Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός Αποσπάσματα από επιστολές του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού



Ο μακάριος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής κοιμήθηκε το 1959 με οσιακό τρόπο την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους, δηλαδή σαν σήμερα. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από επιστολές του σε νεοελληνική απόδοση. Οι πρωτότυπες επιστολές έχουν εκδοθεί στο βιβλίο, Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, έκδ. Ιερά Μονή Φιλοθέου, Άγιον Όρος 2008 (όγδοοη έκδοση).
Περί νοεράς προσευχής – Προς νέον ερωτήσαντα περί προσευχής
(αποσπάσματα από επιστολές 1 και 2)
Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτό σου να λες συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως. Στην αρχή γρήγορα να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού. Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέει και γλυκαίνεσαι σαν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις όλο να το λες. Αν το αφήνεις στενοχωριέσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στη καρδιά. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλό ή πονηρό δει ή ακούσει το κατεβάζει στη καρδιά που είναι το κέντρο της σωματικής και πνευματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νου· όταν ο ευχόμενος κρατά το νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά προσέχει μόνο στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στη καρδιά και τον κρατά μέσα κλεισμένο και λέει με ρυθμό την ευχή:
- «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Στην αρχή λέει μερικές φορές την ευχή και παίρνει μία αναπνοή. Κατόπιν όταν συνηθίσει να παραμένει ο νους στη καρδιά, λέει σε κάθε αναπνοή μία ευχή με τον εξής τρόπο: Λέει το «Κύριε Ιησού Χριστέ» στην εισπνοή και το «ελέησόν με» στην εκπνοή. Αυτό ανήκει στην πρακτική μορφή της ευχής έως ότου επισκιάσει και αρχίσει να ενεργεί η Θεία Χάρη. Εάν αυτό δεν διακοπεί, με την χάρη του Χριστού, ακολουθεί η θεωρία.
Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και όταν κάθεσαι και στο κρεβάτι και περπατώντας και όρθιος. «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε», λέει ο Απόστολος. Δεν προσεύχεσαι μόνο όταν πλαγιάζεις. Θέλει αγώνα· όρθιος, καθιστός. Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι και μετά πάλι όρθιος. Να μη σε πιάνει ο ύπνος.
Αυτά λέγονται «πράξις». Δείχνεις την προαίρεσή σου στο Θεό, όλα δε εξαρτώνται απ’ αυτόν εάν σου δώσει. Χωρίς τον Θεό τίποτε δεν γίνεται. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η Χάρις του τα πάντα ενεργεί. Αυτή είναι η κινητήρια δύναμη.
Αν θέλεις να βρεις το Θεό, μόνο διά της «ευχής», μη βγάλεις αναπνοή χωρίς την ευχή. Πρόσεχε μόνο να μη δέχεσαι φαντασίες. Γιατί το θείο είναι ανείδεο, αφάνταστο, αχρωμάτιστο. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή μέσα στις σκέψεις μας.
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες τη συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρη και σε ξεκουράζει. Αρκεί να μη σταματήσεις να την λες με το στόμα, χωρίς διακοπή. Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς χωρίς να τη λες με τη γλώσσα . Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια. Κατόπιν θα την έχεις σ’ όλα τα χρόνια της ζωής σου· θα την λέει ο νους χωρίς κόπο. Μόνο κτύπα ευθέως στη θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει· είναι αδύνατον. Αγάπησέ τον πολύ, για να πάρεις πολύ. Εάν αγαπάς το Χριστό πολύ ή λίγο, θα έχεις την ανάλογη ανταπόδοση.
Λέγε ακαταπαύστα την ευχή· με τη γλώσσα και με το νου. Όταν η γλώσσα κουράζεταιας αρχίζη ο νους. Και πάλιν, όταν ο νους βαρύνεται, η γλώσσα. Μόνον να μην παύεις. Κάμνε μετάνοιες πολλές. Να αγρυπνείς τη νύκτα, όσον μπορείς. Και αν ανάψει φλόγα στην καρδιά σου και αγάπη προς το Θεό και ζητείς ησυχία καιδεν μπορείς να μείνεις στον κόσμο – διότι μέσα σου ανάβει η ευχή- τότε γράψε μου και έγώ θα σου πω τι θακάμεις. Εάν πάλι δεν ενεργήσει έτσι η χάρις, άλλακρατείται ο ζήλος μέχρι του να εφαρμόζεις τις εντολές του Κυρίου προς τον πλησίον, τότε ησύχαζε όπως είσαι, και καλά είσαι μη ζητείς άλλο τίποτε. Τη διαφορά των τριάκοντα, εξήκοντα, εκατόν, θατη βρεις, όταν διάβασεις τον Ευεργετινό. Θα βρεις έκεϊ και άλλα πολλά γραμμένα και πολύ θαωφεληθείς.
Λοιπόν, απαντώ στις άλλες ερωτήσεις σου. Η ευχή έτσι πρέπει να λέγεται με τον ενδιάθετο λόγο. Αλλ’ επειδή στην αρχή δεν την έχει συνηθίσει ο νους, την ξεχνά. Γι’ αυτότην λέγεις, πότε με το στόμα και πότε με το νου. Καιαυτό γίνεται μέχρις ότου τη χορτάσει ο νους και γίνει ενέργεια.
Ενέργεια λέγεται εκείνο που, όταν λες την ευχή, αισθάνεσαι μέσα σου χαρά και άγαλλίαση και θέλεις διαρκώς να τη λες. Λοιπόν, όταν παραλάβει ο νους την ευχή και γίνει αυτή η χαρά που σου γράφω, τότε θα λέγεται μέσα σου αδιαλείπτως, χωρίς τη βία τη δική σου. Αυτό λέγεται αίσθησις-ενέργεια- επειδή η χάρις ενεργεί χωρίς τη θέληση του ανθρώπου. Τρώει, περιπατά, κοιμάται, ξυπνά, καιμέσα φωνάζει διαρκώς την ευχή. Και έχει ειρήνη, χαρά.
Τώρα, για τις ώρες της προσευχής επειδή είσαιστον κόσμο και έχεις διάφορες μέριμνες,όταν βρίσκεις καιρό κάμνε προσευχή. Άλλα βιάζου συνεχώς να μη αμελήσεις. Για τη “θεωρίαν” που ζητάς, εκεί που είσαι είναι δύσκολο· διότι θέλει απόλυτη ησυχία.
Εγώ αυτό τον καιρό, όλο γράφω σεόσους ρωτούν. Εφέτος ήλθαν από τη Γερμανία μόνο καιμόνο να μάθουν για την νοερά προσευχή. Από την Αμερική μου γράφουν με τόση προθυμία. Από το Παρίσι είναι τόσοι, που θερμά ζητούν. Εμείς εδώ στα πόδια μας, γιατί αμελούμε; Μήπως είναι σκάψιμο να φωνάζουμε διαρκώς το όνομα του Χριστού να μας ελεήσει;
Τέλος, επικρατεί και μία σκοτισμένη ιδέατου πειρασμού· ότι, αν λέει κανείς την ευχή, φοβάται μην πλανηθεί· ενώ αυτό είναι πλάνη που λέει.
Οποιος θέλει, ας δοκιμάσει. Και,όταν χρονίσει η ενέργεια της ευχής, θα γίνει Παράδεισος μέσα του. Θα ελευθερωθεί από τα πάθη, θα γίνει άλλος άνθρωπος. Αν δε είναι και στην έρημο, ω! ω! δεν λέγονται τα καλά της ευχής!
Παιδί μου, εάν προσέχεις ό,τι σου γράφω…
(αποσπάσματα από επιστολή 4)
Λοιπόν βιάσου. Λέγε διαρκώς την ευχή. Να μη σταματά καθόλου το στόμα. Έτσι θα την συνηθίσεις μέσα σου και κατόπιν θα την παραλάβει ο νους. Μη ξεθαρρεύεις στους λογισμούς, διότι γίνεσαι μαλθακός και μολύνεσαι.
«Ευχή, βία φύσεως διηνεκής», και θα δεις πόση Χάρη θα λάβεις.
Η ζωή του ανθρώπου, παιδί μου, είναι θλίψη, διότι είναι στην εξορία. Μη ζητείς τελεία ανάπαυση. Ο Χριστός μας σήκωσε το σταυρό, και μείς θα σηκώσουμε. Όλες τις θλίψεις εάν τις απομένουμε, βρίσκομε Χάρη παρά Κυρίου. Γι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να δοκιμάζει το ζήλο και την αγάπη που έχουμε προς αυτόν. Γι’ αυτό χρειάζεται υπομονή. Χωρίς υπομονή δεν γίνεται ο άνθρωπος πρακτικός, δεν μαθαίνει τα πνευματικά, δεν φθάνει σε μέτρα αρετής και τελειώσεως.
Αγάπα τον Ιησού και λέγε αδιάλειπτα την ευχή και αυτή θα σε φωτίζει στο δρόμο του.
Πρόσεχε να μην κατακρίνεις. Διότι από αυτό παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η Χάρη και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτεις, να ταπεινώνεσαι, να βλέπεις τα δικά σου σφάλματα. Αλλ’ όταν υποχωρεί η Χάρη για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος, τότε γίνονται όλα σαρκικά και πέφτει η ψυχή. Συ όμως τότε μη χάνεις την προθυμία σου, άλλα φώναζε διαρκώς την ευχή με βία, με το ζόρι, με πόνο πολύ.
-«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Και πάλι και πολλές φορές, το ίδιο συνεχώς. Και σαν να ατενίζεις νοερά τον Χριστό να του λέγεις· «…Δόξα σοι, δόξα σοι, ο Θεός μου». Και υπομένοντας, πάλι θα έλθει η Χάρη, πάλιν η χαρά. Όμως και πάλιν ο πειρασμός και η λύπη, η ταραχή και τα νεύρα. Αλλά και πάλιν αγώνας, νίκη, ευχαριστία. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου σιγά-σιγά καθαρίζεσαι από τα πάθη και γίνεσαι πνευματικός…
Η άσκηση, παιδί μου, θέλει στερήσεις. Θέλει αγώνα και κόπο πολύ. Θέλει να φωνάζεις μέρα και νύκτα στον Χριστό. Θέλει υπομονή σε όλους τους πειρασμούς και τις θλίψεις. Θέλει να πνίξεις θυμό και επιθυμία.
Θα κουρασθείς πολύ, μέχρι να καταλάβεις ότι προσευχή χωρίς προσοχή και νήψη είναι χάσιμο χρόνου· κόπος χωρίς πληρωμή. Πρέπει σε όλες τις αισθήσεις μέσα έξω να βάλεις άγρυπνο φύλακα την προσοχή διότι χωρίς αυτήν ο νους και οι δυνάμεις της ψυχής διαχέονται στα μάταια και συνήθη, σαν το άχρηστο νερό που τρέχει στους δρόμους. Ποτέ κανένας δεν βρήκε προσευχή χωρίς προσοχή και νήψη. Κανένας ποτέ δεν αξιώθηκε να ανεβεί προς τα άνω χωρίς πρώτα να καταφρονήσει τα κάτω.
Να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιός είσαι.
(αποσπάσματα από επιστολές 3 και 9)
Και γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα χρειάζεται το “γνώθι σαυτόν”. Δηλαδή να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιοςείσαι. Ποιός είσαι στ’ αλήθεια,όχι ποιόςνομίζεις εσύ ότι είσαι. Με τη γνώση αυτή γίνεσαι ο σοφότερος των ανθρώπων. Με τέτοια επίγνωση έρχεσαισεταπείνωση και παίρνεις χάρη από τον Κύριο. Διαφορετικά ανδεν αποκτήσεις αυτογνωσία, αλλ’ υπολογίζειςμόνο τον κόπο σου, γνώριζε ότι πάντοτε θα βρίσκεσαι μακριά από το δρόμο. Διότι δεν λέει ο Προφήτης· “ίδε, Κύριε, τον κόπον μου”, αλλά “ίδε, λέγει, την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου”. Ο κόπος είναι για το σώμα, η ταπείνωση για τη ψυχή και πάλι τα δύο μαζί, κόπος και ταπείνωση, για όλον τον άνθρωπο.
Ποιός νίκησε το διάβολο; Αυτόςπου γνώρισε την ασθένειά του, τα πάθη και τα ελαττώματα, που έχει. Ο φοβούμενος να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτόςβρίσκεταιμακριά από τη γνώση· άλλο τίποτε δεν αγαπά παρά να βλέπει μόνο λάθη στους άλλους και να τους κρίνει. Αυτόςδεν βλέπει στους άλλους χαρίσματα, αλλά μόνον ελαττώματα- δεν βλέπειστονεαυτό του ελαττώματα, παρά μόνο χαρίσματα. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό ελάττωμα των ανθρώπων του καιρού μας που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου. Ο ένας στερείται πολλά, μα οιπολλοί τα έχουν όλα. Αυτόπου έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αυτό το αναγνωρίζουμε, υπάρχει πολλή ταπείνωση. Γιατί έτσι τιμάται και δοξάζεται οΘεός, ο οποίος με πολλούς τρόπους στόλισε τους ανθρώπους και έκανε όλα τα δημιουργήματά του άνισα, δηλ. διαφορετικά. Όχι όπως προσπαθούν οιασεβείς να φέρουν ισότητα ανατρέποντας την θεία Δημιουργία. Ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
