους τίμιους»13. Ο ποιμήν να προσεχή μη διαφυγή κάτι από αυτά που επιβάλλονται εις την τέχνην της ποιμαντικής. Και ποία είναι αυτά; Να επιστρέφη το πλανημένον, να επιδένη το πληγωμένον, να θεραπεύη το άρρωστον. Ο γεωργός να σκάβη γύρω από την άκαρπον συκιάν και να εφαρμόζη αυτά που βοηθούν εις την καρποφορίαν14. Ο στρατιώτης15 να «συγκακοπαθήση δια το ευαγγέλιον»,16 να εκστρατεύη την καλήν εκστρατείαν17 εναντίον των πνευμάτων της πονηρίας18, εναντίον των σαρκικών παθών, να φορέση όλην την πανοπλίαν τού Θεού19. Μη εμπλέκεσαι εις τας βιοτικάς υποθέσεις, δια να αρέσης εις αυτόν που σε επεστράτευσεν 20. Ο αθλητής ας προσεχή τον εαυτόν του, μη τυχόν παραβή τους αθλητικούς κανονισμούς. Διότι «κανείς δεν στεφανώνεται εάν δεν αθλήση νομίμως» 21. Να μιμήσαι τον Παύλον που και έτρεχε και επάλαιε και επυγμαχούσε 22. Και ο ίδιος σαν καλός πυγμάχος να έχης ασάλευτον το βλέμμα της ψυχής. Προφύλαγε τα ευαίσθητα όργανα του σώματος με την πρόταξιν των χεριών. Το βλέμμα σου να ατενίζη τον άντίπαλον. Να προπορεύεσαι εϊς τους αγώνας δρόμου 23. Έτσι να τρέχης, δια να προλάβης 24. Εις την πάλην να ανταγωνίζεσαι εναντίον των αοράτων. Ο λόγος του Θεού τέτοιον σε θέλει να είσαι˙ όχι τεμπέλην και κοιμισμένον, αλλά νηφάλιο και άγρυπνο προϊστάμενον τού εαυτού σου.

----------------------------
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»

Πρόσεχε τόν εαυτόν σου - Γ'


3. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή, ούτε τα δικά σου, ούτε τα γύρω από έσέ, αλλά πρόσεξε μόνον τον εαυτόν σου. Διότι άλλο πράγμα είμεθα ημείς οι ίδιοι και άλλο πράγμα τα δικά μας και άλλο τα γύρω από μας. Ημείς εί­μεθα η ψυχή και ο νους, διότι έχομεν πλασθή σύμφωνα με την εικόνα του κτιστού μας7. Ιδικόν μας είναι το σώμα και αι αισθήσεις του. Γύρω δε από μας υπάρχουν χρήματα, τέχναι και όλη η υπόλοιπος πραμάτεια του βίου. Τι λοιπόν λέγει ο λόγος της Γραφής; Μη δίδης σημασίαν εις την σάρκα, ούτε να επιζητής με κάθε τρόπον ό,τι είναι αγαθόν εις αυ­τήν, δηλαδή υγείαν, ομορφιάν και απολαύσεις ηδονικάς και μακροζωίαν, ούτε να θαυμάζης χρήματα και δόξαν και εξουσίαν. Αλλά πρόσεχε τον εαυτόν σου, δηλαδή την ψυχήν σου. Αυτήν στόλιζε και αυτήν φρόντιζε, ώστε δια της προσοχής να κατορθώνης να την απαλλάσσης από ολόκληρον τον ρύπον που επικάθεται εις αυτήν από την πονηρίαν, να αποκαθαίρεται κάθε αίσχος κακίας και να την κοσμής και να την φαιδρύνης με όλον το κάλλος της αρετής.
Εξέ­τασε τον εαυτόν σου˙ ποίος είσαι; γνώρισε την φύσιν σου, ότι το μεν σώμα σου είναι θνητόν η δε ψυχή σου αθάνατος και ότι η ζωή μας είναι διπλή. Η μεν προσιδιάζει εις την σάρκα και περνά γρήγορα, η δε άλλη συγγενεύει με την ψυχήν και δεν επιδέχεται περιγραφήν. Πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτόν σου και μη προσκολληθής εις τα θνητά ωσάν σε αιώνια, μήτε να περιφρόνησης τα αιώνια ωσάν περαστικά. Να περιφρονής την σάρκα, διότι παρέρχεται. Να επιμελήσαι την ψυχήν, διότι είναι πράγμα αθάνατον. Με κάθε προσοχήν να επιβλέπης τον εαυτόν σου, δια να γνωρίζης να απονέμης εις τον καθένα το ωφέλιμον εις μεν την σάρκα τας διατροφάς και τα σκεπάσματα εις δε την ψυχήν τα δόγματα της ευσέ­βειας, δηλαδή λεπτήν αγωγήν, άσκησιν της αρετής, διόρθωσιν των παθών. Μήτε να παραπαχαίνης το σώμα, μήτε να φροντίζης δια τας σαρκικάς οχλήσεις. Αφού λοιπόν «επιθυμεί η σαρξ κατά τού πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός, ταύτα δε αλλήλοις αντίκειται»8, πρόσεχε μήπως με το να υπερπαχύνης την σάρκα προσφέρης πολλήν εξουσίαν εις το κατώτερον. Διότι όπως εις τας κλίσεις των ζυγών, εάν μεν παραφόρτωσες την μίαν πλάστιγγα, εξάπαντος θα κάμης ελαφροτέραν την απέναντι της, έτσι και εις το σώμα και την ψυχήν, ο πλεονασμός του ενός κατ’ ανάγκην επι­φέρει την ελάττωσιν τού άλλου. Διότι, όταν το σώμα ευεργετήται και βαρύνεται με την πολυσαρκίαν, κατ' ανάγκην ο νους γίνεται αδρανής και άτονος κατά τας ενεργείας του. Όταν όμως η ψυχή είναι υγιής και εξυψώνεται προς το ύψος που της αρμόζει με την μελέτην των αγαθών, είναι επόμενον να μαραίνεται η σωματική έξις.


