Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

O Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης στα Καυσοκαλύβια.


Άγγελος Σικελιανός-Σκήτη Καυσοκαλυβίων. Εργαστήρι Ιωασαφαίων. 5-6 Δεκεμβρίου
Οι δύο προσκυνητές επισκέπτονται στις 5-6 Δεκεμβρίου τη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου οι μοναχοί καταγίνονται με την αγιογραφία και την ξυλογλυπτική. Διεξοδικές είναι οι περιγραφές τόσο στο Ημερολόγιο του Σικελιανού (φφ 96-99) όσο και στην Αναφορά του Καζαντζάκη (σ. 255.57). εντύπωση τους κάνει η αφιέρωση των μοναχών στο έργο τους. Ένας ξυλογλύπτης έχει εξαϋλωθεί από τη μακρά άσκηση της τέχνης του: Ωχρός, με γένια σα μετάξι γύρω από μυτερό πρόσωπο, και βαθιά παρθενικά μάτια. Το χέρι του είναι απαλό σαν κέρινο, αλαφρό σαν αντίδωρο (φ 97 ν). Άλλος ξυλογλύπτης, με τ’ όνομα Αρσένιος, είναι ένας αυτοδίδακτος που κατάκτησε την τεχνική τελειότητα. Εκείνος σκάλισε το ξακουστό εγκόλπιο με τη Δευτέρα Παρουσία που οι δύο φίλοι είχαν θαυμάσει στις Καρυές. Άρχισε από μικρούς άξεστους σταυρούς. Δούλεψε 15 χρόνια τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε πρόσωπο έδωκε έκφραση. Στην όψη του έχει σταλαγμένο το φώς της εργασίας. Στο μικρό του δωμάτιο, όλα τα σύνεργα της τέχνης του. [.] Το κοτσύφι του. Τρώει σμυρτιά απ’ το χέρι, κουκί κισσού, ζυμάρι. Μια πίστη στον άνθρωπο. Μαύρο γυαλιστερό (φφ 97 ν, 98 r και ν).
Κατά τη διαμονή του στα Καυσοκαλύβια ο Σικελιανός αναπολεί τους Πατέρες της Εκκλησίας που μελέτησε στη Μονή Σταυρονικήτα και προσθέτει κάτι από τη διδασκαλία τους: Μάξιμος Ομολογητής. Το θυμικόν της ψυχής αγάπη χαλίνωσον και το επιθυμητικόν αυτής εγκρατεία καταμάρανον και το λογιστικόν αυτής προσευχή πτέρωσον, και το φώς του νου ουκ αμαυρούται ποτέ. – Να διαβάσω Χρυσόστομο, Βασίλειο και Γρηγόριο Ναζιανζηνό (φ 96 r και ν). μετά από τέσσερις σελίδες, ο μύστης συνεχίζει τις σκέψεις του: Τη νύχτα, ησυχία. Ξαναθυμούμαι τον [Μανουήλ] Πανσέληνο στη βεράντα των Ιωασαφαίων. Βαθύτατη συνείδηση της ηθικής μου ανάστασης στο έργο που δεν είναι δυνατό να βρει μια ηχώ. Όλο μου το έργο πια στερεωμένο στη θέληση ως σε βράχο, αιώνια. Όταν γυρίσω, έπειτα από δυο μέρες θα πάω στη Συκία. Να νιώσω βαθιά την απόλυτη ευλάβεια της ησυχίας και της ευτυχίας (φ 99 r και ν).
Φεύγουμε [από τα Καυσοκαλύβια]. Ακούμε τον κόχυλα των Ρούσων [από το κελί της Κερασίας]. Κατεβαίνουμε τον γκρεμό. Τα Καρούλια, σκήτη ρούσικη στον γκρεμό σαν περιστεριώνας. Θυμίζουν τα Μετέωρα. – Αυτή τη μέρα θυμήθηκα τονBeethoven, την Καλυψώ. Είπα να συνθέσω την Κίρκη (φφ 101 r και v).