Γι’ αυτό, παιδί μου, τώρα που είναι αρχή φρόντισε να γνωρίσεις καλά τον εαυτό σου, για να βάλεις θεμέλιο στερεό την ταπείνωση. Φρόντισε να μάθεις την υπακοή, να αποκτήσεις την ευχή. Γι’ αυτό πρώτα γνώριζε, παιδί μου, ότι κάθε αγαθό από το Θεό έχει την αρχή. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός που να μην έχει αιτία το Θεό, ούτε πονηρός που να μην έχει αιτία το Διάβολο. Ό,τι καλό λοιπόν διανοηθείς, πεις, κάνεις,όλα είναι της δωρεάς του Θεού. “Παν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι καταβαίνον”. Όλα είναι της δωρεάς του Θεού· δικό μας δεν έχουμε τίποτε.
Καθένας λοιπόν που επιθυμεί και ζητεί να λάβει τη χάρη, να του δώσει δωρεάν ο Θεός, πρέπει πρώτον να γνωρίσει καλά την ύπαρξή του, το “γνώθι σαυτόν”. Και αυτή είναι η όντως αλήθεια. Γιατί κάθε πράγμα έχει αρχή. Και αν δεν αρχίσεις καλά δεν θα έχεις τέλος καλό.
Και αρχή λοιπόν και αλήθεια είναι να γνωρίσει κανείς ότι είναι μηδέν – 0 – και εκ του μηδενός δημιουργήθηκαν τα πάντα. “Είπε και εγεννήθησαν ενετείλατο και εκτίσθησαν”. Είπε και έγινε γη. Και αφού πήρε πηλό έπλασε άνθρωπο. Άψυχο, άνουν ένα πήλινο άνθρωπο. Αυτή η ιδίασου ύπαρξη. Αυτό είμαστε όλοι μας. Χώμα και λάσπη. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα σ’ εκείνον που θέλει να λάβει, αλλά και να μένει διαπαντός η χάρη κοντά του. Απ’ αυτό αποκτά την επίγνωση και απ’ αυτό γεννιέται ταπείνωση. Όχι με λόγια μόνο, να ταπεινολογεί, αλλά στηριζόμενος στην πραγματικότητα λέει την αλήθεια: Είμαι χώμα, είμαι πηλός, είμαι λάσπη. Αυτή είναι η πρώτη μητέρα μας. Λοιπόν το χώμα πατιέται, και συ ως χώμα οφείλεις να πατηθείς. Είσαι λάσπη, δεν έχεις καμίαν αξία.
Σε πετούν εδώ και εκεί, σε κτίζουν από ένα σημείο σε άλλο σε χρησιμοποιούν ως άχρηστη ύλη.
Και λοιπόν σου «ενεφύσησεν» ο Δημιουργός και σου έδωσε πνεύμα ζωής. Και να, αμέσως έγινες ένας άνθρωπος λογικός. Ομιλείς, εργάζεσαι, γράφεις, διδάσκεις· έγινες ένα μηχάνημα του Θεού. Όμως μη λησμονείς ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβει το πνεύμα αυτός που σου το έδωσε, εσύ πάλι θα κτίζεσαι στα ντουβάρια.
Γι’ αυτό “μιμνήσκου τα έσχατά σου και ου μη αμαρτήσης ειςτον αιώνα”.
Αυτή είναι η πρώτη αίτια, που όχι μόνον ελκύει τη χάρη, αλλά την πληθύνει και τη συγκρατεί. Αυτήανεβάζει το νου στην πρώτη θεωρία της φύσεως. Και έξω απ’ αυτή την αρχή βρίσκει μεν κάτι λίγο, αλλά μετά από καιρό θα το χάσει. Γιατί δεν κτίζει σε έδαφος στερεό, αλλά προσπαθεί με τρόπους και τέχνη.
Λες λόγου χάριν είμαι αμαρτωλός! Αλλά εσωτερικά πιστεύεις ότι είσαι δίκαιος. Δεν μπορείς να αποφύγεις την πλάνη. Η χάρη θέλει να μείνει, αλλ’ επειδή ακόμη πρακτικά δεν έχεις βρει την αλήθεια, κατ’ ανάγκη πρέπει να φύγει. Γιατί αναμφίβολα θα πιστέψεις στο λογισμό σου ότι είσαι αυτό το οποίο δεν είσαι, και χωρίς άλλο θα πλανηθείς. Ως εκ τούτου δεν παραμένει η χάρη. Επειδή έχουμε τον αντίπαλο, που είναι τεχνίτης ισχυρός, είναι εφευρέτης κακών, και της κάθε πλάνης δημιουργός. Που αγρυπνεί πλάι μας. Που από φως έγινε σκότος και όλα τα γνωρίζει. Που είναι εχθρός του Θεού και ζητεί όλους να μας κάνει εχθρούς Του. Και εν τέλει είναι πνεύμα πονηρό και εύκολα αναμειγνύεται με το πνεύμα, που μας χάρισε ο Θεός, και παίρνει τη μηχανούλα μας και την κινεί όπως θέλει αυτός. Κοιτάζει, πού ρέπει η όρεξη της ψυχής, καιμεποιό τρόπο τη βοηθά ο Θεός, και αμέσως σκέφτεται και εκείνος τα ίδια.
Όταν σου έλθει θυμός κλείσε το στόμα δυνατά
(αποσπάσματα από επιστολή 6)
Γράφεις για το θυμό στην καρδιά του ανόητου. Ο θυμός από μόνος του, είναι φυσικός. Όπως τα νεύρα στο σώμα. Είναι και αυτός νεύρο ψυχής. Και οφείλει να τον μεταχειρίζεται ο καθένας εναντίον των δαιμόνων, ανθρώπων αιρετικών, και σε όσους τον εμποδίζουν από το δρόμο του Θεού. Εάν δε θυμώνεις κατά των ομοψύχων αδελφών ή γίνεσαι έκτος εαυτού, χαλάς τα έργα των χεριών σου, γνώριζε ότι πάσχεις από κενοδοξία και κάνεις παράχρηση του νεύρου της ψυχής. Απαλλάσσεσαι δε με την αγάπη προς όλους και την αληθινή ταπεινώση.
Γι’ αυτό, όταν σου έλθει θυμός κλείσε το στόμα δυνατά και μη μιλήσεις σ’ αυτόν που σε βρίζει ή σε ατιμάζει ή σε ελέγχει ή με πολλούς τρόπους και χωρίς λόγο σε πειράζει.
Και αυτός σαν το φίδι θα στρίψει μέσα στην καρδιά, θα ανέβει μέχρι το λαιμό, και αφού δεν θα του δώσεις διέξοδο θα πνιγεί και θα σκάσει. Και, όταν αυτό επαναληφθεί λίγες φορές, θα λιγοστέψει και θα πάψει τελείως.
Επειδή ο άνθρωπος είναι πλασμένος λογικός και ήμερος, διορθώνεται ασυγκρίτως καλύτερα με την αγάπη και τον ήμερο τρόπο, παρά με το θυμό και τη αγριότητα.
Αυτό το βρήκα και εγώ μετά από πολλή και μεγάλη δοκιμασία. Με το καλό και με την αγάπη μπορείς να κάνεις πολλούς να ημερέψουν, Και αν κανείς είναι καλοπροαίρετος, τον κάνεις γρήγορα να συμμορφωθεί, να γίνει Άγγελος του Θεού.
Λοιπόν αυτό λέω σε σένα και σε όλους. Ποτέ με θυμό μη ζητάτε να διορθώνεσθε, διότι πειρασμός τον πειρασμό δεν βγάζει· αλλά με ταπείνωση και αγάπη ειλικρινή. Όταν βλέπεις ότι υπάρχει θυμός, άφησε προς στιγμήν τη διόρθωση. Και όταν δεις ότι πέρασε ο θυμός και ήλθε ειρήνη και λειτουργεί χωρίς πάθος η διάκριση, τότε λες τα ωφέλιμα.
Ποτέ δεν είδα εγώ να γίνει διόρθωση με θυμό, αλλά πάντοτε με αγάπη. Τότε και ο νουθετούμενος θυσιάζεται. Λοιπόν έτσι να κάνετε. Πάρε παράδειγμα από τον ίδιο τον εαυτό σου. Πότε ημερεύεις; Με τις ύβρεις, ή με την αγάπη;
Και δεν θαυμάζεις τον λόγο που λέγει εκείνος ο Άγιος στο Γεροντικό “ότι ο θυμώδης και οργίλος άνθρωπος, και νεκρόν ακόμη εάν αναστήσει, δεν είναι δεκτός στη Βασιλεία του Θεού”!
Λες ότι σέβεσαι τους λόγους μου. Δοκίμασε λοιπόν εάν αληθεύει αυτό, να κάνεις αυτά που σου γράφω. Πνίξε το πάθος, όταν έλθει να σε πνίξει αυτό. Κράτα το φίδι μέσα κλειστό μια και δύο και πολλές φορές, και αμέσως θα βρεις το δρόμο της χαράς και της νίκης. Και τότε θα ενεργήσουν αμέσως οι προσευχές που κάμνω για σένα. Και αφού νικηθεί η μητέρα, καταπίπτει όλο το σμήνος των θυγατέρων, που γεννά ο θυμός.
Διότι τα κύρια πάθη, που γεννούν όλα τα άλλα, είναι θυμός και επιθυμία,
Λοιπόν, πνίξε με όλη σου τη δύναμη το θυμό, κάθε στιγμή που θα κινηθεί, και θα τον βρεις την επομένη φορά πιο ασθενέστερο. Και πάλιν εξακολούθησε να τον κτυπάς και να του κόβεις το κεφάλι -όταν τον δεις να σηκώνει κεφάλι· και σε λίγο θα δημιουργηθεί η αταραξία που είναι ο καρπός της μακροθυμίας. Μετά ακολουθεί ειρήνη και χάρις, και όλα τα άλλα αγαθά.
Αντιστάσου λοιπόν με αντίρρηση. Μην αφήνεις τους λογισμούς να εισέρχονται, αλλά πολέμησε με την προσευχή. Πολέμησε με ανδρεία και όχι με χαυνότητα. Και αμέσως παραλύουν. Και κάνοντας έτσι θα ανθήσει το άνθος της καθαρότητας και αγνείας, και θα χαίρεται η ψυχή σου χαρά ανεκλάλητη και θα έχεις πληροφορία ότι από τώρα σου ετοιμάσθηκε τόπος της αναπαύσεως.
Με πόνο και δάκρυα θα λάβεις τη χάρη.
(αποσπάσματα από επιστολή 9)
Να, έμαθες ότι είσαι πηλός, πτωχός και γυμνός. Τώρα ζήτησε απ’ αυτόν που μπορεί να αναπλάσει τη φύση να σε πλουτίσει. Και, αν σου δώσει πολύ ή λίγο, αναγνώρισε τον ευεργέτη σου. Και μη σφετερισθείς τα ξένα ως δικά σου. Με πόνο και δάκρυα θα λάβεις τη χάρη. Και πάλι με δάκρυα χαράς και ευχαριστίας, με φόβο Θεού θα την κρατήσεις. Με θέρμη και ζήλο ελκύεται· με ψυχρότητα και αμέλεια χάνεται.
Δεν σου ζητεί περισσότερο ο Χριστός για να σου δώσει τα άγιά Του χαρίσματα· μόνο να αναγνωρίζεις ότι, ό,τι καλό και αν έχεις, είναι δικό Του. Και να συμπαθείς αυτόν που δεν έχει. Να μην τον κρίνεις ότι δεν έχει· ότι είναι αμαρτωλός, φαύλος, πονηρός, φλύαρος, κλέπτης, πόρνος και ψεύτης. Εάν αποκτήσεις αυτή την επίγνωση, δεν μπορείς ποτέ να κρίνεις κανένα, έστω και αν τον βλέπεις να αμαρτάνει θανάσιμα· γιατί αμέσως θα λες·
«Δεν έχει, Χριστέ μου, τη χάρη σου, γι’ αυτό αμαρτάνει. Αν φύγεις και από μένα θα πράξω χειρότερα. Αν στέκω, στέκω, γιατί Συ με βαστάζεις. Τόσο βλέπει ο αδελφός, τόσο κάνει. Είναι τυφλός. Πώς τον θέλεις να βλέπει χωρίς μάτια; Είναι πτωχός. Πώς γυρεύεις να είναι πλούσιος; Δος του πλούτο να έχει. Δος του μάτια να βλέπει».
Εάν ζήτησεις το δίκαιο για οποιοδήποτε πράγμα, που θα σε αδικήσει, ατιμάσει, βρίσει, κτυπήσει, διώξει ή τη ζωή σου επιβουλευθεί ο πλησίον σου, και πάλι εσύ είσαι άδικος, εάν τον θεωρήσεις αίτιο ή τον κατηγορήσεις με εμπάθεια. Γιατί ζητείς απ’ αυτόν αυτό που δεν του το έδωσε ο Θεός. Εάν εννοήσεις καλά αυτό που σου λέω, όλους θα τους θεωρείς ανεύθυνους, για οποιοδήποτε σφάλμα, και μόνον εσύ θα είσαι για όλα υπεύθυνος.
Γιατί τρεις εχθροί πολεμούν το ανθρώπινο γένος· οι δαίμονες, η ίδια η φύση μας και η συνήθεια. Εκτός απ’ αυτά άλλος πόλεμος δεν υπάρχει.
Αν λοιπόν αφαιρέσεις το δαίμονα, που τυραννεί όλη την ανθρωπότητα, τότε θα είμαστε όλοι καλοί. Να σε ποιόν πρέπει να δώσεις το άδικο. Αυτόν να μισήσεις, να κατακρίνεις και μέχρι τέλους να τον έχεις εχθρό.
Ο άλλος εχθρός είπαμε ότι είναι η φύση, που, από τη στιγμή που ο άνθρωπος καταλάβει τον κόσμο, αυτή αντιτάσσεται στο νόμο του πνεύματος, και ζητεί ό,τι είναι για την απώλεια της ψυχής. Να και ο άλλος εχθρός, που είναι άξιος μίσους εφ’ όρου ζωής. Αυτόν πρέπει να κατακρίνεις, να κατηγορείς.
Έχουμε και τον τρίτο εχθρό, τη συνήθεια. Συνηθίζοντας να πράττουμε κάθε είδος κακίας γίνεται σε μας έξη και γίνεται δεύτερη φύση και κατέχει ως νόμο την αμαρτία. Και απαιτείται αντίστοιχος αγώνας για να λάβουμε θείαν αλλοίωση και απαλλαγή. Να λοιπόν, και ο τρίτος εχθρός, που είναι άξιος τελείου μίσους.
Εάν θέλεις λοιπόν ο πλησίον σου να είναι σε όλα καλός, όπως σου αρέσει, αφαίρεσέ του τους τρεις αυτούς εχθρούς με τη χάρη που έχεις. Αυτό είναι το δίκαιο, αν ζητάς να το βρεις: Να κάνεις ευχή στο Θεό να τον απαλλάξει από αυτούς τους εχθρούς. Και τότε θα είσαστε σύμφωνοι.
Αν δε και ζητήσεις διαφορετικά να βρεις το δίκαιο, θα είσαι πάντοτε άδικος, και επομένως η χάρη είναι ανάγκη να πηγαίνει – να έρχεται, μέχρις ότου βρει ανάπαυση στη ψυχή σου. Διότι, τόση χάρη δικαιούται να έχει ο άνθρωπος, όσο πειρασμό ευχαρίστως υπομένει, όσο βάρος του πλησίον του αγογγύστως βαστάζει.
Λοιπόν τα προηγούμενα γράμματα που σου έστειλα περιείχαν την “πράξη”. Αυτό που έγραψα τώρα περιέχει το “φωτισμό”. Από την πράξη λαμβάνει ο άνθρωπος φωτισμό γνώσεως. Διότι η πράξη είναι τυφλή και ο φωτισμός είναι οι οφθαλμοί, με τους οποίους βλέπει ο νους εκείνο που δεν το έβλεπε πρώτα.
Τώρα λοιπόν έχει λυχνάρι και μάτια και βλέπει αλλιώς τα πράγματα. Πρώτα ήταν η χάρις της πράξεως, άλλα τώρα έλαβε δεκαπλάσια χάρη. Τώρα έγινε ο νους ουρανός. Βλέπει μακριά. Έχει χωρητικότητα περισσότερη από την προηγούμενη. Τώρα του λείπει η θεωρία.
πηγή: «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος-αποσπάσματα από την Θ΄ επιστολή – σε νεοελληνική απόδοση

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός : Παντού βάζουν χέρι οι τέκτονες ;




Παντού βάζουν χέρι οι τέκτονες ;

Αυτό κατήγγειλε ο Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός, μιλώντας στην
εκπομπή της Λιάνας Κανέλη στο city.

Από την άλλη πλευρά, το παιδαγωγικό ινστιτούτο, προασπίζεται τους μάρτυρες του Ιεχωβά, σαν να επρόκειται για την επίσημη θρησκεία. Κύριε Γκαγκάζογλου, του παιδαγωγικού ινστιτούτου, τι έχετε πάθει εκεί ; Είναι δυνατόν να υπερασπίζεστε έτσι τους μάρτυρες του Ιεχωβά; Τόσα λάθη έχουν τα βιβλία, αυτό βρήκατε να αλλάξετε;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ......

Μα ο ιδρυτής των μαρτύρων του Ιεχωβά κύριος Ρώσσελ ήτανε Μασώνος 33ου Βαθμού για αυτό ο κ .Γκαγκαζόγλου τους υπερασπίζεται ΩΣ ΑΔΕΡΦΟΣ .



* Από έγκυρες πηγές οι κύριοι στο παιδαγωγικό ινστιτούτο απάντησαν στην διαμαρτυρία του πατέρα Μεταλληνού,πως εμείς εδώ είμαστε Μασόνοι !!!

Το ξέρουμε κύριοι τι είστε μην φοβάστε.



Το θράσος σας έχει ξεπεράσει κάθε όριο, Κύριοι Μασόνοι Εβραίοι Αντίχριστοι , εχθροί της Ελλάδος και της Ορθοδοξίας.

Έγινε αναφορά του παραπάνω θέματος σε πρωινή εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Πειραικής Εκκλησίας και οφείλουμε να πούμε ένα μεγάλο μπράβο.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (3)

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΟΣ
Η πολλαπλότης γεννήθηκε σαν φιλοσοφικό πρόβλημα μετά την άρνηση του μη-Είναι, του Παρμενίδη και την μείωση όλων των πραγμάτων στην απόλυτη ενότητα. Ο Πλάτων ελευθέρωσε την φιλοσοφία από αυτό το πρόβλημα, εννοώντας το μη-Είναι σαν ετερότητα ή διαφορετικότητα! [Αυτή την φιλοσοφία προώθησε στις ημέρες μας ο Ζηζιούλας για να πετύχει την ένωση των Εκκλησιών. Έφτασε να ορίσει τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος με την ετερότητα ή διαφορετικότητα της πολλαπλότητος. Έφτασε να πει πως στην Αγία Τριάδα έχουμε την αρχή του ενός και των πολλών και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, από άγνοια. Και ενώ ορίζει την ετερότητα στην ίδια την Αγία Τριάδα, απαιτεί την απόλυτη ενότητα των ιστορικών Εκκλησιών, διότι στην φαντασία του είναι εντολή του Κυρίου. Για να είναι όλοι ένα, όπως εμείς είμαστε ένα. Αφού τα πρόσωπα είναι Ένα, δεν καταργείται η πολλαπλότης;! Αυτές οι αντιφάσεις όμως δεν ενοχλούν τους μαθητές του Χέγκελ, τον Ζηζιούλα, τον Γιανναρά παρότι δείχνουν α-λογία. Σήμερα οι άνθρωποι ζητούν την άγνοια του Κυρίου, όπως στην αληθινή Εκκλησία ζητούσαν την Γνώση του Κυρίου]. Ο Πλάτων λοιπόν δικαιώνει την πολλαπλότητα με την θεωρία των ιδεών. Και ο Αριστοτέλης οριστικοποιεί το κέρδος με την θεωρία του όντος πολλαπλώς λεγόμενου. [Γι' αυτό το λόγο, αντίθετα από τις βλακείες του Ζηζιούλα περί Μονισμού της αρχαίας Σκέψης, η αρχαία φιλοσοφία δεν είναι μονιστική. Μάλλον διάβασε λάθος βιβλία]
Λέει λοιπόν ο Αριστοτέλης (Μεταφυσική N2 1088b,14): «Πρέπει να εξετάσουμε αν γενικώς είναι δυνατόν τα αιώνια να αποτελούν σύνθεση στοιχείων. Διότι αν ήταν αλήθεια, θα είχαν ύλη, διότι ο,τιδήποτε προέρχεται από ύλη είναι σύνθετο» (Ἁπλῶς δὲ δεῖ σκοπεῖν, ἆρα δυνατὸν τὰ ἀΐδια ἐκ στοιχείων συγκεῖσθαι; ὕλην γὰρ ἕξει· σύνθετον γὰρ πᾶν τὸ ἐκ στοιχείων). Γι' αυτό λοιπόν ο Ζηζιούλας και οι οπαδοί του, μέχρι τον Κλιματσάκη, κατήργησαν την ουσία, για να πετύχουν την υπερουσιότητα θεού και ανθρώπου, την αναλογία του τρόπου ζωής της Αγίας Τριάδος και της Εκκλησίας. Και αντί της ουσίας, από την φιλοσοφία του Αριστοτέλη, υιοθέτησαν μόνον το δυνάμει και ενεργεία, με το οποίο απαιτούν να ερμηνεύσουν και να καταργήσουν ακόμη και ιδιαιτέρως τις άκτιστες ενέργειες.
Μεταφυσική N2 1088b,16: «Εάν είναι αναγκαίο ένα πράγμα που αποτελείται από στοιχεία να προέρχεται από αυτά τα στοιχεία, είτε πρόκειται για αιώνια, είτε για πεπερασμένα, γεννητά, και εάν κάθε πράγμα γίνεται αυτό που γίνεται από αυτό που είναι εν δυνάμει και εάν αυτό που είναι εν δυνάμει μπορεί να περάσει εν ενεργεία, αλλά μπορεί και να μην περάσει, τότε το Ένα, ακόμη και αν είναι αιώνιο θα μπορούσε να μην είναι» (εἰ τοίνυν ἀνάγκη, ἐξ οὗ ἐστιν, εἰ καὶ ἀεὶ ἔστι, κἄν, εἰ ἐγένετο, ἐκ τούτου γίγνεσθαι, γίγνεται δὲ πᾶν ἐκ τοῦ δυνάμει ὄντος τοῦτο ὃ γίγνεται (οὐ γὰρ ἂν ἐγένετο ἐκ τοῦ ἀδυνάτου οὐδὲ ἦν), τὸ δὲ δυνατὸν ἐνδέχεται καὶ ἐνεργεῖν καὶ μή, εἰ καὶ ὅτι μάλιστα ἀεὶ ἔστιν ὁ ἀριθμὸς ἢ ὁτιοῦν ἄλλο ὕλην ἔχον, ἐνδέχοιτ' ἂν μὴ εἶναι)! Σε αυτή την απορία παγιδεύονται όλοι οι αγνοούντες, ορίζοντας την γέννηση του Υιού εκ της θελήσεως του Πατρός.
Οι Πλατωνιστές λοιπόν για να λύσουν το πρόβλημα της πολλαπλότητος σκέφτηκαν πως πρέπει να ανασκευάσουν την θέση του Παρμενίδη «δεν θα κατορθώσεις ποτέ να αποδείξεις πως το μη-Είναι υπάρχει» (οὐ γὰρ μήποτε τοῦτο δαμῇ, εἶναι μὴ ἐόντα). Όμως ακόμη και το μη-Είναι έχει πολλές σημασίες. Υπάρχουν κατ' αρχάς τόσες σημασίες του μη-Είναι όσες και οι κατηγορίες. Υπάρχει το μη-Είναι με την σημασία του ψεύδους. Υπάρχει το μη-Είναι με την σημασία δυνάμει. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε λοιπόν επειδή περιόρισαν την έρευνα, μόνον στο πλαίσιο της ουσίας. Αλλά είναι παράλογο να ερευνούμε πως το Είναι, μπορεί να είναι πολλές ουσίες, και να μην ερευνήσουμε κατ' αρχάς πως μπορεί να είναι πολλαπλές ποιότητες ή ποσότητες. Διότι δεν μπορεί ένας αριθμός να εξηγήσει την πολλαπλότητα των χρωμάτων των λουλουδιών, διότι τότε και αυτά θα ήταν νούμερα. Και έπεσαν σε μεγάλο λάθος. Διότι ψάχνοντας την αντίθετη αρχή από το Είναι, το ον, βρήκαν το σχετικό ή το ανόμοιο. Τα οποία όμως δεν είναι αντίθετα του όντος αλλά κατηγορίες του όντος. Το πολύ-πολύ με την σχέση να εξηγείται η πολλαπλότης στο εσωτερικό μιας και μόνης κατηγορίας.
Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε πως εάν επιθυμούμε να εξηγήσουμε την πολλαπλότητα των πραγμάτων, πρέπει να δεχθούμε το εν δυνάμει Είναι για κάθε πράγμα, δηλαδή την ύλη (η οποία είναι ακριβώς διαφορετική για κάθε πράγμα και είναι αυτό πoυ το πράγμα είναι  εν δυνάμει). Ο Πλάτων προσπάθησε να εισάγει αυτή την εν δυνάμει αρχή, αλλά δεν την εντόπισε αποτελεσματικά. Διότι απαίτησε να είναι το σχετικό, η σχέση η οποία αντί να είναι μια εν δυνάμει αρχή, είναι μία από τις κατηγορίες του όντος, όπως η ποιότης, η ποσότης κ.τ.λ.
Επιπλέον έπρεπε να εξηγηθεί, όχι μόνον πως τα πράγματα μπορούν να είναι πολλά σύμφωνα με μία κατηγορία, αλλά ήταν αναγκαία και μια έρευνα για το γεγονός της πολλαπλότητος των ιδίων των κατηγοριών. Διότι δεν υπάρχει μια πολλαπλότης μόνον σύμφωνα με μία κατηγορία, αλλά υπάρχει μια κατηγορική πολλαπλότης επίσης και μία πολλαπλότης ακόμη στο εσωτερικό της κάθε κατηγορίας.
Όσον αφορά τώρα την πολλαπλότητα των κατηγοριών υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα από το γεγονός πως όσες κατηγορίες είναι άλλες από την ουσία, δεν έχουν χωριστή από την ουσία ύπαρξη. Είναι πολλές διότι το υπόστρωμά τους είναι ή γίνεται πολλαπλό.
Η πολλαπλότης των Ουσιών εξηγείται μόνον εάν κατανοήσουμε πως από το ένα μέρος είναι μορφή και από το άλλο ύλη και πως η πολλαπλότης οφείλεται ακριβώς στην ύλη. Η μόνη δυσκολία στο πρόβλημα παραμένει η λύση που προτείνουν οι πλατωνικοί, πως η αρχή της πολλαπλότητος είναι η σχετικότης, η σχέση. Μόνο που μ' αυτή τηνεξήγηση, κατορθώνουν να εξηγήσουν την πολλαπλότητα της ποσότητος, διότι οι αριθμοί, τα σώματα, οι γραμμές είναι προσδιορισμοί ποσοτικοί, και οπωσδήποτε δεν μπορούμε να ταυτίσουμε την ποσότητα με την ουσία, καθότι παραλογισμός.
Ας δούμε όμως τώρα πως έλυσε το πρόβλημα των πολλών και της ενότητός των ο Πλωτίνος! Διότι το πιο δύσκολο μεταφυσικό πρόβλημα είναι αυτό ακριβώς!
Γιατί και πώς από το Ένα προήλθαν όλα τα πράγματα; Γιατί το ΕΝΑ, πλήρες και ολοκληρωμένο, δεν έμεινε στο εαυτό του;
Εννεάδες, V, 1, 6: «πῶς ἐξ ἑνὸς τοιούτου ὄντος, οἷον λέγομεν τὸ ἓν εἶναι, ὑπόστασιν ἔσχεν ὁτιοῦν εἴτε πλῆθος εἴτε δυὰς εἴτε ἀριθμός, ἀλλ᾽ οὐκ ἔμεινεν ἐκεῖνο ἐφ᾽ ἑαυτοῦ, τοσοῦτον δὲ πλῆθος ἐξερρύη, ὃ ὁρᾶται μὲν ἐν τοῖς οὖσιν, ἀνάγειν δὲ αὐτὸ πρὸς ἐκεῖνο ἀξιοῦμεν;» (Πώς το Ένα, εννοείται το Ένα όπως εμείς λέμε είναι, δεν παρέμεινε στον εαυτό του εκείνο που ήταν, και αντιθέτως ξεκίνησε ένα πράγμα, την πολλαπλότητα, την Δυάδα, ή τον αριθμό, εξορύσσοντας από τον εαυτό του εκείνη την πολλαπλότητα που φανερώνεται στα πράγματα, αλλά για την οποία εμείς σκεπτόμαστε πως πρέπει να επιστρέψει σ' Αυτό;).
Ο Πλωτίνος έδωσε μια ιδιοφυή και μοναδική απάντηση στο πρόβλημα, χρησιμοποιώντας λαμπρές εικόνες για εξήγηση, που έμεινε κληρονομιά όλων. Η πιο διάσημη είναι η εικόνα του Φωτός. Εννεάδες, ΙV, 3, 17: «Η προέλευση των πραγμάτων από το Ένα αναπαρίσταται σαν την λάμψη ενός Φωτός από μία φωτεινή πηγή, σε μορφή κύκλων επάλληλων οι οποίοι σιγά-σιγά χάνουν την φωτεινότητά τους, ενώ η πηγή διατηρεί χωρίς να φτωχαίνει, παρότι εξαπλώνεται τριγύρω. Ο πρώτος κύκλος μετά την πηγή είναι ο Νους, η δεύτερη υπόσταση, ο επόμενος είναι η ψυχή, η τρίτη υπόσταση! Στον τρίτο κύκλο που ακολουθεί, που είναι η ύλη, το φως σβήνει και το σκότος που βασιλεύει έχει ανάγκη φωτισμού!
Αλλού παρομοιάζει το Ένα σαν την πηγή των ποταμών ή σαν την ρίζα των δέντρων. Από αυτές τις εικόνες πάντως γεννήθηκε η λανθασμένη έννοια της απορροής διότι δεν έγινε κατανοητό αυτό που φαίνεται αντιφατικό: πηγή και ρίζα είναι ταυτόχρονα, τόσο εις εαυτόν όσο και εκτός εαυτού. Πηγή και ρίζα μπορούν να ενεργήσουν, να πραγματοποιηθούν έξω τους, μόνον επειδή παραμένουν εις εαυτόν, διατηρώντας την ουσία τους σαν πηγή και σαν ρίζα! Ας ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι πριν συνεχίσουμε! Εδώ ακριβώς φανερώνεται και η αβυσσαλέα διαφορά φιλοσοφίας και Εκκλησίας, κτιστού και ακτίστου! Ο Κύριος μας προτρέπει να χάσουμε την ψυχή μας, και την παρομοιάζει σαν σπόρο, όχι σαν ρίζα! Μια ερμηνεία του σπόρου βεβαίως είναι αυτή που δώσαμε ήδη όλοι μας! Αλλά εάν προσθέσουμε στην εικόνα του σπόρου, την απαίτηση από τον Κύριό μας, της Μεταμορφώσεώς μας, της Αναγεννήσεώς μας, δηλαδή της Μετανοίας μας, τότε μπορούμε να καταλάβουμε πως η εικόνα που φανερώνει το Χριστιανικό Μυστήριο, μόνον σαν εικόνα όμως, είναι του αυγού που δέχεται τον σπόρο και γεννά ένα καινούριο πλάσμα. Αυτή είναι η Χριστιανική ψυχή που δέχεται τον Λόγο, στο κέντρο της, στον Νου, και μεταμορφώνεται και Αναγεννάται σε σώμα Χριστού.
Τέλος ο Πλωτίνος προτείνει και την εικόνα των ομόκεντρων κύκλων, όπου το Ένα είναι το κέντρο, η δεύτερη υπόσταση είναι σαν ένας ακίνητος κύκλος ενώ η ψυχή είναι σαν ένας κινούμενος κύκλος (Εννεάδες, ΙV, 4, 16).
Και τώρα έρχεται κάτι πολύ σημαντικό, που επηρέασε όλες τις θεολογίες περί της Αγίας Τριάδος, αρχίζοντας από τον Βησσαρίωνα και τελειώνοντας στον Ζηζιούλα και τον Γιανναρά. Από εδώ προέρχεται η πλανεμένη τους διδασκαλία περί Πατρός (Εννεάδες, V, 3, 12): Η αρχή μένει και μένοντας γεννά, δηλαδή δεν φτωχαίνει, δεν αλλοιώνεται, δεν επηρεάζεται. Αυτό που γεννιέται είναι κατώτερο από τον γεννήτορα και δεν του είναι απαραίτητο. Αλλά όμως ο γεννήτωρ δεν είναι αναγκασμένος να δημιουργήσει; Μπορεί η πηγή του φωτός να μην φωτίσει ή η πηγή του νερού να μην τρέξει νερό;
Ο Πλωτίνος λοιπόν διακρίνει δύο ενέργειες του ΕΝΟΣ! Όπως και των υπολοίπων υποστάσεων (Εννεάδες, V, 4, 2).
Την ενέργεια του όντος και την ενέργεια που προέρχεται από το ον. Η πρώτη ενυπάρχει στο ον, η δεύτερη εξέρχεται του όντος και κατευθύνεται προς τα έξω! Η ενέργεια του όντος συμπίπτει με την ξεχωριστή πραγματικότητα, ενώ η ενέργεια που προέρχεται από το ον, κατευθύνεται σε άλλο. Η ενέργεια από το ον, ή από το ΕΝΑ, εξαρτάται δομικά από την ίδια την ενέργεια του ΕΝΟΣ.
Έτσι λοιπόν ναι μεν τα πράγματα ξεχειλίζουν από το ΕΝΑ, διότι είναι άπειρη δύναμις, αλλά το ΕΝΑ συνίσταται επίσης και από την Βούληση.
Αμέθυστος

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)