----------------------------
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»

Πρόσεχε τόν εαυτόν σου - Β'


2. «Πρόσεχε, λέγει, τον εαυτόν σου». Καθένα από τα ζώα έχει εκ φύσεως από τον Θεόν που εδημιούργησε τα πάντα, τας αφορμάς δια την προστασίαν της υπάρξεώς του. Και θα εύρης εάν επιμελώς παρατήρησης ότι τα πιο πολλά από τα άλογα ζώα δεν έχουν διδαχθή την προφύλαξιν προς αυτό που βλάπτει, και ότι με κάποιαν πάλιν φυσικήν έλξιν σπεύδουν προς την απόλαυσιν των ωφελί­μων. Δια τούτο και εις ημάς ο Θεός που μας παιδαγωγεί έδωκε το μεγάλο τούτο παράγγελμα, δια να προστεθή και εις ημάς με την βοήθειαν της λογικής αυτό το οποίον εκ φύσεως έχουν εκείνα. Και αυτό που εις τα ζώα κατορθώνεται χωρίς καμμίαν επιστασίαν, αυτό εις ημάς να επιτελήται δια της προσοχής και της συνεχούς επιβλέψεως των λογισμών. Και να είμεθα πιστοί φύλακες των εντολών που μας έχουν δοθή από τον Θεόν με το να αποφεύγωμεν την αμαρτίαν, όπως τα ζώα αποφεύγουν τα δηλητήρια από τας τροφάς και να επιδιώκωμεν την δικαιοσύνην, όπως εκείνα επιζητούν το φαγώσιμον από την χλόην.
«Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ», δια να γίνης ικανός να διακρίνης το βλαβερόν από το σωτήριον. Επειδή όμως το να προσεχή κανείς σημαίνει δύο πρά­γματα, αφ’ ενός μεν το να προσηλώνη τα σωματικά μάτια εις τα ορατά, αφ’ ετέρου δε το να επιβάλλη με την νοεράν δύναμιν της ψυχής την θεωρίαν των ασωμάτων, εάν μεν είπωμεν ότι το παράγγελμα αναφέρεται εις την ενέργειαν των οφθαλμών, τότε αμέσως θα ελέγξωμεν το ανεφάρμοστον αυτού. Διότι πως θα ημπορούσε κανείς με τον οφθαλμόν να ιδή ολόκληρον τον εαυτόν του; Μάλιστα ούτε ο ίδιος ο οφθαλμός χρησιμοποιεί την όρασιν δια τον εαυτόν του. Δεν επαρκεί δια την κορυφήν, δεν γνωρίζει τα νώτα, ούτε τα πρόσωπα, ούτε την διάθεσιν που είναι εις το βάθος των σπλάγχνων. Άρα είναι ασέβεια να λέγωμεν ότι δεν ισχύουν τα παραγγέλματα του αγίου Πνεύματος. Υπολείπεται λοιπόν να κατανοούμεν την προσταγήν εις την ενέργειαν τού νου.

 «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή από παντού να παρατηρής προσεκτικά τον εαυτόν σου. Να έχης άγρυπνον το όμμα της ψυχής σου δια την προστασίαν τού εαυ­τού σου. Κρυφαί παγίδες έχουν στηθή παντού από τον εχθρόν. Προσεκτικά να παρατηρής το κάθε τι λοιπόν, «δια να γλυτώνης σαν το ζαρκάδι από τα δόκανα και σαν πτηνόν από την παγίδα»5. Διότι το μεν ζαρκάδι λόγω της οξυ­τάτης οράσεως δεν συλλαμβάνεται εις τα δόκανα, δια τούτο φέρει και την επωνυμίαν δορκάς δια την οξυδέρκειαν του, το δε πτηνόν με τα ελαφρά πτερά του πέτα υψηλότερα από τον κίνδυνον των κυνηγών, όταν προσεχή. Κύττα λοιπόν μη φανής κατώτερος από τα άλογα ζώα εις την προστασίαν του εαυτού σου, δια να μη κάποτε, αφού συλληφθής εις τας παγίδας, γίνης θήραμα τού διαβόλου, αιχμάλωτος απ’ αυ­τόν εις το να κάμης το θέλημα του6.

----------------------------
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»

Πρόσεχε τόν εαυτόν σου - Α'


1. Ο Θεός που μας έπλασε μας έδωσε την χρήσιν τού λόγου, δια να φανερώνωμεν ο ένας εις τον άλλον τας σκέψεις των καρδιών και να μεταδίδωμεν ο καθένας εις τον πλη­σίον, λόγω της κοινωνικότητός της φύσεως, ωσάν από κά­ποια ταμεία, προσφέροντες τας σκέψεις από τα κρυπτά της καρδίας. Διότι εάν εζούσαμεν με γυμνήν από το σώμα την ψυχήν, αμέσως θα επεκοινωνούσαμεν μεταξύ μας δια των σκέψεων. Επειδή όμως η ψυχή μας διανοείται καλυπτό­μενη από το παραπέτασμα της σαρκός, έχει ανάγκη από λόγια και ονόματα δια να ανακοινώνη αυτά που κείνται εις το βάθος της. Όταν λοιπόν η σκέψις εκφρασθή δια φωνής, αυτή μεταβαίνει από τον ομιλητήν προς αυτόν που τον ακούει, αφού διασχίση τον αέρα, φερομένη δια τού λόγου, ωσάν δια πορθμείου. Και εάν μεν εύρη άκραν γαλήνην και ησυχίαν, ωσάν εις γαλήνια και αχείμαστα λιμάνια, ο λόγος αγκυροβολεί εις τας ακοάς των ακροατών. Εάν όμως, ωσάν κάποια σφοδρά θύελλα, ο θόρυβος των ακουόντων πνεύση αντίθετα, τότε ο λόγος ναυαγεί, διαλυόμενος εις τον αέρα. Δια της σιωπής λοιπόν κάμετε ησυχίαν χάριν τού λόγου. Διότι ίσως κάτι από αυτά που φέρει σας φανή χρήσιμον και ωφέλιμον. Ο λόγος της αληθείας είναι δύσκολον θήραμα, διότι εύκολα ημπορεί να ξεφύγη αυτούς που δεν προσέχουν, αφού έτσι το Πνεύμα οικονόμησε να είναι σύντομος και βρα­χύς, ώστε να δηλώνη πολλά εις ολίγα και με την συντομίαν να είναι εύκολον να διατηρηθή εις την μνήμην.
Άλλωστε η φυσική αρετή τού λόγου είναι μήτε να κρύπτη με την ασάφειαν τα εκφραζόμενα μήτε να πλημμυρίζη από λέξεις περιττάς και πράγματα μάταια. Τέτοιος λοιπόν είναι και ο λόγος αυτός που τώρα έχει αναγνωσθή από τα βιβλία τού Μωϋσέως. Όσοι βέβαια είσθε φιλομαθείς να ενθυμήσθε αυτόν, εκτός αν κάπου διέφυγε την ακοήν σας, λόγω της βραχύτητος. Ο λόγος κάπως έτσι έχει˙ «πρόσεχε σεαυτώ μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Η­μείς οι άνθρωποι είμεθα εύκολοι εις τας αμαρτωλάς σκέψεις. Δια τούτο ακριβώς αυτός που κατ' ιδίαν έπλασε τας καρ­δίας μας2, επειδή εγνώριζε πολύ καλά ότι το μεγαλύτερον μέρος της αμαρτίας συντελείται εις την κατά διάθεσιν ορμήν, μας ώρισεν ως πρωταρχικήν καθαρότητα αυτήν της δια­νοίας. Διότι αυτό με το οποίον πολύ πιο εύκολα διαπράττομεν την αμαρτίαν, δι' αυτό ηξίωσε περισσοτέραν προφύλαξιν και επιμέλειαν. Όπως δηλαδή οι προνοητικοί από τους ιατρούς ασφαλίζουν τα ασθενέστερα σώματα με τας προληπτικάς συνταγάς, έτσι και αυτός που είναι προστάτης όλων και αληθινός ιατρός των ψυχών, με ισχυροτέρας προ­φυλάξεις εξησφάλισεν αυτό που εγνώριζεν ότι είναι εις ημάς περισσότερον ολισθηρόν προς την αμαρτίαν. Διότι αι πρά­ξεις που γίνονται με το σώμα χρειάζονται και χρόνον και ευκαιρίαν και κόπους και συνεργάτας και άλλην βοήθειαν. Αι κινήσεις όμως της διανοίας ενεργούνται αχρόνως, επι­τελούνται χωρίς κόπον, σχηματίζονται εύκολα και έχουν όλον τον καιρόν κατάλληλον. Μάλιστα κάποτε κάποιος από τους σπουδαίους και από αυτούς που υπερηφανεύον­ται δια σεμνότητα, περιβαλλόμενος εξωτερικά ομοίωμα σωφροσύνης και καθήμενος ανάμεσα εις αυτούς που συχνά τον μακαρίζουν δια την αρετήν του, τρέχει γρήγορα με την σκέψιν προς τον τόπον της αμαρτίας, με την αφανή ενέργειαν της καρδίας. Είδε με την φαντασίαν τα μελετώμενα, εφαντάσθη κάποιαν απρεπή συναναστροφήν και γε­νικώς εις το κρυφόν εργαστήριον της καρδίας με το να ζωγραφήση μέσα του καθαράν την ηδονήν, διέπραξε εσωτερικά την αμαρτίαν που δεν αποδεικνύεται και που θα μείνη άγνω­στος εις όλους ως τότε που θα έλθη αυτός που αποκαλύπτει τα κρυπτά τού σκότους και φανερώνει τας σκέψεις των καρ­διών3. «Φυλάξου λοιπόν μη τυχόν κάποτε σκέψις κρυφή εις την καρδίαν σου γίνη αμαρτία». Διότι «αυτός που κυττάζει γυναίκα με πονηράν επιθυμίαν είναι σαν να εμοίχευσε κιόλας εις την καρδίαν του» 4. Διότι αι πράξεις τού σώματος δια­κόπτονται από πολλούς, αυτός όμως που αμαρτάνει με την σκέψιν, με την ταχύτητα των διανοημάτων έχει ολοκληρώσει την αμαρτίαν. Όπου λοιπόν το παράπτωμα είναι ταχύ, ταχεία μας εδόθη και η φρούρησις. Δηλαδή διακηρύσσεται εντόνως· «μη ποτέ γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα». Καλύτερα όμως να ανατρέξωμεν εις αυτήν την αρχήν  του  λόγου.




ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΟΥ»

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

Περισυλλογή και προσευχή


Η περισυλλογή είναι ένα ιδιαίτερο και σημαντικό μέρος της προσευχής, Είναι η προσπάθειά μας να συγκεντρώσουμε το νου μας στην παρουσία του Θεού. Συνήθως, όταν προσευχώμεθα, δεν προσπαθούμε να ακούσουμε τον θεό αλλά Του μιλάμε και ή επαναλαμβάνουμε τυποποιημένες προσευχές ή έχουμε εμείς καθορίσει στο νου μας πλήρως τί πρέπει να γίνει και πώς πρέπει να γίνει και ζητάμε από τον Θεό να πραγματοποιήσει τα σχέδιά μας χωρίς καμιά παραλλαγή. Στην ουσία δεν επιθυμούμε να γνωρίσουμε τον πραγματικό Θεό, αλλά έχουμε δημιουργήσει εμείς ένα Θεό παραγγελιοδόχο, από τον οποίο περιμένουμε να εκτελέσει με απόλυτη ακρίβεια τις εντολές μας. Δεν επιζητούμε το πνεύμα του Θεού και ό,τι εκείνο θα μας υπεδείκνυε ότι χρειαζόμεθα για τον εαυτό μας, τις οικογένειες μας, τις σχέσεις μας και τη ζωή μας. Επομένως στην ουσία είμεθα μια άθεη κοινωνία παρά τις θρησκευτικές μας παραστάσεις, τις φιέ­στες, τα κουδούνια των δεσποτάδων – κυρίως αυτά.

Αν θέλουμε πραγματικά το πνεύμα του Θεού και αυτά που εκείνο θα μας υποδείξει για τη ζωή μας και τα αδιέξοδά μας, θα προσπαθήσουμε να είμεθα χαλαροί, ήρεμοι και ήσυχοι, για να είμεθα δεκτικοί του πνεύματος του Θεού. Η προσευχή αρχίζει όταν ακούμε το πνεύμα του Θεού. «Ίσθι πεποιθώς εν όλη καρδία επί Θεώ, επί δε ση σοφία μη επαίρου. Πάσαις οδοίς σου γνώριζε αυτήν, ίνα ορθοτομή τας οδούς σου» (Παρ. 3, 5-6). Καθώς ακούς αυτές τις λέξεις, προσπάθησε να εμπιστευθείς τον Θεό σε σχέση με το γάμο σου, την οικογένειά σου, τις σχέσεις σου, και μη βασίζεσαι στις δικές σου απόψεις και ερμηνείες. Προσπάθησε να αισθανθείς την παρουσία Του στις πιο απίθανες στιγμές, όπως στις στιγμές της ενόχλησης, της απογοήτευσης με τον εαυτό σου ή την/ τον σύζυγό σου ή τα παιδιά σου. Δες τη διαφορά που αυτό μπορεί να κάνει στη συμπεριφορά σου και τότε η σύγχυ­σή σου απομακρύνεται και αφήνεις το πνεύμα του Θεού να κατευθύνει τους συζυγικούς, τους οικογενειακούς, τους επαγγελματικούς και τους κοινωνικούς σου προβληματισμούς.

Για να ενισχύσεις τον προσανατολισμό της ζωής σου που προτείνει το χωρίο των Παροιμιών, που αναφέρθηκε παραπάνω, διάλεξε μία από τις κασέτες που οδηγούν σε αδιέξοδο και σε μια στιγμή ενόχλησης, παρά την επιθυμία σου, μην την επαναλάβεις. Δες τον εαυτό σου σ’ αυτή τη στιγμή αλλά ανταποκρίσου διαφορετικά. Φαντάσου ακόμη ότι κλείνεις το κασετόφωνο και λες αυτό που θα ’θελες να πεις. Μ’ αυτό τον τρόπο ανοίγεις ένα καινούργιο δρόμο στη σκέψη σου, αφήνοντας το πνεύμα του Θεού να σε κατευθύνει. Την ίδια στιγμή η νοητική εικόνα ότι θα συμπεριφερθείς κάτω από αυτές τις συνθήκες με αυτό τον διαφορετικό τρόπο είναι μια προσευχή στον Θεό. Εσωτερικά πες «αμήν».

Με την προσευχή ζητούμε επίσης να μας αποκαλυφθεί τι θα ήθελε ο Θεός να κάνει μέσα από εμάς για τους άλλους, αντί να προσπαθούμε να βάλουμε τους άλλους να κάνουν αυτό που θέλουμε εμείς γι’ αυτούς. Το παιδί σου μπορεί να έχει προβλήματα στο σχολείο ή με τους συνομηλίκους του ή με τη σχέση του με την Εκκλησία. Μέσα από την προσευχή σου προσπάθησε να δεις τι ο Θεός θα ήθελε από σένα να κάνεις για να βοηθήσεις το παιδί σου να υπερβεί τα προβλήματά του. Προσευχήσου για το γάμο σου, για να δεις τον τρόπο που σου προτείνει ο Θεός για να αναπτυχθεί η κοινωνία, η εμπιστοσύνη, η αγάπη, η συντροφικότητα, το μοίρασμα των βαθέων συναισθημάτων και των ανησυχιών μεταξύ σας. Με την προσευχή και την περισυλλογή θα αισθανθείς στοργή και τρυφερότητα για την ή τον σύζυγό σου και για κάθε ένα από τα παιδιά σου.

Θα χρειασθεί ένα άλμα πίστης για να δεις τι μπορεί να κάνει ο Θεός στη ζωή σου και στη ζωή της οικογενείας σου, γιατί αυτά που συμβαίνουν καθημερινά μπορεί να μη σε βοηθούν να τα δεις.

Η περισυλλογή ως προσευχή είναι ταυτόχρονα και μια άσκηση αλλαγής. Επαναλαμβάνοντας στη σκέψη μας τακτικά την κλήση του Θεού να αλλάξουμε και να αναπτυχθούμε, προπαρασκευάζουμε τους εαυτούς μας γι’ αυτές τις αλλαγές στη συμπεριφορά μας. Αυτό που βλέπουμε να κάνουμε στις στιγμές της περισυλλογής μας μπορεί τελικά να το κάνουμε πραγματικά. Αυτό θα πρέπει να γίνεται και με τη συμμετοχή μας στην εκκλησιαστική λατρεία. Με την επανάληψη των προτύπων της εκκλησιαστικής λατρείας συνηθίζουμε να αναπτύσσωμεθα όλο και περισσότερο ως εικόνα του Θεού. Επομένως η τακτικότητα στην προσευχή και στη συμμετοχή μας στην εκκλησιαστική λατρεία δεν είναι απαραίτητη μόνο για τη σχέση μας με τον Θεό, αλλά είναι απαραίτητη για μας τους ίδιους.

Στην προσπάθειά μας να βελτιώσουμε την οικογενειακή μας ζωή υπάρχει ο κίνδυνος να καλλιεργήσουμε τελειομανιακές φαντασιώσεις που μπορεί να την βλάψουν επικίνδυνα. Οι «νίκες» μπορεί να συμβαίνουν πότε-πότε. Όχι όμως μια για πάντα. Όντας μέτοχοι μιας πεπτωκυίας ανθρωπότητας, θα συνεχίσουμε να ζούμε τη σύγκρουση ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα, ελπίζοντας στη θεραπευτική δύναμη της αγάπης του Θεού. Αλλά θα υπάρξουν νίκες που θα είναι το αποτέλεσμα της από μέρους μας αποδοχής της αγάπης του Θεού, που όλα «τα ασθενή θεραπεύει και όλα τα ελλείποντα αναπληροί».


π. Φιλόθεος Φάρος,

«Στου δρόμου τα μισά», εκδ. Αρμός, σ. 78-81

1. Νόμος και επιθυμία· δύο αιχμές αυτογνωσίας


Η καθολική κυριαρχία της δαιμονικής βίας, πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο, δεν αποτελούσε ασφαλώς οριστική και αμετάκλητη δουλεία του προσώπου αυτού σ’ ένα ακατανίκητο δυνάστη και εξουσιαστή της μοίρας του!

Αυτό το γεγονός το αντιλήφθηκε η ανθρωπίνη αυτοσυνειδησία, παρά την αμαύρωση του οπτικού της πεδίου από την παράβαση της εντολής του Θεού, τη στιγμή που ο Θεός κατεδίκαζε τον υποβολέα και πρωταίτιο αυτής της παραβάσεως αρχέκακο όφι, το διάβολο!

Εξάλλου η προειδοποίηση αυτή του Θεού (το “πρωτευαγγέλιο”) προς τον αρχέκακο αυτόν όφι, ότι θα έλθει η στιγμή, που θα συντριβεί η κεφαλή του και θα απολέσει το δαιμονικό, τον τόσο καταλυτικό για την ανθρωπίνη ελευθερία, δυναμισμό του, βρήκε μια ασφαλή, από δαιμονικές προσβολές αμνησίας της αγάπης του Θεού, θέση, σε κάποια άκρη της αυτοσυνειδησίας αυτής, όπου απέμεινε να σιγοκαίει μία σπίθα (παρήγορο υπόλειμμα) νηπτικών δυνάμεων του “κατ’ εικόνα”!

Η ανθρωπίνη αυτοσυνειδησία διατηρούσε πάντοτε, στον πιό εσώτερο χώρο της, την προειδοποίηση αυτή του Θεού, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε με μια λανθάνουσα, αλλά πάντως υπαρκτή, ανάμνηση, σημαντική της αληθινής (θεογενούς) ζωής και της πραγματικής ελπίδος και λυτρώσεως και σωτηρίας από το αδυσώπητο πέλμα της δαιμονικής βίας.

Το πρώτο στάδιο της θεϊκής διεργασίας της οικονομίας της απελευθερώσεως του ανθρώπου, από το θανάσιμο εγκλωβισμό του στην καταπίεση και καταδυνάστευση της δαιμονικής βίας, έπρεπε να είναι στάδιο αυτογνωσίας!

Έπρεπε να αντιληφθεί ο άνθρωπος και να κατανοήσει·

α) την αδιάκοπη μαρτυρία της παρουσίας του Θεού στη ζωή του και

β) τις πραγματικές, δικές του, ανθρώπινες δυνατότητες, για μια λυτρωτική προσπάθεια απελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της δαιμονικής βίας.

Και οι δύο αυτοί υπαρξιακοί (λανθάνοντες;) στόχοι του ανθρώπου, εποπτευόμενοι από την αγαθή πρόνοια του Θεού, ήταν ουσιαστικά στόχοι αυτογνωσίας, αφού το καθρέπτισμα της ταλαίπωρης ζωής του στην αίσθηση της παρουσίας του Θεού, θα έρριχνε “φως αληθινό” στην εικόνα του εαυτού, που προέκυψε από την τραγωδία της παραβάσεως του θελήματος του Θεού μέσα στον Παράδεισο!

Επομένως η σκληρή και μαρτυρική ζωή του ανθρώπου, όπως προαγγέλθηκε και περιγράφηκε από το Θεό, την ημέρα της εξόδου του αδαμικού ζεύγους από τον Παράδεισο, είχε ουσιαστικά το νόημα μιας πορείας αυτογνωσίας! Μιας πορείας προοδευτικής και σωτήριας αυτογνωσίας!

Ποιά θα ήταν άραγε η πρώτη μεγάλη θύρα αυτογνωσίας, που θα άνοιγε, ενώπιον του μαρτυρικού αυτού οδοιπόρου, η αγάπη του Θεού;

Η Τριαδικότητα του Θεού και η θεότητα του Χριστού, πριν την Α’ Οικουμενική το 325 μ Χ.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ψευδώς ότι το δόγμα της Αγίας Τριάδας κατασκευάστηκε στην Ά Οικουμενική σύνοδο, όπως επίσης και το δόγμα της θεότητας του Υιού. Τότε, κατασκευάστηκαν τα χωρία της Αγίας Γραφής που μιλούν ξεκάθαρα για την Τριάδα και την θεότητα του Λόγου του Θεού. Αυτά βέβαια είναι ισχυρισμοί που δεν αποδεικνύονται. 

Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ρωτάμε αυτούς τους ανθρώπους να μας δείξουν τα αποδεικτικά τους στοιχεία για αυτούς τους βλάσφημους ισχυρισμούς, δεν έχουν να μας δείξουν τίποτα, πέρα από την άγνοια και την ασχετοσύνη τους αλλά και τον φανατισμό τους, εφόσον επιμένουν σε αυτά ενώ δεν μπορούν να αποδείξουν τις θέσεις τους. Η βαρυσήμαντη άποψη των ειδικών επιστημόνων όμως είναι αποστομωτική για αυτούς:

«Οι παραλλαγές για τις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες μεταξύ των κριτικών του κειμένου της Καινής Διαθήκης δεν θέτουν θέμα ιστορικού υλικού ή Χριστιανικής πίστης και ζωής» (F. F Bruce, ‘’Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, είναι άραγε αξιόπιστα;’’).

«Το τελευταίο στήριγμα για οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το αν οι Γραφές έχουν ουσιαστικά περιέλθει σ' εμάς όπως γράφτηκαν έχει τώρα πια καταρριφθεί» (The case for Christ).

Παρακάτω θα παραθέσουμε ενδεικτικά κάποιες από τις μαρτυρίες της αρχαίας Εκκλησίας, φυσικά πριν το 325 μ Χ.
Τριαδικότητα του Θεού.

Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης, το 217-223 μ Χ, στο έργο του ‘’Εις την αίρεσιν του Νοητού’’, αναπτύσσει την διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδας. Παραθέτω ενδεικτικά:

«Ανάγκην ουν έχει και μη θέλων ομολογείν Πατέρα Θεόν παντοκράτορα, και Χριστόν Ιησούν Υιόν Θεού, Θεόν άνθρωπον γενόμενον, ώ πάντα Πατήρ υπέταξε παρεκτός εαυτού, και Πνεύματος Αγίου, και τούτους είναι ούτως τρία...Και όσον μεν κατά την δύναμιν, εις εστί Θεός. όσον δε κατά την οικονομίαν, τριχής η επίδειξις» (ΒΕΠ 6, 16).

 «Όσα τοίνυν κηρύσσουσιν αι Θείαι Γραφαί, ίδωμεν, και όσα διδάσκουσιν, επιγνώμεν, και ως θέλει Πατήρ πιστεύεσθαι, πιστεύσωμεν, και ως θέλει Υιόν δοξάζεσθαι, δοξάσωμεν, και ως θέλει Πνεύμα άγιον δωρείσθαι, λάβωμεν» (ΒΕΠ 6,16).