Νίκος Καζαντζάκης-Ιωσαφαίοι, 6 Δεκέμβρη.

Σήμερα, τη γιορτή μου την περάσαμε στο περίφημο ζωγραφικό αργαστήρι των Ιωσαφαίων. Είναι δέκα καλόγεροι ζωγράφοι κάθε βδομάδα ένας κάνει τη λάτρα του σπιτιού, σκουπίζει, πλένει, μαγειρεύει, κι οι άλλοι ζωγραφίζουν. Από το αργαστήρι ετούτο βγαίνουν και παν στα πέρατα της ορθοδοξίας οι καλοχτενισμένοι, καλοθρεμμένοι Χριστοί, οι όμορφες πλουσιοντυμένες Παναγίες, οι ροδομάγουλοι ευχαριστημένοι άγιοι χωρίς καμιάν αγιότητα. Χαλκομανίες. Αγαθοί καλοπροαίρετοι καλόγεροι, φιλόξενοι, φιλότιμοι, αγαπούν το καλό φαΐ, το καλό κρασί, τους μουνουχισμένους γάτους ώρες μετά το δείπνο, καθούμενοι γύρα από το μεγάλο αναμμένο τζάκι, κουβεντιάζαμε εμείς για τα εγκόσμια, αυτοί για τα υπερκόσμια. Ο πάτερ Ακάκιος, παχύς, κοντός, με πρησμένα ποδάρια, ζωγράφιζε ολημέρα τον Άγιο Αντώνιο και τώρα, χαδεύοντας ένα χοντρό μαύρο γάτο στα γόνατά του, μας μιλάει με κατάνυξη για τον άγριο ερημίτη. Ήρθε μια μέρα μια κοπέλα και του ‘πε: Όλες τις εντολές του Θεού τις τήρησα έχω τα θάρρη μου στο θεό, θα μου ανοίξει την Παράδεισο”. ‘Ο Άγιος Αντώνιος τότε τη ρώτησε: ”Σου έγινε η φτώχεια πλούτος; – Όχι, αβά – Ούτε σου έγινε η ατιμία τιμή; – Όχι, αβά. – Ούτε οι οχτροί φίλοι; – Όχι, αβά. – Ε, λοιπόν, πήγαινε, εργάζου, δυστυχισμένη, γιατί τίποτα δεν έχεις”.
Κοίταζα τον αγαθό Ακάκιο, από το πολύ φαΐ, από την πολλή ζέστα του τζακιού κι από τη θύμηση του φοβερού ασκητή να ιδρώνει, και συλλογιζόμουν τι ροδομάγουλο Αντώνιο θα μπογιάτιζε ολημέρα. Και μία σατανική επιθυμία με κυρίεψε να του πω: ”Πήγαινε, εργάζου, δυστυχισμένε, γιατί τίποτα δεν έχεις”. Μια κρούστα από ξίγκια, από συνήθειες κι αναντρία τυλίγει την ψυχή, κι άλλα λαχταρίζει αυτή στον πάτο της φυλακής της κι άλλα εχτελούν τα ξίγκια, οι συνήθειες κι η αναντρία. Μα δε μίλησα δε μίλησα από αναντρία.
Τη νύχτα, όταν πέσαμε να κοιμηθούμε, το ξομολογήθηκα στο φίλο μου.
Θα το ‘καμες από ευγένεια, μου ‘πε για να με παρηγορήσει, όχι από αναντρία από λύπηση να μην πικράνεις ένα τόσο καλόν άνθρωπο μπορεί κι από την πεποίθηση πως ο λόγος σου θα πήγαινε χαμένος.