Οι κατηγορίες λοιπόν είναι πρώτα απ'όλα σχήματα της μεταφυσικής και όχι της λογικής. Έτσι λοιπόν η κατηγορία δέν έχει μόνον την σημασία τού κατηγορουμένου τής κρίσεως, αλλά ο όρος αυτός αγκαλιάζει μία πλατύτερη σημασία. Η έκφραση κατηγορίαι τού όντος εκφράζει την ίδια έννοια που εκφράζει  επίσης  πολύ συχνά ο Αριστοτέλης, με την διάσημη διατύπωση: πολλαχώς λέγεται το όν ή ποσαχώς λέγεται το όν. Το πρόβλημα που προκύπτει ξανά μετά το ξεκαθάρισμα των κατηγοριών σαν μεταφυσικών αξιών, είναι ο Ορισμός, ή ο καθορισμός αυτού του όντος του οποίου οι κατηγορίες είναι γένη, σχήματα, πτώσεις, διαιρέσεις. Στον καθορισμό αυτό λοιπόν οι περισσότεροι στοχαστές συμφωνούν πώς στο πλαίσιο των κατηγοριών υπεισέρχονται ταυτόχρονα όντα και σκέψεις. Ότι οι κατηγορίες συμπεριλαμβάνουν και τα περιεχόμενα των αναπαραστάσεών μας και τα αντικείμενα τής εμπειρίας μας.
            Ο Αριστοτέλης λοιπόν, αυτές τις πολλές σημασίες του όντος, προσπάθησε να τις συγκεντρώσει σε τέσσερις θεμελιώδεις : (Μετα Γ2, 1003 b Δ7, 1017 α 7). (1) Το όν κατά τα σχήματα των κατηγοριών. (2) Το όν κατά δυνάμει και ενεργεία. (3) Το όν κατά συμβεβηκός. (4) Το όν ώς αληθές και το μή-όν ώς ψεύδος.
            Ακόμη και αυτή η οργάνωση όμως δέν καλύπτει όλες τις σημασίες τού όντος. Οι τρείς τελευταίες σημασίες είναι δυνατές και γίνονται κατανοητές μόνον αναφορικώς με την πρώτη σημασία του όντος. Με την ουσία συγκεκριμένα και μάλιστα με την αισθητή ουσία. Το όν σαν δύναμις δέν κατανοείται παρά σαν ουσία έχουσα ύλη! (Μετ. Ν1, 1088 b 1) : ανάγκη τε εκάστου ύλην είναι το δυνάμει  τοιούτον. Το ίδιο ισχύει και για το όν κατά συμβεβηκός. Το οποίο αφορά τα όντα τα οποία δέν υπάρχουν αναγκαίως, δηλ, τα αισθητά (Μετ. Ε2, 1027 α13) : ώστε η ύλη έσται αιτία η ενδεχομένη  παρά το ώς επί το πολύ άλλως του συμβεβηκότος. Το ίδιο ισχύει και για το όν ώς αληθές και το μή-όν ώς ψεύδος: (Μετ. Ε 4,1027 b 25) : Ού γάρ έστι το ψεύδος και το αληθές εν τοις πράγμασιν...αλλ'έν διανοία!
            Έτσι λοιπόν οι κατηγορίες στο σύνολο τους δέν μας δίνουν πρώτως όν, το όν ή όν, την ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ, που δίνεται με την έρευνα της ουσίας: (Μετ Ζ1 1028 b 2): Και δή και το παλαι τε και νυν και αει ζητούμενον και αει απορούμενον, τι το ον, τουτο έστι τις η ουσία! Δηλ το αισθητό όν καλύπτει την ολότητα του όντος ή όχι: (Μετ. Ζ2, 1028 b 27) : Σχετικά λοιπόν με αυτά τί λέγεται καλά ή άσχημα και ποιές είναι ουσίες και αν υπάρχουν κάποιες ουσίες παράπλευρα απο τις αισθητές ή δεν υπάρχουν, και αυτές τί είδους ύπαρξη έχουν και αν υπάρχει κάποια αυθύπαρκη ξεχωριστή ουσία, και γιατί και πώς, ή δέν υπάρχει παράπλευρα απο τις αισθητές καμία, για όλα αυτά τα ζητήματα πρέπει να γίνει σκέψη (σκεπτέον), αφού δώσουμε προτύτερα σε γενική υποτύπωση τί είναι η ουσία.
            Και συνεχίζει : (Μετ. Λ1 1069 Α 30) : Ουσίαι δέ τρείς, μία μέν αισθητή -ης η μέν αΐδιος ή δέ φθαρτή ήν πάντες ομολογούσι οιον τα φυτά και τα ζώα...άλλη δέ ακίνητος και ταυτην φασί τίνες είναι χωριστήν (Μετ Λ6, 1071 b 3): Επει δ’ ήσαν τρείς ουσίαι, δύο μέν αι φυσικαί, μία δέ η ακίνητος, περί ταύτης λεκτέον ότι ανάγκη είναι αΐδιον τινα ουσίαν ακίνητον.
            Τρείς είναι λοιπόν οι σφαίρες του Είναι: εκείνη της αισθητής ουσίας ή οποία χωρίζεται σε φθαρτή και αΐδιο και η σφαίρα του αιωνίου όντος, του ακινήτου και υπερβατικού (αΐδιος και ακίνητος και κεχωρισμένη ουσία)
            Οι κατηγορίες λοιπόν δέν ισχύουν για το όν ή όν, αλλά μόνον για το αισθητό όν. Δέν καλύπτουν όλο το όν και αφήνουν την αΐδιο και ακίνητο και κεχωρισμένη ουσία απέξω. Οι κατηγορίες υπάρχουν μόνον σε ένα σύνολο ύλης και μορφής, ενώ η κεχωρισμένη ουσία, το υπερβατικό όν είναι άνευ ύλης, είναι ενέργεια, καθαρή μορφή δηλ, είδος. Το δέ τι ήν είναι ουκ έχει ύλην το πρώτον (Μετ 18 1074 α36). Στο κεχωρισμένο όν, στο υπερβατικό λείπει ακριβώς η σύνθεση είδους και ύλης [δέν είναι σύνθεση ψυχής και σώματος, όπως λέει ο Γιανναράς], στο οποίο και για το οποίο εμφανίζονται οι κατηγορίες και ολόκληρο το όν αφομοιώνεται στο τί ήν είναι.
            Οι κατηγορίες είναι οι τρόποι με τους οποίους πραγματοποιείται η συνάντηση ύλης και μορφής, οι τρόποι με τους οποίους αυτή η συνάντηση πρέπει να πραγματοποιηθεί: Κανένα αισθητό δέν υφίσταται έξω των κατηγοριών. Οι κατηγορίες είναι τα καθ'αυτά των συμβεβηκότων. Διότι όσα μή ουσίαν σημαίνει συμβεβηκότητα! Καθ'αυτά δέν είναι λέγεται όσαπερ σημαίνει τα σχήματα της κατηγορίας.
            Η ουσία λοιπόν προηγείται των κατηγοριών με όλες τις σημασίες του όρου: (Μετ Ζ1, 1028 α 32). Πάντως η ουσία πρώτον, και λόγω και γνώσει και χρόνο των μεν γαρ άλλων κατηγορημάτων των ουδέν χωριστόν, αύτη δέ μόνη. Τα κατηγορήματα είναι για την ουσία και δέν υπάρχουν έξω απο την ουσία. Είναι δηλαδή δομικά εξαρτημένες απο την ουσία, είναι εν ουσία δηλαδή εν υποκειμένω σε υπόστρωμα! (Κατηγορίες 5,2, α 34): τα δ'άλλα πάντα ήτοι καθ'υποκειμένων λέγεται των πρώτων ουσιών ή έν υποκειμέναις αυταίς έστιν ! Και στην Μετ Ζ3 1029 α 7, δίνει τον ορισμό της ουσίας : νυν μέν ουν τύπω είρηται τι ποτ'εστίν η ουσία, ότι το μή καθυποκειμένου αλλά καθου τα άλλα! Δηλ ουσία είναι αυτό το οποίο δέν λέγεται δεν εκφωνείται πάνω σε άλλο αλλά πάνω σ'αυτό εκφωνούνται τα άλλα!
Διότι η υπερβατική ουσία είναι αΐδιος και κινεί τον άπειρον χρόνον και επομένως αποκλείει την κατηγορία του πότε, που σημαίνει χρόνο πεπερασμένο. Και σαν κινητό ακίνητο και ουσία πάντοτε ενεργεία, αποκλείει απο τον εαυτό της τόσο την κατηγορία της κινήσεως δηλαδή του πάθους (ο Θεός είναι ακίνητος και απαθής) όπως και την κατηγορία της πράξεως και της κινήσεως που συνεπάγεται: (Μετ Λ7, 1072 b 3). Έστι γαρ τινί το ου ένεκα και τινός ων το μεν έστι το δ΄ουκ έστι κινεί δη ως ερώμενον κινούμενα  δε τάλλα κινεί. ει μεν ούν τι κινείται, ενδέχεται και άλλως έχειν (Είναι γνωστό ότι το τέλος ένεκα του οποίου σημαίνει τον ίδιο τον σκοπό κάποιου πράγματος και επομένως στην δεύτερη σημασία το τέλος μπορεί να βρεθεί ανάμεσα στα ακίνητα όντα, στο άριστο όν (Αριστοτέλης), στην πρώτη όμως σημασία όχι, διότι κινεί ώς ερώμενον, καθότι εάν κάτι κινείται είναι εδεχόμενο να υπάρχει και κατά έναν άλλον τρόπο.
            Οι κατηγορίες λοιπόν ξεκαθαρίζουν για τον Αριστοτέλη σαν πάθη της ουσίας. Σαν κινήσεις της ουσίας, διότι η καθ'αυτή ουσία δέν έχει συμβεβηκότητα, καθώς τα συμβεβηκότα εξαρτώνται απο τα πάθη. Οι κατηγορίες λοιπόν δείχνουν πεπερασμένο και πολλαπλότητα ενω αποκλείεται ξεκάθαρα το Απόλυτο να έχει όλους εκείνους τους χαρακτήρες που είναι δεμένοι με τις κατηγορίες. Η Θεία ουσία δέν έχει μέγεθος, είναι αμερής, είναι αδιαίρετος και επομένως είναι παντελώς άνευ σημασίας οι κατηγορίες του ποσού και τού πού. (Μετ Λ7 1073 Α 3).
            Ας δούμε και ένα ενδιαφέρον απόσπασμα απο το τέταρτο βιβλίο όπου λέγεται ότι η σφαίρα του αισθητού είναι μόνον ένα μικρό τμήμα του όντος και δεν μετρά σχεδόν καθόλου: Μετ γ5 ,1010 α 25. Επιπλέον δέ είναι άξιο να επιτιμήσουμε όσους (τους οπαδούς του Ηράκλειτου) σκέπτονται έτσι, πώς επειδή παρατήρησαν ότι τα αισθητά όντα και μάλιστα σε έναν ελάχιστο αριθμό εξ'αυτών, ότι συμπεριφέρονται μ'αυτόν τον τρόπο, τοιουτοτρόπως απεφάνθησαν και επεξέτειναν την παρατήρηση τους και για ολόκληρο τον ουρανό. Γιατί ο τόπος του αισθητού, που βρίσκεται γύρω μας διατελεί μέσα στην φθορά και στην γένεση μόνον, και αυτός ο τόπος μπορούμε να πούμε δεν είναι ούτε ένα τιποτένιο μόριο του παντός και θα ήταν δικαιώτερο άν χάριν εκείνων αθώωναν τα πράγματα εδώ κάτω, παρά να καταδικάσουν εκείνα χάριν ετούτων εδώ, Πρέπει λοιπόν να τους αποδείξουμε ότι υπάρχει μία ακίνητη φύσις και αυτοί πρέπει να πεισθούν.
            Όπερ και εγένετο! Μόνον που δέν κατόρθωσε να πείση τύπους σαν τον Χιούμ και τον Κάντ, οι οποίοι με την σειρά τους έπεισαν τύπους σαν τον Χέγκελ και τον Χάϊντεγτκερ και τον Γιανναρά και τον Κλιματσάκη και απολυτοποίησαν το πεπερασμένο.
            Ας είναι όμως και τούτο υπόψη Γιανναρά και Ζηζιούλα και Σία, οι οποίοι μας προτείνουν να υπερβούμε την ανάγκη (Μετ 1072 b 11) Το αναγκαίον έχει ώς εξής: άλλοτε σημαίνει το βίαιο εξ'αιτίας εναντίωσης προς την ορμή, αλλοτε τον απαραίτητο όρο για την ύπαρξη του καλού και άλλοτε ότι δέν μπορεί να υπάρχει αλλιώς, αλλά υπάρχει κατά ένα μοναδικό τρόπο. "Το γάρ αναγκαίον τοσαυταχώς, το μέν βία, ότι παρά την ορμήν, το δέ ου ούκ άνευ το ευ, το δέ μή ενδεχόμενον άλλως αλλ'απλώς!"
            Και συνεχίζει ο Αριστοτέλης αγνοημένος απο όλους. Το πρώτο κινούν είναι λοιπόν κατ'απόλυτη αναγκαιότητα όν και το χαρακτηριστικό τής αναγκαιότητος τού δίνει και την ιδιότητα του καλού και έτσι είναι αρχή:( εξ ανάγκης έστιν όν και η ανάγκη καλώς και ούτως αρχή!).
            Απο μία τέτοια Αρχή εξαρτώνται ο ουρανός και η Φύση. Και ο τρόπος της ζωής της είναι η άριστη και είναι εκείνος ο τρόπος ζωής που μας επιτρέπεται να ζήσουμε και εμείς για σύντομο χρονικό διάστημα. Όμως εκείνα βρίσκονται σ'αυτή την κατάσταση για πάντα. Για μας είναι αδύνατον, αλλά για εκείνη  είναι δυνατόν, καθότι η ενέργεια της είναι η ευχάριστη ηδονή. Και γι'αυτό και για μας η εγρήγορση, η αίσθηση και η νόηση είναι ύψιστη ηδονή και λόγω αυτών έχουμε καί τις μνήμες και τις ελπίδες! Και μας αποκαλύπτει και τον χαμένο θησαυρό μας, τον Νού, ακριβώς σ'αυτό το σημείο (Μεταφ 1072 b 18) "Η καθαυτή νόηση έχει αντικείμενό της το καθαυτό άριστο και όσο σε ύψιστο βαθμό είναι αυτή νόηση σε ανάλογο υπέρτατο βαθμό είναι και το αντικείμενο της άριστο, αυτόν δέ νοεί ο νούς κατά μετάληψιν του νοητού (και τον εαυτό του νοεί ο νούς πέρνοντας μέσα του ώς περιεχόμενο του το νοητό), διότι γίνεται νοητός ζυμώνοντας και νοόντας (και νοών), ώστε ταυτόν νούς και νοητόν. ΤΟ ΓΑΡ ΔΕΚΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΝΟΗΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ΝΟΥΣ. Ενεργεί δέ έχων (και είναι εν ενεργεία όταν τα κατέχει) ώστε περισσότερο απο εκείνη την Ικανότητα είναι αυτή η ενεργητική κατοχή που αποτελεί το θεϊκό στοιχείο στον νού (ώστ'εκείνου μάλλον τούτο ο δοκεί ο νούς θείον έχειν), και η θεωρία το ήδιστον και άριστον!
            Εάν λοιπόν ο Θεός έχει πάντοτε αυτή την μακαριότητα, εμείς δέ την απολαμβάνουμε μόνον μερικές φορές, αυτό είναι θαυμαστό και μάλιστα είναι ακόμη θαυμαστότερο το ότι έχει ζωή, είναι και ζωή. ΔΙΟΤΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΔΕ, ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ. Η καθαυτή όμως ενέργεια είναι η άριστη και αΐδιος ζωή του Θεού. Διότι λέμε στ'αλήθεια ότι ο Θεός είναι ζώον αΐδιον άριστον. Ώστε συνεχής ζωή και αΐδιος και αιών υπάρχει στον Θεό, ΤΟΥΤΟ ΓΑΡ Ο ΘΕΟΣ!
Στην συνέχεια θα δούμε με συντομία την παραγωγή της πολλαπλότητος απο το Εν!
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (1)


Η προβληματική των κατηγοριών γεννιέται στον Σοφιστή του Πλάτωνος, όπου εισάγονται πέντε ανώτατα γένη του Είναι, της κινήσεως, της στάσεως, του ιδίου και του διαφορετικού! Πέντε γενικότατες ιδέες, ή μετα-ιδέες, οι οποίες όμως είναι μερικές από τις ιδέες που θεωρούνται οι πιο μεγάλες. Ο Πλωτίνος σκίασε την σωστή θεώρηση των κατηγοριών, καθότι παρουσίασε τις ιδέες του Σοφιστή σαν μια ολοκληρωμένη σειρά των υπέρτατων καθόλου δηλαδή σαν την παρουσίαση των κατηγοριών του νοητού κόσμου (Εν. VI, 1-3).
Για τον Αριστοτέλη όμως οι κατηγορίες χωρίζονται σε τρεις σημασίες: Μία οντολογική, μία λογική και μία γλωσσική-γραμματική. Στο οντολογικό επίπεδο οι κατηγορίες είναι οι πρωταρχικές διαιρέσεις του Είναι (αυτό στο οποίο το Είναι πρωταρχικώς διακρίνεται ή τα σχήματα του Είναι). Στο λογικό επίπεδο είναι τα μέγιστα γένη στα οποία καταλήγουν, επιστρέφουν κατά κάποιο τρόπο, οι όροι στους οποίους αποσυντίθενται η κρίση και η πρόταση!
Για την ιστορία λοιπόν του πράγματος, ας αναφέρουμε πως οι ίδιες λύσεις οι οποίες χώριζαν τους αρχαίους σχολιαστές του Αριστοτέλη, εάν δηλαδή οι κατηγορίες είναι φωνές (λέξεις), νοήματα (έννοιες) ή πράγματα, χωρίζουν και τους σημερινούς κριτικούς της φιλοσοφίας.
O Brentano χωρίζει τις προτάσεις των συγχρόνων σχολιαστών σε τρεις κατηγορίες:
1) Στην πρώτη οι κατηγορίες δεν είναι αληθινές έννοιες αλλά μόνον απόψεις για την συστηματοποίηση των εννοιών, εκείνη η δομή δηλαδή στην οποία κατανέμονται όλες οι έννοιες. Δεν είναι λοιπόν κατηγορούμενα αλλά ένας τόπος για τα κατηγορούμενα.
2) Στην δεύτερη πρόταση οι κατηγορίες δεν είναι μόνον μορφές ή τρόποι κατηγορήσεως των εννοιών, αλλά είναι αυτές οι ίδιες έννοιες, όχι με την γενική έννοια (καθότι κάθε αναπαράσταση του πνεύματος είναι μια έννοια), αλλά με την σημασία πως αυτές οι ίδιες μπορούν να είναι μέρη της κρίσεως: και έτσι λοιπόν οι κατηγορίες θα είχαν γεννηθεί από την αποσύνθεση της προτάσεως και της κρίσεως και επομένως θα έπρεπε να είναι τα μέγιστα κατηγορήματα! [κατηγόρημα της προτάσεως λέγεται εκείνο το αποδίδεται στο υποκείμενό της: ο Σωκράτης είναι σοφός]. Δηλαδή οι κατηγορίες είναι καθολικές έννοιες στις οποίες ανήκουν τα κατηγορήματα της απλής προτάσεως. Οι κατηγορίες είναι τα πιο καθολικά κατηγορήματα! Αυτή η λογική ερμηνεία των κατηγοριών, που επικράτησε τελικώς στη Δύση, οφείλεται στον Βοήθιο.
3) Στην τρίτη πρόταση ανήκουν όσοι υπογραμμίζουν την πλευρά των κατηγοριών σαν των πραγματικών εννοιών: οι κατηγορίες είναι οι υπέρτατες έννοιες, οι οποίες χαρακτηρίζονται με το όνομα Ον. Αυτή είναι η οντολογική πλευρά των κατηγοριών.
Οι δύο πρώτες προτάσεις ανήκουν στην λογική ερμηνεία των κατηγοριών διότι εμμέσως και σταθερώς ορίζει τα πράγματα, στα κείμενα του Αριστοτέλη, η θεωρία της προθέσεως της σκέψεως (που είναι η ρίζα της λογικής) και οι κατηγορίες. Επομένως, τα λογικά σχήματα, περιέχουν μια ουσιώδη αναφορά στην πραγματικότητα και προϋποθέτουν, στον ίδιο τον ορισμό τους, μια καθορισμένη μεταφυσική θεωρία της ίδιας της πραγματικότητος.
 Ακόμη και οι αρχαίοι λοιπόν, εννοούσαν τις τρεις λύσεις εξίσου ισχύουσες, χωρίς να περιέχουν καμιά αντίθεση καθότι μια λέξη δεν μπορεί παρά να εκφράζει μια έννοια, και μια έννοια δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε μια πραγματικότητα ή σε μια πλευρά της.
Στην οντολογική διάσταση των κατηγοριών πάντως, ο Αριστοτέλης επιμένει τόσο πολύ στην Μεταφυσική του που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία της ερμηνείας. Μεταφυσική Δ7, 1017α,22: «καθ' αυτά δε είναι λέγεται όσαπερ σημαίνει τα σχήματα της κατηγορίας· οσαχώς γαρ λέγεται, τοσαυταχώς το είναι σημαίνει» (Λέμε όμως ότι καθαυτό είναι έχουν όλα ακριβώς όσα σημαίνονται από τα σχήματα της κατηγορίας, γιατί κατά όσους τρόπους λέγεται το είναι τόσες και σημασίες έχει).
Μεταφυσική Ε2, 1026α,33: «Ἀλλ' ἐπεὶ τὸ ὂν τὸ ἁπλῶς λεγόμενον λέγεται πολλαχῶς, ὧν ἓν μὲν ἦν τὸ κατὰ συμβεβηκός, ἕτερον δὲ τὸ ὡς ἀληθές, καὶ τὸ μὴ ὂν ὡς τὸ ψεῦδος, παρὰ ταῦτα δ' ἐστὶ τὰ σχήματα τῆς κατηγορίας (οἷον τὸ μὲν τί, τὸ δὲ ποιόν, τὸ δὲ ποσόν, τὸ δὲ πού, τὸ δὲ ποτέ, καὶ εἴ τι ἄλλο σημαίνει τὸν τρόπον τοῦτον), ἔτι παρὰ ταῦτα πάντα τὸ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ·» (Αφού όμως το ον υπό την απόλυτη έννοια έχει διαφορετικές σημασίες, από τις οποίες μία ήταν το συμβεβηκός (κατά σύμπτωση), άλλη το ον ως αληθές (και το μη ον ως ψεύδος) και, εκτός από αυτά, υπάρχουν τα σχήματα της κατηγορίας (όπως το τι, η ποιότητα, η ποσότητα, το πού, το πότε και ό,τι άλλο δηλώνει το ον με τον τρόπο αυτό) και ακόμη δίπλα σε όλες αυτές τις σημασίες υπάρχει και η σημασία του δυνάμει και ενεργεία)!
Για το συμβεβηκός (ο Αριστοτέλης) έχει να μας πει σπουδαία πράγματα όμως και ας τα ακούσουμε με συντομία! Μεταφυσική Ε2, 1026b : «Για το συμβεβηκός δεν υπάρχει καμία θεωρία. Διότι καμία επιστήμη, ούτε πρακτική, ούτε ποιητική, ούτε θεωρητική, δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό. Γιατί όποιος φτιάχνει σπίτι, δεν φτιάχνει και τα συμβεβηκότα που εμφανίζονται όταν το σπίτι γίνει. Γιατί αυτά είναι άπειρα. Γιατί τίποτε δεν εμποδίζει να είναι το σπίτι σ' αυτούς ευχάριστο, στους άλλους βλαβερό, στους άλλους ωφέλιμο, δηλαδή να είναι διαφορετικό από κάθε άλλο πράγμα. Από αυτά τα συμβεβηκότα η οικοδομική δεν είναι αρμόδια στην κατασκευή τους. Γι' αυτό ο Πλάτων, σωστά, τοποθέτησε την σοφιστική στην περιοχή του μη-όντος. Διότι όλων των σοφιστών οι προτάσεις ασχολούνται με το συμβεβηκός (σήμερα ονομάζεται ψυχολογία), αν είναι δηλαδή το αυτό ή έτερο το μουσικό και το γραμματικό και ο μουσικός Κορίσκος και ο Κορίσκος. Γι' αυτό το συμβεβηκός είναι πολύ κοντά στο μη ον... »
Ποια είναι όμως η αρχή της σοφιστικής και του συμβεβηκότος; Μεταφυσική Ε2, 1026b,27 : « Ἐπεὶ οὖν ἐστὶν ἐν τοῖς οὖσι τὰ μὲν ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντα καὶ ἐξ ἀνάγκης, οὐ τῆς κατὰ τὸ βίαιον λεγομένης ἀλλ' ἣν λέγομεν τῷ μὴ ἐνδέχεσθαι ἄλλως, τὰ δ' ἐξ ἀνάγκης μὲν οὐκ ἔστιν οὐδ' ἀεί, ὡς δ' ἐπὶ τὸ πολύ, αὕτη ἀρχὴ καὶ αὕτη αἰτία ἐστὶ τοῦ εἶναι τὸ συμβεβηκός·» (Επειδή ανάμεσα στα όντα, μερικά την αυτή κρατούν κατάσταση εξαιτίας της αναγκαιότητος, όχι αυτής που της δίνουμε την σημασία της βιαιότητος, αλλά αυτής που σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά, άλλα όμως δεν υπάρχουν εξαιτίας της αναγκαιότητος, ούτε πάντοτε, αλλά η ύπαρξή τους παρουσιάζει μια επαναληπτική συχνότητα, αυτό λέμε ότι είναι συμβεβηκός).
Σε τούτο το πρόβλημα είναι βυθισμένη η νεο-ορθοδοξία και η μετα-πατερική θεολογία που μας οδηγούν στον Οικουμενισμό. Διότι αρνήθηκαν την ουσία και ερμήνευσαν την ανάγκη μόνον σαν βίαιη ανάγκη! Το ίδιο πρόβλημα παρουσιάζει και ο ιστορικισμός. Και για να το λύσει στηρίζεται στην υπόθεση της εξελίξεως και του χρόνου, αναγκαζόμενος να αρνηθεί τον αιώνα σαν διάσταση, πρωταρχική, του χρόνου! Αυτά τα δύο προβλήματα ενωμένα μας δίνουν την εκκλησιολογική πλάνη του Ζηζιούλα.
Και συνεχίζουμε: Μεταφυσική Ν2, 1089α,7: «εἰ τὸ ὂν πολλαχῶς (τὸ μὲν γὰρ οὐσίαν σημαίνει, τὸ δ' ὅτι ποιόν, τὸ δ' ὅτι ποσόν, καὶ τὰς ἄλλας δὴ κατηγορίας)...» [αν το ον λέγεται με πολλές σημασίες (διότι άλλοτε σημαίνει ουσία, άλλοτε ότι είναι κάποια ποιότητα, άλλοτε ότι είναι κάποια ποσότητα και άλλοτε οι υπόλοιπες κατηγορίες)...]
Ολοκληρώνοντας όπως θα δούμε: Μεταφυσική Θ1, 1045b,27: «περὶ μὲν οὖν τοῦ πρώτως ὄντος καὶ πρὸς ὃ πᾶσαι αἱ ἄλλαι κατηγορίαι τοῦ ὄντος ἀναφέρονται εἴρηται, περὶ τῆς οὐσίας (κατὰ γὰρ τὸν τῆς οὐσίας λόγον λέγεται τἆλλα ὄντα, τό τε ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν καὶ τἆλλα τὰ οὕτω λεγόμενα: πάντα γὰρ ἕξει τὸν τῆς οὐσίας λόγον)» [Διαπραγματευθήκαμε περί του όντος που είναι πρώτον, και στο οποίο αναφέρονται όλες οι άλλες κατηγορίες του όντος, δηλαδή περί της ουσίας. (Διότι κατά τον λόγον της ουσίας λέγονται και τα υπόλοιπα όντα. Όπως το ποσόν και το ποιόν κ.τ.λ. Διότι όλα αυτά θα αποκτήσουν τον λόγον της ουσίας)]. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό λοιπόν το γεγονός πως δεν γίνεται πλέον κατανοητός ο λόγος, το θεμέλιο της αρχαίας φιλοσοφίας και μεταφράζεται πλέον σαν σχέση ή σαν αναλογία!
Και για την σχέση ο Αριστοτέλης έχει να πει τα εξής: Μεταφυσική Ν1, 1088α,21: «ἔτι δὲ πρὸς ταύτῃ τῇ ἁμαρτίᾳ καὶ πρός τι ἀνάγκη εἶναι τὸ μέγα καὶ τὸ μικρὸν καὶ ὅσα τοιαῦτα·» Επιπλέον λοιπόν σ' αυτό το λάθος προστίθεται και το άλλο: το μέγα και το μικρό και όλα τα άλλα πράγματα, είναι αναγκαίως σχέσεις. Αλλά όμως η σχέση ανάμεσα στις κατηγορίες είναι εκείνη η οποία έχει την λιγότερη ουσία και την λιγότερη πραγματικότητα (ἥκιστα φύσις τις ἢ οὐσία [τῶν κατηγοριῶν] ἐστι και έπεται τοῦ ποιοῦ καὶ ποσοῦ·) Και είναι πάθος του ποσού (καὶ πάθος τι τοῦ ποσοῦ τὸ πρός τι) η σχέση.  
Διότι η σχέση δεν υπάρχει, εάν δεν υπάρχει κάτι άλλο που χρησιμεύει σαν υπόστρωμα σ' αυτή. Επιπλέον ενώ για την ουσία υπάρχει γέννησις και φθορά, (για την ποιότητα, για την ποσότητα και για τον τόπο υπάρχει η κίνηση), για την σχέση δεν υπάρχει τίποτε! Διότι η σχέση απαιτεί πάντοτε δύο όρους Χ και Υ. Αρκεί λοιπόν ένας εκ των δύο αυτών όρων να αλλάξει για να αλλάξει και η σχέση και ο όρος παρότι δεν άλλαξε καθεαυτός και παρότι ο ένας μπορεί να παρέμεινε σταθερός. Διότι η σχέση δεν είναι ύλη! Διότι η ύλη κάθε πράγματος, κάθε ουσίας, είναι εν δυνάμει αυτό του οποίου είναι ύλη και τα σχεσιακά δεν είναι ουσίες ούτε εν δυνάμει ούτε εν ενεργεία! Έτσι τα σχεσιακά δεν είναι ύλη της ουσίας. Και είναι γενικώς παρανοϊκό να πούμε πως μια σχέση είναι ύλη και στοιχείο της ουσίας, καθότι τα στοιχεία της ουσίας προηγούνται της ουσίας, ενώ οι σχέσεις όχι μόνον έπονται της ουσίας, αλλά έπονται ακόμη και του ποσοῦ και του ποιοῦ!
Ας σκεφτούμε λοιπόν σ' αυτό το σημείο όλα τα ανούσια δόγματα που εισήγαγαν στην θεολογία μας, περί σχέσεων των προσώπων της Αγίας Τριάδος, οι Ζηζιούλας και Γιανναράς και τα οποία επαναλαμβάνει τελευταίως ο κ. Κλιματσάκης.
Υπάρχει ζουμερή συνέχεια στην συνέχεια!
Αμέθυστος     

ΑΛΗΘΙΝΑ ΨΕΜΑΤΑ (2)

Μετά τον θάνατο του Αληθινού Θεού και την επικράτηση του αντιπροσώπου του Θεού καί μετά την αποθέωση των Γραφών η Ευρώπη διά του Ρολογά του  Καίνιξμπεργκ, του Κάντ, ο οποίος στην πραγματικότητα διόρθωνε ρολόγια, σκότωσε και την εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο, την ψυχή ζώσα, αντικαθιστώντας την με το υποκείμενο και τον κόσμο, την Δημιουργία, η οποία διέθετε σαν μόνος ναός πλέον την εικόνα του, με την αναπαράσταση ή την παράσταση.

Μόνο με το σώμα του πλέον ο άνθρωπος, αγωνίστηκε να κατασκευάσει νέα συνείδηση, απελευθερωμένος απο την Φυσική του συνείδηση, τον Νόμο του Θεού που είναι γραμμένος σε κάθε σάρκα, η οποία νέα συνείδηση ακούει στον Νέο Θεό, το Αληθινό Εγώ. Την θέση της Χάριτος πήρε γρήγορα η Φυσική του Νεύτωνος ή η Βαρύτης και η ανθρωπολογία που γεννήθηκε απο την επανάσταση του Γαλιλαίου, ο οποίος πέταξε έξω απο την Φυσική επιστήμη και την φιλοσοφία και τον άνθρωπο, έφτιαξε τον σύγχρονο άνθρωπο αυτοκίνητο. Με ακόρεστη ή άπειρη ανάγκη ενέργειας για να κινηθεί.
Η σύγχρονη μεταμόρφωση του σώματος σε απόθεμα οργάνων, ή η μεταφυσική του σώματος όπως κενολογεί ο Λουδοβίκος, είναι η κορυφή αυτής της εξελίξεως. Ο άνθρωπος δέν σώζεται διά της ζωής, αλλά διά του θανάτου.
Ο νέος Θεός λοιπόν, θανάτω θάνατον του άλλου πατήσας, χωρίς δικαιώματα και υποχρεώσεις, απαθής και ειρηνικός, αναπαυμένος στην αγκαλιά της κυβερνητικής πρόνοιας, όπως στους παπάδες και την ιεραρχία της Λατινικής Εκκλησίας παλιότερα και σήμερα στην Ελλάδα, είναι επιτέλους ένα Ιερό ζώο. Ένα ζώο θεωμένο. Η ΙΕΡΗ ΑΓΕΛΑΔΑ του Ινδουϊσμού. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΙΑ ΑΡΜΕΓΜΑ.
Ο Αμνός του Θεού πέθανε, τα πρόβατα του σφαγιάζονται, γιατί θέλουν αρχηγούς και ποιμένες, και μόνον η Αγελάδα επιτρέπεται στην ύπαρξη πλέον, διότι δέν απαιτεί φροντίδα και διότι είναι καθαρός εκμεταλλεύσιμος  χρυσός για την Δικτατορία της πρόνοιας που ανέλαβε μέσω των Τραπεζών τα ηνία της ανθρωπότητος. Η αγελάδα είναι η μόνη επένδυση η οποία μπορεί να ξεχρεώσει τους τόκους.
Αργά αλλά σταθερά η ενότης λαού καί δικτατορίας θα προσωποποιηθεί στον Αντίχριστο, τον υπέρτατο Κάου-Μπόϋ (cowboy), τον Θεό της Αγελάδας.
Καλό, διότι αναπόφευκτο ΠΑΣΧΑ στα πρόβατα του Θεού που απέμειναν, λίγο πρίν μεταλλαχθούν και αυτά σε αγελάδες.
Αμέθυστος

ΑΛΗΘΙΝΑ ΨΕΜΑΤΑ (1) ΘΑΝΟΣ ΛΙΠΟΒΑΤΣ, ΣΥΝΑΞΗ 112, Μονοθεϊσμός.


«Στην σημερινή εποχή δέν μιλάμε για ειδωλολάτρες, κάτι που έχει πολεμικό χαρακτήρα, αλλά για παγανισμό ή για πολυθεϊσμό. Ο μισός πληθυσμός της γής τουλάχιστον είναι παγανιστές. Αλλά ήδη οι ραββίνοι στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή γνώριζαν και θαύμαζαν τους παγανιστές φιλοσόφους, όπως τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και αργότερα τον Πλωτίνο. Σήμερα το ίδιο ισχύει για τον σεβασμό απέναντι στην Ινδική και την κινέζικη φιλοσοφία και μυστική: έχουμε ξεπεράσει το στάδιο της πολεμικής» 

Λίποβατς. Δέν γνωρίζουμε την ετυμολογία της λέξεως ακριβώς. Έχει σχέση με λιπώματα, δέν γνωρίζουμε! Τί μας λέει λοιπόν αυτό το σύγχρονο ψυχολογικό λίπωμα! Πώς ο Θεός των Χριστιανών είναι επιθετικός, επιβάλλοντας μας την διάκρισή μας απο τους ειδωλολάτρες. Τον υπερβήκαμε, δέν είμαστε επιθετικοί, είμαστε ειρηνικοί.
Δέν γνώρισε ποτέ του την Μαρτυρία του Νίτσε; Δέν έγραψε στην κριτική του εναντίον του Στράους, ενός απο τους Πατέρες της Βιβλικής επιστήμης; «Καλά δέν γνωρίζει πώς δέν υπάρχουν πλέον Χριστιανοί; Πώς είμαστε όλοι Βουδιστές;» 
Δέν γνωρίζει πώς ο Βουδισμός και ο Ινδουισμός άρχισε να κατακτά την Δύση, απο την εποχή της καταστροφής της Κωνσταντινουπόλεως; Απο την στιγμή που έπεσε το τοίχος των Ελλήνων που μας προστάτευε απο τις Ανατολίτικες φουσκοθαλασσιές, δέν γνωρίζει πώς δέν έμεινε τίποτε όρθιο;
Ότι αυτό το Σήμερα του σεβασμού μας πρός τον Βουδισμό, έγινε ήδη Φιλοσοφία απο τον Σοπενάουερ; Ότι η Βιβλική κριτική εναντίον των Ευαγγελίων, ακουγόταν στα αυτιά των Ευρωπαίων Βουδιστών, πιστών του Νιρβάνα απο τότε, σαν χαρούμενη αρμονία; Σαν χαρούμενη Γνώση; Σαν ύμνος πρός την απάθεια που χάριζε ήδη απο τότε ο Θεός του Κάρμα;
Δέν μπορεί να καταλάβει πώς εδώ και αιώνες οι Ευρωπαίοι κάθονται ήδη στους καναπέδες τους και απολαμβάνουν απο τότε το μοναδικό θρίλερ που αναπαριστάται σε αιώνιες επαναλήψεις, τον θάνατο του αληθινού Θεού; Δέν μπορεί, είναι Λίποβατς!
Αμέθυστος.

Ανώνυμος είπε...
Ο Πλατωνας και ο Αριστοτελης θα ηταν παγανιστες αν ζουσαν σε μονοθειστικη περιοχη και εποχη και μεναν πιστοι στην πολυθεια η προσπαθουσαν οπως πχ οι συντακτες του Δαυλου να επαναφερουν την κοινωνια στην πολυθεια . Ομως διαβαζοντας τα συγγραματα και του Πλατωνα και του Αριστοτελη διαπιστωνει ο οποιοσδηποτε μια κριτικη ματια του πολυθεισμου της εποχης τους . Ο ορος παγανισμος σημαινει αποκλειστικα και μονο αυτους που ζωντας σε ηδη χριστιανικες χωρες προσπαθουν να επαναερουν την αρχαια θρησκεια οχι ανθρωπους που ζουσαν σε μια κοινωνια που ειχε πολυθεισμο . Α.Μ

Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ (2)


 Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ. 
Η παράδοση λοιπόν δεν είναι μία μηχανική συντήρηση εικόνων από το παρελθόν ή μία εξωτερική μετάδοση μέσω διαδοχής, αλλά η ζωντανή συνέχεια της πνευματικής ύπαρξης. Και αυτή η συνέχεια είναι εφικτή μόνον εφόσον υπάρχει ένα όραμα ενότητος, μία μορφή καθολικής συνειδήσεως. Αυτή η συνείδηση γίνεται η ζώσα ταυτότητα και η αμοιβαία κοινωνία όσων κατέχουν αυτή την συνείδηση δια μέσου των αιώνων. Σ’αυτή την προοπτική η αίρεση είναι ένα είδος λογοκρατικής εναντίωσης στην παράδοση. Έτσι ώστε η επιβεβαίωση της καθολικότητος να προϋποθέτει την άρνηση σε ό,τι δεν είναι καθολικό. 
Έτσι και η πίστη καταλήγει στα χέρια αυτής της μυστικής ενότητος, αυτής της καθολικής συνειδήσεως. Είναι ένα είδος νοητικής διαίσθησης, μία πνευματική σύλληψη, μία διαίσθηση μέσω της χάρης, μία άμεση γνώση, μία αδιαμεσολάβητη βεβαιότητα. Συγκεντρώνει ολόκληρο το οπλοστάσιο του Ρομαντισμού, στον οποίο η πίστη ταυτίζεται με την έμπνευση του ποιητού! Ο Σέλλινγκ περιγράφει την νοητική διαίσθηση σαν όργανο κάθε υπερβατικής σκέψης. Ταυτίζεται με την δημιουργική φαντασία ή με την διαισθητική θεωρία όπου το γενικό και το ειδικό αποτελούν μία ενότητα στην ιδέα. Αυτή η πίστη είναι το απροϋπόθετο της ανθρώπινης γνώσεως. 
Το υπεραισθητό είναι ο Θεός και η πραγματικότης και όχι η εν δυνάμει ύπαρξη των αντικειμένων. Και με την πίστη, αυτό το υπέρ-αισθητό, μπορεί να γίνει ένα πραγματικό αντικείμενο για την εμπειρία. Όπως ακριβώς με την διαίσθηση. 
Και τι γίνεται με την Εκκλησία, με τον Χριστό κεφαλή αυτής της Εκκλησίας που είναι ένα είδος συνέχειας του Χριστού; Το ενυπόστατο ανθρώπινο Σώμα Του; Ο Χριστός είναι το Εγώ ή η εμμενής (immanent) αυτοσυνειδησία του σώματός Του, μία οργανικά εξελισσόμενη πραγματικότητα μέσα στην ιστορία. Ένα ενσαρκωμενο Απόλυτο πνεύμα. 
Και αυτή όμως η έννοια περί της Εκκλησίας ως αδιάκοπης προέκτασης τής ενσάρκωσης δεν είναι ακριβώς πατερική. Ο Σέλλινγκ ξανά, υποστήριξε πώς ο Θεός/Απόλυτο ενανθρωπίζεται προαιώνια και πώς η αποκορύφωση της διαδικασίας αυτής είναι η ανάληψη ορατής ανθρώπινης μορφής από τον Χριστό. Η ενσάρκωση τού Χριστού αποτελεί την αρχή της διαδικασίας η οποία συνεχίζεται στους αιώνες με τους διαδόχους του που είναι μέλη ενός και του αυτού σώματος. Του οποίου είναι η κεφαλή. Εν Χριστώ ο Θεός έγινε για πρώτη φορά αντικειμενικός. Διότι ο Χριστός φανέρωσε το άπειρο μ’αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά. [ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ]. 
Μετά τον Φλωρόφσκυ η Θεολογία, Μανιχαϊστικά, έχει ανάγκη από κάτι που να μπορεί να προσδιορίζεται ως προσωποποίηση του αρνητικού, κρύβοντας όμως, λόγω της πολεμικής της προς την Δύση, την εξάρτηση από τον Άλλον, αυταπατόμενη ότι η ταυτότητά της είναι αυτάρκης, ότι δηλαδή αντλεί την προσωπική της ύπαρξη από τον εαυτό της. 
Η Ορθοδοξία πρέπει να αναγνωρίσει ότι η Θεολογική ανάγνωση των Πατέρων γίνεται πάντοτε στον ερμηνευτικό ορίζοντα της κάθε εποχής. Ο Δυτικός πολιτισμός λειτουργεί ως πρίσμα μέσω του οποίου ο κάθε θεολόγος ερμηνεύει τους Πατέρες. Η δυτικοευρωπαϊκή σκέψη έχει γίνει πλέον η κληρονομιά της Ορθοδοξίας. 
ΠΩΣ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ;
Σήμερα η Ορθόδοξη Θεολογία ασχολείται με την Εκκλησιαστική της ταυτότητα. Και η ταυτότητα αντλείται αποκλειστικά μέσω της πολεμικής. Και η πολεμική προσέγγιση της ταυτότητος (της συνειδήσεως δηλαδή) απεδείχθη εσφαλμένη. Απομένει λοιπόν να περπατήσουμε έναν καινούργιο δρόμο, εάν θέλουμε να έχουμε μέλλον. ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ. Να προσεγγίσουμε κατ’αρχάς όσους μάς καλούν σε διάλογο μαζί τους υπενθυμίζοντάς μας να λάβουμε υπόψη την ελπίδα που υπάρχει μέσα μας στο μετα-εκκοσμικευμένο πλαίσιο μας (Α Πέτρου 3,15) [Μόνο που το απόσπασμα δεν μιλά για κάποια ελπίδα που βρίσκεται μέσα μας έτσι απλά. Λέει: Αλλά λατρεύσατε τον Χριστόν ως Κύριον είς τις καρδιές σας, και να είσθε πάντοτε έτοιμοι προς απολογίαν εις τον καθένα, που θα σας ζητήσει λόγον για την ελπίδα που έχετε μέσα σας (δηλαδή τον Κύριο)]. Πρέπει λοιπόν η Ορθόδοξη Θεολογία να καταστεί πραγματικά Οικουμενική και πρέπει συνειδητά, ελεύθερα και με αληθινή πνευματική διάκριση, απάθεια και νήψη, ΝΑ ΑΝΤΛΗΣΕΙ ΑΠΟ ΠΗΓΕΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Η θεανθρώπινη κοινωνία στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό, μπορεί να είναι μία ερμηνευτική αρχή για μία νέα μορφή νέο-πατερικής σύνθεσης [η παληά μάς τελείωσε, ζήτω η νέα]. 
Εν Χριστώ βλέπουμε (;) την τέλεια σύνθεση (;) των αντιθέτων! (;) οι δύο πόλοι (;) της ανθρωπότητος και της θεότητας, ενυπάρχουν (;) τέλεια ο ένας μέσα στον άλλο σε μία ένωση, όπου οι φύσεις είναι ασύγχυτες και άτρεπτες αλλά παραμένουν αδιαίρετες και αχώριστες. Σ’αυτή την ένωση οι δύο πόλοι, ανθρωπότητα και θεότητα, αλληλοπεριχωρούνται σε μία τέλεια ένταση όπου ο ένας υπονοεί τον άλλο, εξαρτάται από τον άλλο και υπάρχει μέσω του άλλου [Είναι λεξιλόγιο, γλωσσάριο, παρμένο από την Αγία Τριάδα. Διότι ΘΕΛΟΥΝ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΝΑ ΔΙΔΑΞΟΥΝ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ]. 
Η ενανθρώπιση του Θεού και η θέωση του ανθρώπου βιώνεται στο σώμα της Εκκλησίας ως η συνεχής προέκταση της ενσάρκωσης (incarnation perennis, όπως religious perennis ή Sophia perennis). 
Αυτή τήν ενοποιημένη ένταση των αντιθέτων δεν θα μπορούσαμε να την θεωρήσουμε εξίσου, ως βάση για τις διαπροσωπικές μας σχέσεις; Με αυτή την λογική υπάρχω εν Χριστώ μόνον εφόσον βρίσκομαι σε ενότητα με τον αδελφό μου και ανακαλύπτω τον εαυτό μου μέσα και μέσω της ζωής του [Ενωμένος με τον Κύριο δηλαδή τι ανακαλύπτω; Τι γνωρίζω; Δεν γνωρίζω ούτε τον εαυτό μου; Τι είναι ο Χριστός; Σχήμα Λόγου;]. Αυτή την αρχή τής Θεανθρωπότητος, την αρχή της Εκκλησίας, εάν την αναγνωρίσουμε και στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν θα μπορούσαμε να την αναγνωρίσουμε και στην ιστορία; Στις σχέσεις ανατολής και Δύσης; 
Η Εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί και μέσα σε ο,τιδήποτε μοιάζει αλλότριο (ξένο). Μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας και μέσα από την θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε, αναγνωρίζοντας πώς αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από την κοινή συνάντηση-αναγνώριση ανακαλύπτουμε πού ανήκει η καρδιά μας  [Ακριβώς όπως σύμφωνα με τον κομμουνιστικό δρόμο, προσπαθώντας με την κοινωνία να πολεμήσουμε την αποξένωση, την αλλοτρίωση, θα οδηγηθούμε στον κοινό και όμοιο για όλους παράδεισο της ισότητος και αδελφότητος]. 
Έτσι, π.χ. αντιλαμβανόμαστε τον Γιανναρά όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Χάϊντεγκερ και τον Λατινικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει τον Αυγουστίνο [Εκτός από την εκθαμβωτική πορεία ένωσης των αντιθέτων, τί μετάλλαξε ο Γιανναράς, αφού πλησίασε τον Αυγουστίνο; Και ο Χάϊντεγκερ και ο περσοναλισμός από τον Αυγουστίνο ξεκινούν]. 
Όλα αυτά λοιπόν συμβαίνουν εφόσον η Ορθοδοξία αναζητά την ταυτότητά της. Και μοιραίως καταλήγει στην αγκαλιά του Σέλλινγκ, του φιλοσόφου της ταυτότητος. Και τι εισάγει αυτή η φιλοσοφία της ταυτότητος; Την διάκριση του Είναι από την Ουσία. Το είναι λέει, δεν συμπίπτει κατ’ανάγκην με το νοείν. Υπάρχει στον Θεό μία πλευρά (το πρωταρχικό δυνάμει είναι) η οποία δεν είναι εκ των προτέρων κατ’αναγκαιότητα νοητή, και αποτελεί την βάση της ελευθερίας. Το είναι επομένως γνωρίζεται κατά την πραγματική του ύπαρξη ιστορικά και εμπειρικά. Και η ουσία διακρίνεται επομένως από την ύπαρξη. Το Είναι νοείται μόνον από τους τρόπους της φανέρωσης του [Αυτό εισήγαγε ο Γιανναράς, λέγοντας πώς ο Χριστιανισμός είναι τρόπος ζωής]. 
Ο Σέλλινγκ όμως με την διανοητική εποπτεία ταυτίζει το Εγώ με τη μη-Εγώ και από την ταύτιση αυτή επανακάμπτει εκείνη η πρωταρχική ενότητα του απολύτου όντος. Η διανοητική εποπτεία, η πίστη του Φλωρόφσκυ, είναι τόσο φιλοσοφική γνώση όσο και ενότητα με τον Θεό καθώς αποτελεί επιστροφή σε Αυτόν διά της υπερβάσεως της διαφοράς του υποκειμένου και του αντικειμένου. Έτσι το Εγώ, νοημένο σαν υποκείμενο αντικείμενο, μέσα σε μία διαλεκτικά προσδιορισμένη πορεία αναπτύσσει δύο υπαρκτικές μορφές, την φύση και το πνεύμα. Αυτή την διαφορά υπερβαίνει η διανοητική εποπτεία, ακριβώς. Και αν η πρωταρχική ενότητα του απολύτου όντος ονομασθεί μη-διαφορά, από την οποία τίθεται η διαφορά υποκειμένου και αντικειμένου, φύσεως και πνεύματος, τότε η διανοητική εποπτεία είναι η ταυτότητα αυτών των δύο παρά την διαφορά τους και μέσα σε αυτήν. 
Γιατί ανοίξαμε αυτή την παρένθεση με τον Σέλλινγκ. Διότι μάθαμε την εξάρτηση του Φλωρόφσκυ από τον Σέλλινγκ. Μάθαμε και την αποτυχία τής νεοπατερικής συνθέσεως, διότι η στάση του υπήρξε πολεμική απέναντι στην Δύση. Και τα δύο αντίθετα δεν κατόρθωσαν να ενωθούν. Η Ορθοδοξία όμως που εμπνέεται από τους Ρώσους και αντιπροσωπεύεται από τους μαθητές του Ζηζιούλα και την ακαδημία Βόλου, όπως είδαμε προχωρούν σε λύση του αδιεξόδου προτείνοντας μία νέα μετά-πατερική σύνθεση. Δυστυχώς όμως και αυτή η νέα σύνθεση πηγάζει από τον Σέλλινγκ και βρίσκεται στην έννοια της διανοητικής εποπτείας, όπως την περιγράψαμε πιο πάνω, της πίστεως αλλά Φλωρόφσκυ. Να τι λένε και πώς σχεδιάζουν αυτή την νέα σύνθεση. 
Η Ορθόδοξη ανατολική Θεολογία στην διαδικασία ανεύρεσης της ταυτότητας της, στην κίνηση απεξάρτησής της από την μη-Ορθόδοξη Δύση (σαν το μη-Εγώ του ιδεαλισμού ακριβώς) δεν θα πρέπει να αποξενωθεί από αυτή. Κάθε διάσταση δεν είναι αληθινή απελευθέρωση. Οφείλει να περάσει από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες της, χωρίς να σαστίζει μπροστά τους, αλλά εξετάζοντάς τες δημιουργικά και μεταμορφώνοντάς τες, να δίνει μαρτυρία για μία καινή πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα κοινό όραμα για μία Ορθόδοξη Ανατολή που εκπληρώνει το μέλλον δημιουργικά. Και μόνο με τον τρόπο αυτό, με την ευσπλαχνική συμπάθεια τής Ανατολής προς την Δύση, ανακαλύπτοντας το αντίθετο μέσα της θα μπορεί να υπάρξει ένα αξιόπιστο μονοπάτι προς την επανένωση του διεσπασμκένου Χριστιανικού κόσμου. 
Ολόκληρος ο Σέλλινγκ. Ο Πατέρας των Πατέρων της νέας Εκκλησίας, όπως ονόμασαν παλιά τον Γρηγόριο Νύσσης. 

Ο Θεός ταυτισμένος με τον νοητό κόσμο, όπως και στον σχολαστικισμό, με την μόνη διαφορά πώς υπάρχει η ένωση των αντιθέτων, σαν θέωση, κάτι που δίδαξε πρώτος ο Cusano. Ο μυστικισμός της Φύσεως παίρνει την θέση της Θεοπτίας. Η κλοπή ολοκληρώνεται, η κλοπή της Σωτηρίας μας και ουδείς διαμαρτύρεται. 
Θα συνεχίσουμε με την άλλη μεταπατερική σύνθεση, του Μπουλγκάκοφ, διότι ο Κάλλιστος Γουέαρ, οραματίζεται σαν θρίαμβο της Ορθοδοξίας και δόξα του Θεού, την ένωση αυτών των δύο σχολών, του Φλωρόφσκυ και του Μπουλγκάκοφ, διότι έχουν κοινό παρονομαστή τον Σολόβιεφ, ο οποίος είναι πιστός μαθητής του Σέλλινγκ. 
Και όλα στην Ελληνική Ορθοδοξία τελειώνουν μέσα στην γενική ακατανοησία. Διότι εγκαταλείψαμε την πνευματική μας παράδοση, την προσευχή, για τα κατηχητικά σχολεία των οργανώσεων και την μετάνοια, για τους Κανόνες. 
Συνεχίζεται! 
Αμέθυστος.