«Εις γαρ εστίν ο Θεός. ο γαρ κελεύων Πατήρ, ο δε υπακούων Υιός, το δε συνετίζον άγιον Πνεύμα. Ο ων Πατήρ επί πάντων, ο δε Υιός δια πάντων, το δε άγιον Πνεύμα εν πάσιν….[Ο Ιησούς] αναστάς παρέδωκεν τοίς μαθηταίς λέγων: ‘Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος’ και δεικνύων ότι πας ος αν εν τι τούτων εκλίπη, τελείως Θεόν ουκ εδόξασεν. Δια γαρ της Τριάδος ταύτης Πατήρ δοξάζεται. Πατήρ γαρ ηθέλησεν, Υιός εποίησεν, Πνεύμα εφανέρωσεν. Πάσαι τοίνυν αι Γραφαί, περί τούτου κηρύσσουσι». (ΒΕΠ 6, 18).

(Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στο ότι ο Ιππόλυτος  μιλάει για την Τριάδα και το στηρίζει και στο εδάφιο του Ματθαίο, το όποιο και παραθέτει).

Ο απολογητής Αθηναγόρας, στο έργο του «Πρεσβεία περί Χριστιανών», που γράφτηκε περίπου το 166- 168 μ Χ, αναφέρει:
«Άλλοι δε άνθρωποι, ημείς,… οδηγούμεθα δε υπό του πόθου να γνωρίσωμεν τον όντως Θεόν και τον Λόγον αυτού, ποία είναι η ενότης του Παιδός προς τον Πατέρα, ποία η κοινωνία του Πατρός προς τον Υιόν, τι είναι το Πνεύμα, ποία η ένωσις των τριών τούτων και διάκρισις εν τη ενώσει, του Πνεύματος, του Παιδός, του Πατρός».

Ο Θεόφιλος Αντιοχείας περί το 180 μ Χ, μιλάει για την Αγία Τριάδα. «Ωσαύτως και αι τρεις ημέραι προ των φωστήρων γεγονυίαι τύποι εισίν της Τριάδος, του θεού και του λόγου αυτού και της σοφίας αυτού» (ΒΕΠ 5, 32).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός περί το 264 μ Χ , στο έργο του ‘’Έκθεσις πίστεως’’, αναφέρεται στην Αγία Τριάδα (Βλ. Πατρολογία Παπαδόπουλου, Ά Τόμος, σελ. 460).

Η Θεότητα του Ιησού Χριστού.

Και πάλι, θα παραθέσουμε από το ίδιο έργο του αγίου Ιππολύτου Ρώμης, όπως και παραπάνω.

«Ημείς έναν Θεόν οίδαμεν αληθώς· οίδαμεν Χριστόν· οίδαμεν τον Υιόν παθόντα, καθώς έπαθεν, αποθανόντα, καθώς απέθανεν, και αναστάντα την τρίτη μέρα, και όντα εν δεξιά του Πατρός, και ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς». (ΒΕΠ 6, 10)

Στο κεφάλαιο 2, αναφέρει εδάφιο από το βιβλίο του Βαρούχ (το οποίο η εκκλησία το δεχόταν)…. « Ούτος ο Θεός ημών, ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν. Έξευρε πάσαν οδόν επιστήμης, και έδωκεν αυτήν Ιακώβ τω παιδί αυτού, και Ισραήλ τω ηγαπημένω υπ’ αυτού· μετά ταύτα επι της ώφθη, και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη. Οράς ουν, φησίν, ότι ουτός εστίν ο Θεός, ο μόνος ων, και ύστερον οφθείς, και τοις ανθρώποις συναναστραφείς». (ΒΕΠ 6, 12).

«Χριστός γαρ ην Θεός, και έπασχεν δι ημάς, αυτός ων ο Πατήρ ίνα και σώσαι ημάς δυνηθή. Άλλο δε, φησίν, ου δυνάμεθα λέγειν· και γαρ ο απόστολος ένα Θεό ομολογείν, λέγων· «Ων οι πατέρες, εξ ων Χριστός το κατά σάρκα, ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας». (ΒΕΠ 6, 12).
Άλλη σαφέστατη μαρτυρία του απ Παύλου που επικαλείται ο Ιππόλυτος για την θεότητα του Χριστού.

«Ούτως γαρ και Ιωάννης είπεν «Ο ων και ο ην, και ο ερχόμενος, ο Θεός παντοκράτωρ». Καλώς είπεν παντοκράτορα τον Χριστόν. Τούτο γαρ είπεν όπερ και αυτώ μαρτυρήσει ο Χριστός. Μαρτυρών γαρ Χριστός έφη «Πάντα μοι παραδέδοται παρά του Πατρός» και πάντων κρατεί, παντοκράτωρ παρά Πατρός κατεστάθη Χριστός» (ΒΕΠ 6, 14).

Ο Χριστός επομένως αφού του παραδόθηκαν όλα από τον Πατέρα, είναι παντοκράτορας.