Όχι, όχι, διαμαρτυρήθηκα, κι αν ακόμα είναι αυτό που θαρρείς, πρέπει να νικήσουμε τις μικρές αρετές που λες, την ευγένεια, τη λύπηση, τη σκοπιμότητα τις μικρές αρετές φοβούμαι πιο πολύ από τις μεγάλες κακίες, γιατί έχουν ωραίο πρόσωπο κι εύκολα ξεγελούνε. Μα εγώ θέλω να δώσω τη χειρότερη εξήγηση και λέω το ‘καμα από αναντρία, για να ντροπιάσω την ψυχή μου και να μην το ξανακάμει.
Το πρωί, στην τζαμωτή βεράντα της Σκήτης, μέσα στους ζωγραφισμένους ροδομάγουλους αγίους και τις παχουλές Παναγίες, πίναμε με τους δέκα ρασοφόρους ζωγράφους το γάλα και μασουλίζαμε το νόστιμο σιταρένιο παξιμάδι και τα πλούσια προσφάγια. Από τα μεγάλα παράθυρα έμπαινε πράος πολύ ο χειμωνιάτικος ήλιος κι η μελένια μυρωδιά του πεύκου. Μιλούσαμε, γελούσαμε, δεν ήταν τούτο Άγιο Όρος, ο Χριστός εδώ είχε αναστηθεί και γελούσε κι αυτός μαζί μας. Στορούσαν οι καλόγεροι τα θάματα των αγίων και το μάτι τους έπαιζε, σα να πίστευαν, σα να μην πίστευαν, κι έλαμπαν τα πρόσωπά τους από ένα μακρινό αντιφέγγισμα.
Τέντωσε το χέρι του ο πιο νεαρός ζωγράφος, ο πάτερ Αγάπιος, με τα μαύρα γυαλιστερά γενάκια, με τα κόκκινα χείλια, και μας έδειξε μια ζωγραφιά του κρεμασμένη στον τοίχο αντίκρια μας:
Είναι ο μέγας ασκητής Αρσένιος, είπε καμαρώνοντας το έργο του κι η γυναίκα που βλέπετε γονατισμένη στα πόδια του είναι μια όμορφη Ρωμαία αρχόντισσα που πέρασε βουνά και θάλασσες κι ήρθε να τον προσκυνήσει. Μα ο ασκητής, κοιτάχτε, δείχνει με το δάχτυλό του τη θάλασσα κι είναι τα φρύδια του μαζεμένα, θέλω να παραστήσω πως θύμωσε και τη διώχνει: ”Φεύγα” της λέει ”και μην πεις σε κανένα πως με είδες γιατί η θάλασσα θα γίνει δρόμος και θα κουβαλιούνται οι γυναίκες στην ερημιά μου. – Προσεύχου για μένα, πάτερ!” παρακαλάει η γυναίκα. ”Θα προσεύχουμαι στο Θεό, γυναίκα” αποκρίθηκε ο ασκητής ”να σε ξεχάσω.”
Στράφηκε ο ζωγράφος και μας κοίταξε με πονηριά.
Τι πάει να πει αυτό; Ρώτησε θα προσεύχουμαι στο Θεό να σε ξεχάσω.
Δεν καταλαβαίναμε τι είχε στο νου του ο καλόγερος, σωπαίναμε.
Θα πει πως ο ασκητής τσιμπήθηκε από την ομορφιά της γυναίκας και γι’ αυτό ζητάει βοήθεια από το Θεό να την ξεχάσει!
Και την ξέχασε; έκαμε ο φίλος μου κι έπαιξε το μάτι στον καλόγερο.
Ξεχνιούνται αυτά; αποκρίθηκε αυτός, μα ως είδε το γέρο-Αββακούμ να τον αγριοκοιτάζει, μετάνιωσε που του ξέφυγε ο λόγος και δάγκασε τα χοντρά κόκκινα χείλια του.
ΠΗΓΗ.Από σχετικό βιβλίο για Καυσοκαλυβίτες Πατέρες του μοναχού Αλυπίου Καυσοκαλυβίτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου